Appeal against traffic accident judgment dismissed for first defendant; appeal against insurance company allowed and case remanded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant, a private individual, while allowing the appeal against the second defendant, an insurance company. The court found the lower court's reasoning regarding the possibility of an evasive maneuver legally insufficient and lacking a proper basis. Consequently, the judgment against the insurance company was annulled, and the case was remanded for retrial, whereas the judgment against the individual was upheld.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 § 1 no. 19 and 591 § 1 of the Code of Civil Procedure; The court must annul a judgment if the lower court fails to provide a legal basis for its finding that an evasive maneuver was impossible, as such a finding requires specific factual justification regarding road width and traffic conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1172 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1172/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Π., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Σ. - Σ. Ν. του Χ., 2) Μ. - Π. Ν. του Χ. και 3) Κ. Ν. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. - Γ. Β. του Ι., κατοίκου ... και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πολίτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 10-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2011 αγωγή των ήδη 1ης (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Σ. - Σ. Ν. του Χ. και Μ. - Π. Ν. του Χ., ήδη ενηλικιωθείς - 2ος αναιρεσείων) και 3ου των αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-10-2012 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3080/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 693/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-2-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 § 1, 97, 98, 294, 295 § 1 εδ. α', 297, 299, 591 § 1 γ', 614 § 6 και 573 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 545/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στις προτάσεις τους, που κατέθεσαν πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, παραιτήθηκαν του δικογράφου αυτής ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (κατά τη συζήτηση παρέστησαν παραδεκτά με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ). Ενόψει των εκτεθέντων, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο είναι έγκυρη, κατά τα προεκτεθέντα και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή η αίτηση αναίρεσης θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτόν.
Επομένως, πρέπει η προκείμενη δίκη να κηρυχθεί καταργημένη, ενώ δεν επιβάλλονται δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, που παραιτήθηκαν, διότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δε βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 §§ 1 & 2 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) 1) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες...
κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3) Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του...
κατά τις νυχτερινές ώρες... Κατά τη διάταξη δε του άρθρ. 12 § 1 ΚΟΚ "...οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Εξάλλου στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 693/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κρίσιμα για την αναιρετική δίκη ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό, δηλαδή του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων Χ.
Ν. (συζύγου και πατέρα τους) και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων: "Στις 13-8-2011 και περί ώρα 22.40' νυχτερινή, ο εναγόμενος (ήδη 1ος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθ. ...38 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη 2η αναιρεσίβλητη), κινείτο, με κατεύθυνση προς ..., στην επαρχιακή οδό ... - ..., όπου υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ. Ν., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας στην α' αγωγή, πατέρας των λοιπών εναγόντων στην ίδια αγωγή..., οδηγώντας την υπ' αριθ. ...63 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση της ίδιας πιο πάνω οδού, έχοντας πρόθεση, στη διασταύρωση με την οδό που οδηγεί προς ... να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς ....
Η περιοχή, όπου κινούνταν τα ως άνω οχήματα, είναι κατοικημένη, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, υπήρχε δε, κατά τον ένδικο χρόνο, σχετική ρυθμιστική πινακίδα Π-17. Ο οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου κινείτο με σύνεση και έχοντας κανονική για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο ταχύτητα (δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλ.
ανά ώρα), ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε σε κατάσταση μέθης. Στο αίμα του ανιχνεύτηκε ποσοστό οινοπνεύματος τουλάχιστον 1,78g ανά λίτρο αίματος... Όταν ο τελευταίος έφτασε στην ανωτέρω αναφερόμενη διασταύρωση, αν και στιγμιαία σταμάτησε σ' αυτή, εντούτοις, ακολούθως, παραβιάζοντας την εκ δεξιών προτεραιότητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν ήδη πολύ κοντά, απερίσκεπτα, προφανώς λόγω και της επίδρασης του οινοπνεύματος, εισήλθε στο ρεύμα πορείας προς ..., χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σ' αυτό, έχοντας σκοπό, κατά τα άνω, να κατευθυνθεί στην κάθετη οδό που οδηγεί προς ....
Αποτέλεσμα της απερίσκεπτης και επικίνδυνης αυτής ενέργειάς του ήταν να φράξει την πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου, το οποίο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στη μοτοσικλέτα. Η μοτοσικλέτα έπεσε στο οδόστρωμα, όπου σύρθηκε, ο ίδιος δε (ο αναβάτης) εκτινάχτηκε αρχικά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ακολούθως κατέπεσε στο καπό και τελικά στο οδόστρωμα, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του.
Συγκεκριμένα υπέστη θλαστικές κακώσεις θώρακα, πυέλου και κάτω άκρων, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του... Οι ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται σαφώς από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τη με ημερομηνία 13-8-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο υπαρχιφύλακας του ΑΤ ...
Π. Σ. και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις, κατά την προανακριτική ποινική διαδικασία, των αυτόπτων μαρτύρων Γ. Τ. και Δ. Λ.. Όσον αφορά την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εκκαλούντες τεχνική έκθεση που λαμβάνεται υπόψη, κατ' άρθρ. 390 του ΚΠολΔ, λεκτέα τα πιο κάτω:
Η εν λόγω τεχνική έκθεση, η οποία, ας σημειωθεί, συντάχθηκε τρεις περίπου μήνες μετά το ατύχημα, καταλήγει στα εξής συμπεράσματα: α) ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έλαβε χώρα σε απόσταση 0,50 μ. εντός του ρεύματος πορείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) ότι η ταχύτητα του τελευταίου (οχήματος) κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν μεταξύ 77 και 82 χιλιομ./ανά ώρα, ενώ η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν μηδενική, και γ) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε δυνατότητα αποφυγής του ατυχήματος με ελιγμό προς τα δεξιά.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξαν οι ανωτέρω ιδιωτικοί πραγματογνώμονες που συνέταξαν την τεχνική έκθεση, είναι αυθαίρετο, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένα δεδομένα. Ενδεικτικά, στηρίζεται στις πιο κάτω εσφαλμένες προϋποθέσεις: α) ότι το μήκος πέδησης του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν 60 μέτρα.
Αυτό δεν είναι ακριβές. Ίχνη πεδήσεως δεν βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, καθόσον το αυτοκίνητο διέθετε σύστημα πεδήσεως ΑΒS. Η δε απόσταση που βρέθηκε σταθμευμένο το εν λόγω όχημα, κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων (σε εσοχή στο άκρο δεξιό του δρόμου, περίπου 51 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης) δεν είχε άμεση σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος.
Απλώς, ο οδηγός μετά το ατύχημα, στάθμευσε το όχημά του στο σημείο εκείνο, το οποίο έκρινε ότι ήταν ασφαλές, προκειμένου να αποφευχθεί νέο ατύχημα, β) ότι το ακριβές σημείο σύγκρουσης δεν προσδιορίζεται στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο ανωτέρω αναφερόμενος αστυνομικός. Το αληθές, όμως, είναι ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα το σημείο σύγκρουσης προσδιορίζεται με το στοιχ.
Χ, ο δε σχετικός προσδιορισμός έγινε με βάση τα ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος. Βρίσκεται δε σε απόσταση περίπου 1,33 μ. εντός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου και γ) ότι υπήρχε δυνατότητα του οδηγού για αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά. Η διαπίστωση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι προς τα δεξιά υπήρχε προσωρινά σε στάση το όχημα του αυτόπτη μάρτυρα Δ.
Λ., ο οποίος προερχόμενος από το χωριό ..., ανέμενε, στη διασταύρωση, τη διέλευση των δύο πιο πάνω οχημάτων, προκειμένου ακολούθως να κατευθυνθεί προς την πόλη της .... Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω αποδειχθέντα περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κρίνεται ο συγγενής των εκκαλούντων, ο οποίος, από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθρ. 330 του ΑΚ) και οδηγώντας, ανεπίτρεπτα, κάτω από την επήρεια οινοπνεύματος, επέδειξε την ανωτέρω περιγραφόμενη αμελή συμπεριφορά, κατά παράβαση και των άρθρων 12 § 1, 23 § 2, 26 §§ 1, 5, 22 και 42 του ΚΟΚ.
Τον οδηγό Κ. - Γ. Β. δεν αποδείχτηκε ότι τον βαρύνει οποιαδήποτε αμέλεια αφού αυτός, κατά τα άνω, κινείτο κανονικά και με σύνεση στο δρόμο. Αν και τροχοπέδησε δε, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, όταν ο αποθανών μοτοσικλετιστής μετακινήθηκε μέσα στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που συνέβη κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του οχήματός του, την ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η δεύτερη τούτων και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους (αναιρεσειόντων) κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όπως άλλωστε απεφάνθη και η 1754/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί αναιρέσεως κατά της ίδιας Εφετειακής απόφασης ασκηθείσας από άλλους ενάγοντες - συγγενείς του θανόντος, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού στην πρόκληση του αυτοκινητικού ενδίκου ατυχήματος, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, για να δικαιολογηθεί η μη εφαρμογή τους.
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διευκρινίζεται η απόσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο του εναγόμενου οδηγού από τη σταθμευμένη μοτοσικλέτα του συγγενούς των αναιρεσειόντων, κατά το χρόνο που αυτή κινήθηκε αιφνίδια και εισήλθε στο ρεύμα πορείας του (εναγομένου οδηγού), από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, από την οποία (απόσταση) ο τελευταίος, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα ή μπορούσε να την αντιληφθεί, ώστε να κριθεί κατ' αντικειμενική κρίση, τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο χρόνος αντίδρασης αυτού, λαμβανομένης υπ' όψη και της ταχύτητας των 50 χιλ.
με την οποία το όχημά του εκινείτο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και η δυνατότητά του να μειώσει ενωρίτερα αυτήν, καθώς και η δυνατότητά του να προβεί, σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, που θα συντελείτο με την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενόψει και της παράλειψης αναφοράς στην απόφαση των κυκλοφοριακών συνθηκών, του αντίθετου ρεύματος, ο οποίος ελιγμός ενδεχομένως να απέτρεπε το θανάσιμο αποτέλεσμα.
Με τη διευκρίνηση αυτή θα κριθεί αν η τροχοπέδηση στην οποία προέβη ο εναγόμενος οδηγός, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήταν ο ενδεδειγμένος ελιγμός προς αποφυγή της σύγκρουσης. Περαιτέρω, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου και σε απόσταση 1,33 μ.
εντός αυτού, δε γίνεται αναφορά του συνολικού πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού, καθώς και του σημείου της οδού από το οποίο ορίζεται η απόσταση αυτή για να κριθεί η δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού του αυτοκινήτου δεξιά σε σχέση με την πορεία του και εντός του ίδιου ρεύματος, αλλά και η παραδοχή της ίδιας απόφασης ότι ήταν αδύνατος ο ελιγμός προς τα δεξιά επειδή στο δεξιό τμήμα της οδού προς ... (δηλαδή εκτός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου), που διασταυρώνεται με την οδό στην οποία συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, προς στήριξη του αγωγικού ισχυρισμού της υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, που καθίσταται, αλυσιτελής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνης, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 εδ. ε' ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 12-2-2018 με αρ. καταθ. 1714/133/15-2-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 693/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την 693/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνης που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ