1172/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1172/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Full text
Απόφαση 1172 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1172/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. του Α., 2) Σ. Α. του Ι., 3) Κ. Α. του Γ., 4) Δ. Β. του Ν., 5) Μ. Β. του Χ., 6) Ε. Β. του Δ., 7) Α. Β. του Α., 8) ) Α. χήρας Κ. Γ. το γένος Κ. Β., ) Π.-Σ. Γ. του Κ. και ) Δ. Γ. του Κ., ως εξ μόνων αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Κ. Γ. του Δ., 9) Α. Γ. του Α., 10) Χ. Γ. του Γ., 11) Ι. Γ. του Κ., 12) Ι. Γ. του Ν., 13) Β. Δ. του Η., 14) Σ. Ζ. του Μ., 15) Θ. Ζ. του Χ., 16) Ν. Κ. του Β., 17) Φ. Κ. του Η., 18) Φ. Κ. του Ι., 19) Δ. Κ. του Ν., 20) Δ. Κ. του Ν., 21) Τ. Κ. του Δ., 22) Ε.-Α. Κ. του Γ., 23) Α. Κ. του Ι., 24) Κ. Κ. του Χ., 25) Δ. Κ. του Α., 26) Π. Λ. του Σ., 27) Α. Λ. του Δ., 28) Π. Μ. του Η., 29) Γ. Μ. του Δ., 30) Α. Μ. του Φ., 31) Φ. Ο. του Ν., 32) Ε. Π. του Π., 33) α) Α. Κ. του Ε., χήρας Κ. Π., β) Ε. Π. του Κ. και γ) Θ. Π. του Κ., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Κ. Π. του Θ., 34) Α. Π. του Δ., 35) Ι. Π. του Μ., 36) Σ. Π. του Χ., 37) Α. Π. του Γ., 38) Χ. Π. του Ι., 39) Χ. Ρ. του Β., 40) Ν. Σ. του Κ., 41) Δ. Σ. του Ν., 42) Γ. Σ. του Ι., 43) Π. Σ. του Λ., 44) Δ. Σ. του Χ., 45) Θ. Τ. του Χ., 46) Α. Τ. του Α., 47) Α. Τ. του Θ., 48) Κ. Τ. του Σ., 49) Κ. Χ. του Π., 50) Χ. Χ. του Θ., 51) Ι. Χ. του Α. και 52) Α. Ψ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντιζέ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μιχελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων τριών ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 268/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 1-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξεως (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής (ή ενστάσεως) λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
α Κ.Πολ.Δ. και 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή τους κατά παραδοχή ενστάσεως παραγραφής την οποία είχε προτείνει η εναγομένη και ότι μη απορρίπτοντας ως αόριστη την ένσταση αυτή: α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή την πιο πάνω αόριστη ένσταση που εξομοιώνεται με μη προταθείσα και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ενστάσεως αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του προεχόντως διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι προέβαλαν ισχυρισμό για αοριστία της ανωτέρω ενστάσεως της αντιδίκου τους εναγομένης πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, σε κάθε δε περίπτωση διότι από τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις από 16-5-2013 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και την από 20-5-2013 προσθήκη τους, καθώς και την από 19-8-2013 έφεσή τους προκύπτει ότι αυτοί δεν είχαν προβάλει παραδεκτά πρωτοδίκως ή κατ' έφεση τέτοιο ισχυρισμό, τον προέβαλαν δε απαραδέκτως για πρώτη φορά μετά τη συζήτηση της εφέσεώς τους με την από 28-4-2015 προσθήκη των από 23-4-2015 εγγράφων προτάσεών τους ενώπιον του εφετείου.
Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξ άλλου από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής αποτελεί το έννομο συμφέρον, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψή του από τα στοιχεία της δικογραφίας.
Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανατροπή της οποίας επιδιώκεται εκ μέρους του με την άσκηση της αναιρέσεως. Επομένως, αν υπό τις προβαλλόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες, η επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα έννομη συνέπεια δεν ανατρέπεται και μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν θεμελιούται έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναιρέσεως, οι λόγοι της οποίας είναι αλυσιτελείς, αφού δεν επιδρούν στο επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (Α.Π. 363/2016, 145/2014, 537/2011).
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 1 παρ. 1 α.ν. 539/1945: "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας, ασκουμένας επί κέρδει βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεώς των ως και εις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς, ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα δια λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας", κατά δε την παρ. 3 περ.
β του ίδιου άρθρου "Δεν υπόκεινται εις τα διατάξεις του παρόντος α)... β) Τα πρόσωπα, τα αντί μισθού απασχολούμενα εις δημοσίας ή δημοσίου χαρακτήρος υπηρεσίας ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφ' όσον οι σχετικοί κανονισμοί δίδουν εις αυτά δικαίωμα εις ετησίαν άδειαν μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσης προς εκείνην της αδείας, της προβλεπομένης υπό του παρόντος νόμου".
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου αυτού (α.ν. 539/1945): "Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και εάν προβλέπη την καταβολήν εις αυτόν επηυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος".
Κατά το άρθρο 4 της 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών μετ' αποδοχών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 ν. 2081/1952 και η οποία κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ αυτής έχει εφαρμογή και στο προσωπικό των επιχειρήσεων μεταφοράς προσώπων ή εμπορευμάτων δια σιδηροδρόμων, όπως η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη: "Δέον να θεωρήται άκυρος πάσα συμφωνία περί εγκαταλείψεως του δικαιώματος της κατ' έτος αδείας μετ' αποδοχών ή περί παραιτήσεως από της εν λόγω αδείας", κατά το άρθρο 8 αυτής: "Παν μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν δέον όπως θεσπίζη σύστημα κυρώσεως δια την εξασφάλισιν της εφαρμογής της" και κατά το άρθρο 9 αυτής: "Η παρούσα σύμβασις ουδόλως θίγει οιονδήποτε νόμον, απόφασιν, έθιμον ή συμφωνίαν μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων εφ' όσον δι' αυτών εξασφαλίζονται όροι ευνοϊκώτεροι των εν τη παρούση συμβάσει προβλεπομένων".
Επακολούθησε το ν.δ. 3755/1957, με το άρθρο 3 του οποίου προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 5 α.ν. 539/1945, ως δεύτερο εδάφιο, η ακόλουθη διάταξη: "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".
Η ένταξη της νέας αυτής διατάξεως στην παρ. 1 του άρθρου 5 α.ν. 539/1945 είναι τυχαία και δεν μεταβάλλει την αυτοτέλεια της ρυθμίσεως που θεσπίζεται με αυτήν, σε σχέση με τις ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945. Δεν υπάρχει δε οποιοσδήποτε σύνδεσμος της πιο πάνω κυρώσεως που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή με τον α.ν. 539/1945 και δεν θεσπίζεται οποιαδήποτε εξαίρεση από τη ρύθμιση ούτε διατηρείται οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς την έκταση εφαρμογής της προβλεπόμενης από αυτήν κυρώσεως σε σχέση με κάποια κατηγορία εργοδοτών ή μισθωτών.
Αντιθέτως η επιβαλλόμενη με αυτήν πιο πάνω κύρωση διατυπώνεται ως γενική και προβλέπεται για τη μη χορήγηση αυτούσιας της άδειας σε σχέση με όλες τα εργασιακές σχέσεις, είναι ένα είδος "ποινικής ρήτρας" κατά τη χαρακτηριστική έκφραση της εισηγητικής εκθέσεως του ν.δ. 3755/1957, που αφορά όλους του εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς.
Και ναι μεν με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 περ. β α.ν. 539/1945 θεσπίζεται εξαίρεση από τις διατάξεις του εν λόγω α.ν. για τα πρόσωπα που απασχολούνται αντί μισθού σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, στις οποίες υπάγεται και η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.) υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί δίνουν σ' αυτά το δικαίωμα για ετήσια άδεια με αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945. Η εξαίρεση όμως αυτή αναφέρεται στις αρχικές διατάξεις του α.ν. 539/1945 και δεν καταλαμβάνει την αυτοτελή ρύθμιση (κύρωση) που θεσπίζεται γενικά για όλες τις εργασιακές σχέσεις, χωρίς καμία διάκριση, με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κυρώσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής (Ολ.
Α.Π. 32/2005). Εξ άλλου κατά το άρθρο 3 παρ. 1 α.ν. 539/1945: "Κατά την διάρκειαν της αδείας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, ων θα εδικαιούτο εάν απησχολείτο παρά τη υποχρέω επιχειρήσει κατά τον αντίστοιχον χρόνον ή των αποδοχών των τυχόν δια την περίπτωσιν ταύτην καθωρισμένων δια συλλογικής συμβάσεως", κατά την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 ν.δ. 4547/1966: "Αι αποδοχαί μετά του επιδόματος αδείας, προκαταβάλλονται εις τον μισθωτόν κατά την έναρξιν της αδείας" και κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 ν. 4504/1966: "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού".
Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις για τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 3 παρ. 8 και 4 παρ. 1 α.ν. 539/1945) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, η οποία αποτελεί δήλη ημέρα υπό την έννοια του άρθρου 341 παρ. 1 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 39, 40/2002), κατά την οποία γεννώνται οι σχετικές αξιώσεις των εργαζομένων.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, είναι υποχρεωμένος από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και τον συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, ενώ η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνο στις αποδοχές και όχι στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ.
ΑΠ 32/2005), η δε προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του ανωτέρω α.ν. 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 ν. 4504/1966, υποβολή αιτήσεως του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτήν και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του για τη λήψη αυτής (Α.Π. 434/2011, 455/2010).
Τέλος κατά το άρθρο 59 παρ. 1 περ. στ του "Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Σ.Ε.", που κυρώθηκε με το άρθρο 13 ν. 2671/1998 και σύμφωνα με το άρθρο 21 του ίδιου νόμου ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-12-1998): "Η κανονική άδεια πρέπει να εκτελείται κατά κανόνα μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.
Κατ' εξαίρεση και όταν συντρέχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, η άδεια εκτελείται το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου του επόμενου έτους". Όμως το γεγονός ότι με βάση την ανωτέρω διάταξη επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η χορήγηση στους εργαζομένους της εναγομένης της ετήσιας άδειας αναψυχής μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους, δεν έχει ως συνέπεια τη μεταβολή του χρόνου κατά τον οποίο η εναγομένη υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια (δήλη ημέρα) από την 31η Δεκεμβρίου του οικείου έτους στην 31η Μαρτίου του επομένου έτους και συνακόλουθα τη μεταβολή του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9-7-2002 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά τις αναφερόμενες για τον καθένα ημερομηνίες και απασχολούνταν έκτοτε από αυτήν ως υπάλληλοι στο γραφείο κινήσεως Βόλου.
Ότι κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996, αν και ζήτησαν την άδεια αναπαύσεως την οποία δικαιούνταν, η εναγομένη δεν τους την χορήγησε ολόκληρη αλλά μόνο το αναφερόμενο για τον καθένα μέρος αυτής. Ότι η μη χορήγηση σ' αυτούς ολόκληρης της αδείας αναπαύσεως την οποία δικαιούνταν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της εναγομένης και γι' αυτό η τελευταία τους οφείλει, για τις μη χορηγηθείσες στον καθένα ημέρες αδείας, τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά κυρίως με βάση το νόμο και τη μεταξύ τους σύμβαση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εναγομένη προέβαλε την ένσταση ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις έχουν υποπέσει κυρίως μεν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1993, επικουρικά δε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 Α.Κ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Μετά από έφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά σε σχέση με την ένσταση παραγραφής τα εξής: "Ο ισχυρισμός του εναγομένου οργανισμού περί διετούς παραγραφής είναι νόμιμος... Η εν λόγω ένσταση είναι και ουσιαστικά βάσιμη.
Συγκεκριμένα από το χρόνο που γεννήθηκαν, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, οι επίδικες αξιώσεις και αφορούν τα έτη 1994, 1995 και 1996 και ήσαν απαιτητές από το τέλος του έτους το οποίο αφορούσαν και ειδικότερα από το έτος 1995, 1996 και 1997 αντίστοιχα... έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία συντελέστηκε με την επίδοση αυτής στον εναγόμενο στις 12-8-2002...
έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πάρα πολύ μεγάλο και πιο συγκεκριμένα πολλαπλάσιο της διετίας.
Συνεπώς οι επίδικες αξιώσεις περί καταβολής του υπολοίπου των αποδοχών για τις μη χορηγηθείσες ημέρες αδείας για τον καθένα από τους ενάγοντες έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης του εναγομένου, η οποία παραγραφή πρέπει να επισημανθεί ότι εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως...
και σε κάθε περίπτωση η παραγραφή εξετάζεται πριν την ουσιαστική διερεύνηση της αγωγής, διότι αυτή (ένσταση παραγραφής) αποτελεί καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό και η επέλευση αυτής αποτελεί διακωλυτικό της γένεσης του δικαιώματος γεγονός". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως (με την οποία κατά τα τα προεκτεθέντα είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη) και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων κατ' αυτής.
Ήδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 250 αριθ. 17 Α.Κ., την οποία το εφετείο δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και εκείνων των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.
β, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις υπάγονταν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1993 και όχι στην πενταετή του άρθρου 250 αριθ. 17 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος αφού, ανεξαρτήτως του εσφαλμένου ή μη της κρίσεως του εφετείου ότι στην ένδικη διαφορά είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1993 και όχι εκείνες του άρθρου 250 αριθ. 17 Α.Κ., με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης είχε συμπληρωθεί και η προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή διάταξη πενταετής παραγραφή.
Τούτο διότι με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις για την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως της αδείας αναψυχής των ετών 1994, 1995 και 1996 ήταν απαιτητές μέχρι τις 31-12-1994, 31-12-1995 και 31-12-1996 αντίστοιχα, o δε χρόνος ενάρξεως της παραγραφής δεν μεταβάλλεται σε 31-3-1995, 31-3-1996 και 31-3-1997 αντίστοιχα με βάση τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 1 περ.
στ του "Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Σ.Ε.", όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού, σύμφωνα με όσα επίσης έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, η τελευταία αυτή διάταξη δεν έχει ως συνέπεια τη μεταβολή του χρόνου κατά τον οποίο η εναγομένη υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια (δήλη ημέρα) από την 31η Δεκεμβρίου του οικείου έτους στην 31η Μαρτίου του επομένου έτους και συνακόλουθα τη μεταβολή του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής.
Συνεπώς από τις 1-1-1995, 1-1-1996 και 1-1-1997 αντίστοιχα άρχισε να τρέχει η πενταετής παραγραφή των ένδικων αγωγικών αξιώσεων και συμπληρώθηκε στις 31-12-1999, 31-12-2000 και 31-12-2001 αντίστοιχα, με αποτέλεσμα κατά τον αναφερόμενο στις ίδιες παραδοχές και μη αμφισβητούμενο εκατέρωθεν χρόνο ασκήσεως της αγωγής (12-8-2002) να έχει συμπληρωθεί και η πενταετής παραγραφή.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 268/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ