1172/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 3274/2004 "Οργάνωση και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού" αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία [...]. (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.
Legislator headnote
AI generated1172/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 15/2015 μη οριστική και η 72/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Full text
Απόφαση 1172 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1172/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Θ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα και αυτοδικαίως υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργημένης "Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευβοίας", που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Φωτεινής Κανέτη και Ευθυμίου Καραΐσκου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκε η 220/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 22-10-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1170/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 15/2015 μη οριστική και η 72/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 3274/2004 "Οργάνωση και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού" αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία [...]. (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.
Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή [...]. (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών [...]".
Επίσης, με το άρθρο 21 παρ.3 του ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 ως εξής: "Αντιμισθία. (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας.
Στους νομικούς συμβούλους, διευθυντές των νομικών διευθύνσεων των δήμων, καταβάλλεται και επίδομα θέσεως ίσο με ποσοστό 20% επί του συνόλου της κατά το προηγούμενο εδάφιο διαμορφωμένης αντιμισθίας τους. (γ) Στους παραπάνω δικαιούχους χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ.3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999 και το επίδομα της περιπτώσεως γ’ της παρ.6 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, όπως κάθε φορά ισχύουν".
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 και 3 του ν. 2685/1999 "Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων κ.λπ.", τα έξοδα μετακίνησης εντός έδρας αφορούν στην κίνηση των υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας μέσα στην πόλη [...] και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων. Και σύμφωνα με την παρ.6 περ. γ’ του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3670/2008), το επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ πρώτου βαθμού ορίσθηκε [...] για το λοιπό προσωπικό σε 84 ευρώ.
2. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν μεταβλήθηκαν με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 165 και 166 του μεταγενέστερου ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, δηλαδή σε ΟΤΑ πρώτου βαθμού, χορηγήθηκε α) ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, την οποία λαμβάνουν σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, β) επίδομα θέσεως, μόνο για τους διευθυντές των νομικών διευθύνσεων, γ) έξοδα μετακίνησης και δ) επίδομα ειδικής απασχόλησης.
Η ποσοστιαία προσαύξηση κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο οι δικηγόροι ασκούν τα καθήκοντά τους (όπως αναφέρθηκε, άλλωστε, ο πληθυσμός επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων των δικηγόρων). Εκ τούτου έπεται ότι για τη χορήγηση των ως άνω παροχών και για τον προσδιορισμό του ύψους της προσαύξησης λήφθηκε υπ’ όψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των ΟΤΑ πρώτου βαθμού επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ’ ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ’ ετέρου, εφ’ όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής εργασίας, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, επιτρέπεται να διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό και παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στο νόμο ή στην εισηγητική του έκθεση, η προαναφερθείσα, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας και οι λοιπές παροχές προβλέφθηκαν ως αντιστάθμισμα των ως άνω, πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 587/2011).
3. Εξ άλλου, με το άρθρο 1 του π.δ. 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης" συστήθηκαν, ως δεύτερη βαθμίδα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, ήτοι αυτοδιοικούμενα κατά τόπο ΝΠΔΔ με προορισμό την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιφέρειάς τους, κατά δε το άρθρο 107 παρ.6 αυτού, οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τις αμοιβές των δικηγόρων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων με μηνιαία αντιμισθία.
Συνακόλουθα, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 ν. 3291/2003 και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσα ΚΥΑ 2/8250/0022/18-2-2004. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι, κατά τον κρίσιμο για την προκείμενη υπόθεση χρόνο από 1-1-2005 μέχρι 30-12-2010, για τις αμοιβές των δικηγόρων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, που είναι ΟΤΑ δευτέρου βαθμού, δεν είχαν ευθεία εφαρμογή όσα αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 244 του μεταγενέστερου ν. 3852/ 2010 "ΟΤΑ: Αρμοδιότητες - ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ κ.λπ.", το οποίο εντάσσεται στο Ζ’ Μέρος αυτού, υπό τον τίτλο "Οργάνωση Υπηρεσιών - Προσωπικό Περιφέρειας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2011, (εδ. 5 στοιχ. β’ ) ορίστηκε για πρώτη φορά, ότι "για τις αμοιβές των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία [στους ΟΤΑ δευτέρου βαθμού] εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 166 του "Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (κυρωτικός ν. 3584/2007), καθώς επίσης ορίσθηκε ότι "Οι απασχολούμενοι, κατά τα ανωτέρω, δικηγόροι, υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο οικείο κατάστημα της Περιφέρειας για χρόνο, που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν συντρέχει ανάγκη παράστασης, ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μέχρι την 31-12-2010 οι δικηγόροι των ΟΤΑ δευτέρου βαθμού δεν είχαν νομική υποχρέωση να απασχολούνται στο οικείο κατάστημα της Περιφέρειας, στην οποία παρείχαν τις δικηγορικές τους υπηρεσίες με πάγια, έμμισθη εντολή και, ως εκ τούτου, ενέπιπταν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων από εκείνη των δικηγόρων των ΟΤΑ πρώτου βαθμού (ΑΠ 638/2009).
4. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία.
Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά ρητώς ή σιωπηρώς αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας.
Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ.
β’ του Συντάγματος, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1227/2012), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες σκέψεις, η προς τους δικηγόρους των ΟΤΑ πρώτου βαθμού χορήγηση της ποσοστιαίας προσαύξησης της πάγιας αντιμισθίας και των λοιπών παροχών έγινε ως αντιστάθμισμα της υποχρέωσής τους α) να καλύπτουν χωρίς άλλη, πρόσθετη αμοιβή τις νομικές ανάγκες όχι μόνο του δήμου, στον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, αλλά και των λοιπών νομικών προσώπων ή των ιδρυμάτων που ανήκουν σ’ αυτόν και β) να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των εν λόγω αναγκών.
Επομένως, οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.3 του ν. 3274/2004, εισάγουν εύλογη διάκριση σε σύγκριση προς τους δικηγόρους των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, που είναι ΟΤΑ δευτέρου βαθμού και δεν αντιστρατεύονται ούτε τη συνταγματική αρχή για την ισότητα έναντι του νόμου ούτε την ειδικότερη εκδήλωση αυτής προς καταβολή εκ μέρους του αυτού εργοδότη της ίδιας αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (ΑΠ 638/2009).
5. Από την αναγκαία για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-12-2010 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είναι δικηγόρος Χαλκίδας, που έχει προαχθεί στον Άρειο Πάγο και από ετών παρέχει τις υπηρεσίες της με πάγια αντιμισθία στο αρχικώς εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ευβοίας" [που ήταν ΟΤΑ δευτέρου βαθμού, στη θέση του οποίου, καταργηθέντος, υπεισήλθε από 1-1-2011 το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος", που είναι, επίσης, ΟΤΑ δευτέρου βαθμού].
Ότι υπηρετεί με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχει οργανική θέση και είναι προϊσταμένη της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου. Ότι είναι επιφορτισμένη με την εκπροσώπησή του σε όλα τα δικαστήρια, με τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί των νομικών θεμάτων που τίθενται από τις υπηρεσίες του, με την επίλυση κάθε ζητήματος με νομικό περιεχόμενο και με την παράσταση στις συνεδριάσεις των διαφόρων συμβουλίων ή επιτροπών.
Ότι ασχολείται με ποικίλα θέματα, όπως πολεοδομικής νομοθεσίας, δημοσίων έργων, περιβάλλοντος, φαρμακείων, περιπτέρων, ίδρυσης και λειτουργίας βιομηχανιών, συνεργείων, επαγγελματικών εργαστηρίων, οικοτροφείων, που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και εμπεριστατωμένη μελέτη. Ότι στο εναγόμενο εντάσσονται πολλαπλές διευθύνσεις, όπως βιομηχανίας, αγροτικής ανάπτυξης, εγγείων βελτιώσεων, ανωνύμων εταιριών, εμπορίου, κοινωνικής πρόνοιας, κτηνιατρικής, μεταφορών και επικοινωνιών, ανάπτυξης, περιβάλλοντος και χωροταξίας, η νομική κάλυψη των οποίων απαιτεί, επίσης, έντονη εργασία.
Ότι, τέλος, στην αρμοδιότητα του εναγομένου ανήκουν οκτώ δήμοι με συνολικό πληθυσμό 210.210 κατοίκους. Ότι ως εκ τούτου, η ενάγουσα έχει τουλάχιστο τα ίδια καθήκοντα με αυτά των δικηγόρων των δήμων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων. Ότι, παρά ταύτα, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-12-2010, η ενάγουσα δεν είχε τη μισθολογική μεταχείριση των δικηγόρων των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, παρά το γεγονός ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της με την ίδια ιδιότητα, ως δικηγόρος, με τα ίδια τυπικά προσόντα και κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με αυτές των δικηγόρων των δήμων που έχουν πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, το οποίο αν και αναλύεται περισσότερο στη αγωγή, δεν περιλαμβάνει πρόσθετα ουσιώδη στοιχεία, η ενάγουσα ζητεί α) 91.638 ευρώ για την προσαύξηση 30% επί της παγίας αντιμισθίας της, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως 2010, β) 8.989 ευρώ ως διαφορές για το επίδομα θέσης 20% επί της προσαυξημένης αντιμισθίας της κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2009 έως 31-12-2010, λόγω της ιδιότητάς της ως προϊσταμένης της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου, γ) 19.278 ευρώ ως κατ’ αποκοπή δαπάνες μετακίνησης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2009 και δ) 7.087 ευρώ ως επίδομα ειδικής απασχόλησης κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως 2010 και συνολικώς 126.993 ευρώ, νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 220/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και το εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 95.194 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επίδοσή της, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων.
Το εναγόμενο άσκησε έφεση. Ακολούθησε η 46/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ενάγουσα άσκησε πρώτη αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1170/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτήν κρίθηκε ότι η ενάγουσα, ως δικηγόρος ΟΤΑ δευτέρου βαθμού, δεν δικαιούταν για το ένδικο χρονικό διάστημα τις μισθολογικές αξιώσεις, που ζητούσε, με ευθεία εφαρμογή των διατάξεων που αφορούσαν στους δικηγόρους των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, διότι η εξομοίωση των δύο κατηγοριών δικηγόρων επήλθε μεταγενέστερα και άρχισε να ισχύει από 1-1-2011.
Οπότε, για να λάβει τις αιτούμενες παροχές σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, θα έπρεπε να προκύπτει ότι αυτή, αν και δικηγόρος ΟΤΑ δευτέρου βαθμού, πρόσφερε εργασία κάτω από τις εξής δύο ουσιώδεις συνθήκες που ισχύουν για τους δικηγόρους των ΟΤΑ πρώτου βαθμού και, συγκεκριμένα, α) κάλυπτε χωρίς άλλη, πρόσθετη αμοιβή τις νομικές ανάγκες όχι μόνο του εναγομένου ΝΠΔΔ, στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες της με πάγια αντιμισθία, αλλά και όλων των λοιπών νομικών προσώπων ή των ιδρυμάτων που ανήκουν σ’ αυτό (ήτοι, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ευβοίας) και β) απασχολούνταν εντός του οικείου νομαρχιακού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των εν λόγω αναγκών.
Διαπιστώνοντας, λοιπόν, ότι η τότε προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας δεν είχε επαρκείς παραδοχές επί του ζητήματος αυτού, με συνέπεια να έχει υπαγάγει εσφαλμένα τις υπάρχουσες στις διατάξεις που προβλέπουν την ίση μεταχείριση, το αναιρετικό τμήμα την ακύρωσε λόγω συνδρομής των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ.
6. Μετά την εξέλιξη αυτή, η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας, το οποίο εξέδωσε την 72/2016 απόφασή του, που ήδη προσβάλλεται με την υπό κρίση δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. Με την απόφαση αυτή, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που ήδη αναφέρθηκε (βλ.
παραπάνω, αρ.5), δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στο νόμο και, μάλιστα, στις διατάξεις για την ίση μεταχείριση των εργαζομένων, διότι, αν και περιγράφονται σ’ αυτήν τα εν γένει καθήκοντα της ενάγουσας, ως δικηγόρου ΟΤΑ δευτέρου βαθμού, δεν γίνεται ουδεμία επίκληση των ουσιωδών, ιδιαιτέρων συνθηκών υπό τις οποίες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι έμμισθοι δικηγόροι των ΟΤΑ πρώτου βαθμού και συγκεκριμένα το ότι εκτελούν τα καθήκοντά τους, απασχολούμενοι στο οικείο κατάστημα για όσο χρόνο απαιτείται πέραν των παραστάσεών τους στα δικαστήρια και καλύπτοντας τις νομικές ανάγκες όχι μόνο των δήμων, στους οποίους είναι διορισμένοι, αλλά και των νομικών προσώπων ή των ιδρυμάτων αυτών, δίχως να λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή.
Κατόπιν αυτού, το μονομελές εφετείο, δικάζοντας εκ νέου την έφεση, μετά την πρώτη αναίρεση, την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το μονομελές εφετείο εφάρμοσε προσηκόντως και σύμφωνα με την προεκδοθείσα αναιρετική απόφαση τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας.
Πράγματι, για την υπαγωγή του ιστορικού της αγωγής στις διατάξεις που ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των δικηγόρων των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, προκειμένου στη συνέχεια να κριθεί αν και η ενάγουσα, ως δικηγόρος ΟΤΑ δευτέρου βαθμού, θα μπορούσε να λάβει την ίδια αμοιβή κατ’ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, δεν αρκούσε η αναφορά των εν γένει συνθηκών απασχόλησης, αλλά ήταν απαραίτητη η επίκληση των ως άνω δύο ουσιωδών όρων (απασχόληση εντός του νομαρχιακού καταστήματος και παράλληλη κάλυψη των νομικών αναγκών πλειόνων νομικών προσώπων).
Η έλλειψη της επίκλησης αυτής δεν καθιστούσε την αγωγή απλώς αόριστη, αλλά τη στερούσε από νόμιμη βάση (ΑΠ 2122/2013). Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7. Με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, υπό την εκδοχή ότι αν και η ενάγουσα είχε επικαλεσθεί στην αγωγή ότι προσέφερε στο εναγόμενο τις δικηγορικές της υπηρεσίες κάτω από συνθήκες ίδιες, με εκείνες στις οποίες διατελούν και οι δικηγόροι των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, το εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί στην προηγούμενη σκέψη, ο ισχυρισμός ήταν γενικόλογος και εκ τούτου αλυσιτελής, οπότε δεν αποτελούσε πράγμα κατά τη λειτουργία του αναιρετικού ελέγχου.
8. Με τους τρίτο και τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως, οι οποίοι προτείνονται ως επικουρικοί, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 ή, άλλως, αρ.14 ΚΠολΔ, υπό την εκδοχή ότι ακόμη και αν ορθώς απορρίφθηκε η αγωγή, η απόρριψη θα έπρεπε να έχει γίνει με την αιτιολογία ότι η αγωγή ήταν αόριστη και όχι μη νόμιμη. Οπότε, η ενάγουσα επιδιώκει την αναίρεση για να αποτραπεί η δημιουργία δυσμενούς δεδικασμένου σε βάρος της (ΚΠολΔ 578). Όπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.6), η αγωγή ήταν μη νόμιμη, διότι τα περιστατικά που αναφέρονταν σ’ αυτήν δεν αρκούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη θεμελίωσή της στο νόμο. Και τούτο, διότι οι παροχές, που ζητούσε η ενάγουσα, προβλέπονταν από τις σχετικές διατάξεις ως αντάλλαγμα όχι της απασχόλησης των δικηγόρων ΟΤΑ πρώτου βαθμού για την παροχή των εν γένει υπηρεσιών τους, προς τις οποίες η ομοιότητα συνθηκών δεν αρκούσε για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αλλά της δέσμευσης της επαγγελματικής τους ελευθερίας και της παράλληλης νομικής κάλυψης πλειόνων πελατών. Τα περιστατικά αυτά εν προκειμένω είχαν αυτοτέλεια και έπρεπε να έχουν προβληθεί ειδικώς. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 72/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδος.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ