Legislator Case Law & Legislation
1172/2012 AI generated

1172/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1172/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1172/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4857/1930 η εγγραφή κάποιου στον κτηματολογικό πίνακα που συντάσσεται από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, πρέπει να αποδεικνύεται μόνον δια βεβαιώσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1172 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1172/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Δήμου Θεσσαλονίκης, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο αυτού, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκης και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Α. του Φ., 2. Ι. Α. του Φ. και 3. Σ. Α. του Δ .. Εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Καραγκούνης και δήλωση ότι η 1η αναιρεσίβλητη - Ε. Α. - απεβίωσε στις 22-6-2011 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες της Α. Κ. του Ι. και Μ. Κ. του Ι., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη. Επίσης ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος - Ι. Α. - απεβίωσε στις 8-4-2008 και κληρονομήθηκε από τον Σ. Α. του Δ. -ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο- ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του (Ιωάννη Καραγκούνη).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1982 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και της αρχικής διαδίκου Ά. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1536/1983 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/1987 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση να εκδικασθεί εκ νέου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξέδωσε τις 1608/1987 μη οριστική, 5051/1996 οριστική αποφάσεις και 2381/1997 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε αρχικά η 1084/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη και στη συνέχεια εξέδωσε την 17/2002 απόφαση Αρείου Πάγου η οποία αναίρεση την 2381/1997 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 752/2003 απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1092/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 752/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1381/2008 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι . Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη.

Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο κληρονόμος αυτού, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. Α., που επήλθε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 165/20/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Αθηναίων, την 22/6/2011, ήτοι μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη με τους, α) Α.

Κ. και β) Μ. Κ., ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της άνω αποβιωσάσης, θυγατέρες της, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ. 31888/7.7.2011, 12533/18.7.2011, 40854/13.7.2011 και 12291/18.7.2011 Πιστοπ. του Δημάρχου Θεσσαλονίκης του πρώτου και της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών των λοιπών, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, οι ως άνω κληρονόμοι που παρέστησαν κατά την συζήτηση, δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου, εδήλωσαν την εκ του θανάτου της ανωτέρω διαδίκου επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4857/1930 η εγγραφή κάποιου στον κτηματολογικό πίνακα που συντάσσεται από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, πρέπει να αποδεικνύεται μόνον δια βεβαιώσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3200 της 13/23.4.1955 (Α97) "περί διοικητικής αποκεντρώσεως", το οποίο, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 42 του νόμου αυτού, άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 1955, ορίσθηκαν τα εξής: (παρ. 1) "Επί σκοπώ εκπληρώσεως της εν άρθρω 99 του Συντάγματος επιταγής ο νομάρχης ασκεί αποκλειστικώς τας κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις αρμοδιότητας των Υπουργών Εσωτερικών, Εθν.

Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών, Εμπορίου, Βιομηχανίας, Συγκοινωνιών και Δημοσίων 'Εργων, Γεωργίας, Κοινωνικής Προνοίας και Εργασίας πλην των κατά τον παρόντα νόμον εξαιρουμένων. Ως υπουργικαί αρμοδιότητες νοούνται και αι αποφασιστικαί αρμοδιότητες ας ασκούν κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις οι προϊστάμενοι των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων". (παρ. 2) " Εξαιρούνται:

α) αι αρμοδιότητες επί αντικειμένων δια την ρύθμισιν των οποίων απαιτείται κοινή απόφαση πλειόνων Υπουργών. β) αι κανονιστικαί αρμοδιότητες επί αντικειμένων γενικωτέρας σημασίας, χαρακτηριζομένων εκάστοτε ως τοιούτων δια κοινής αποφάσεως του αρμοδίου των και των υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών.

γ) αι αρμοδιότητες επί αντικειμένων αφορώντων εις πλείονας νομούς. Αντικείμενα αφορώντα ομόρους νομούς, εφ' όσον δεν εμπίπτουν εις τας λοιπάς εξαιρέσεις της παρούσης παραγράφου, δύνανται να ρυθμίζωνται δια κοινών αποφάσεων των οικείων νομαρχών". Από τις παρατεθείσες διατάξεις του Ν. 3200/1955, σαφώς συνάγεται, ότι από της ισχύος της διατάξεως του άρθρου 1 του νόμου αυτού, όλες οι αρμοδιότητες του Υπουργού Γεωργίας ή του τότε Γενικού Διοικητού για την έκδοση των πάσης φύσεως διοικητικών πράξεων, βεβαιώσεων ή εκτελεστού χαρακτήρος, που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα εποικιστική νομοθεσία, όπως η βεβαίωση περί της εγγραφής αποκατασταθέντος κληρούχου στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, προβλεπομένη από την προαναφερομένη ειδική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του 4857/1930, η έκδοση παραχωρητηρίων κατά τα άρθρα 189 παρ.1, 193, 196 Αγροτικού Κώδικος, 1 και 16 ν.δ. 1189/1972, η διόρθωση των εγγραφών στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες ( ν. 478/ 1943, άρθρο 13 και 192 παρ. 2 Αγροτικού Κώδικος), έχουν μεταβιβαθεί, στα πλαίσια της δια του Ν. 3200/1955 και κατά συνταγματική επιταγή γενομένης διοικητικής αποκεντρώσεως, στις κατά τόπους Νομαρχίες, ως αποκεντρωμένες Δημόσιες Διοικητικές Αρχές (πρβλ.

και Ολ.ΣτΕ 488/75). (Ήδη δια του Ν. 2503/1997 οι αρμοδιότητες του πρώην Νομάρχου, όσον αφορά την διαχείριση της δημοσίας περιουσίας, στην οποία εμπίπτουν και οι υπό της εποικιστικής νομοθεσίας προβλεπόμενες πράξεις, έχουν μεταβιβασθεί στον Γραμματέα της Διοικήσεως, ως αποκεντρωμένη Δημόσια Διοικητική Αρχή). Επομένως, μετά την ισχύ του νόμου 3200/1955, η υπό του Νομάρχου ή του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Εποικισμού της Νομαρχίας, ως νομίμου αναπληρωτού του και υποκαταστάτου διοικητικού οργάνου, κατά τους διαγεγραμμένους υπό του νόμου τύπους, εκδιδομένη υπ' αυτών, εντός των ορίων της καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητός των ως δημοσίων λειτουργών, βεβαίωση περί της γενομένης εγγραφής κάποιου κληρούχου στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, ως δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 438, 439 και 440 του ΚΠολΔ, είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το βεβαιούμενο μ' αυτή άνω γεγονός της εγγραφής, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που συνέταξε το έγγραφο αυτό.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενος στο ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος στην ένδικη διαφορά έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και την υπ' αριθμ. 3020/31.5.1985 βεβαίωση της Διευθύνσεως Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, διά του οποίου βεβαιώνεται ότι ο άμεσος αυτών δικαιοπάροχος Φ.

Α., ως κληρούχος, είχε εγγραφεί στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, η οποία βεβαίωση, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, ως εκδοθείσα από την αμέσως ανωτέρω Διοικητική Αρχή και όχι από τον Υπουργό Γεωργίας, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 5 & 2 του Ν. 4857/1930, συνιστά μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρθμ. 18 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη ου δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από την διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά τη αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά τον χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση. Η προ της αποφάσεως αυτής διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εάν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Εφετείου, με την αναίρεση της αποφάσεως αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, είτε θα την απορρίψει, επικυρώνοντας αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, η αρχικώς ενάγουσα Ε. Α. και οι δεύτερος και τρίτος εκ των αναιρεσιβλήτων Ι. και Σ. Α., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 21/6/1982 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, δια της οποίας εζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του στην αγωγή αυτή περιγραφομένου ανταλλαξίμου ακινήτου, εμβαδού 1606,80 τ.μ., κατά ποσοστό 1/5 εξ' αδιαιρέτου έκαστος, ισχυρισθέντες ότι ο άμεσος αυτών δικαιοπάροχος Φ.

Α., εγκατασταθείς στο ακίνητο αυτό οριστικώς δυνάμει του υπ' αριθμ. 5502/1926 εγγράφου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, νεμόμενος έκτοτε αυτό και εγγραφείς στον οικείο κτηματολογικό πίνακα της γενομένης κατά το έτος 1930 διανομής γαιών του Αγροκτήματος Αμπελοκήπων, έγινε κύριος του με αριθμό 289 κληροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 2.050 τ.μ., μέρος του οποίου αποτελεί και η επίδικη έκταση, με βάση το υπ'αριθμ. .../3.7.1962 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφέν, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα άνω ποσοστά ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του ανωτέρω κληρούχου, αποδεχθέντες την κληρονομία του με τις στην αγωγή αυτή αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις που μετεγράφησαν νομίμως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 5051/ 1996 απόφαση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων εναγόμενος άσκησε την με αριθμό καταθέσεως 31Β'/1996 έφεση, διά της οποίας με λόγο εφέσεως επανέφερε τον και πρωτοδίκως προταθέντα περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ισχυρισμό, ερειδομένης επί της τακτικής χρησικτησίας.

Επί της εν λόγω εφέσεως εξεδόθη η 2381/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα το Εφετείο, με την απόφασή του αυτή, εδέχθη ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητος του εναγομένου διά της επί συνεχή δεκαετία από της 13.7.1961 και μετά ασκήσεως νομής επί του επιδίκου με καλή πίστη και νομιζόμενο τίτλο την μη συντελεσθείσα, λόγω της μη καταβολής της οφειλομένης πλήρους αποζημιώσεως, απαλλοτρίωση προς εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../1958 πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, και όχι με βάση το υπ' αριθμ. .../1959 παραχωρητήριο της ΥΔΜΚ, νομίμως μεταγραφέν.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες άσκησαν την από 23/7/2003 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η 1092/2007 απόφαση του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, διά της οποίας έγινε δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως και, ειδικότερα, γιατί, από την επισκόπηση των πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο υποβληθεισών εγγράφων προτάσεων, προκύπτει ότι αυτός, ως εναγόμενος, και προς θεμελίωση της επί της τακτικής χρησικτησίας ερειδομένης ενστάσεως ιδίας κυριότητος, επικαλέσθηκε μόνον το άνω παραχωρητήριο και την νόμιμη μεταγραφή του, δια του οποίου επωλήθη σ' αυτόν έναντι καταβολής τιμήματος το επίδικο, όχι όμως και την μη συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση, την οποία το Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεθείσα ως άνω απόφαση, έλαβε υπόψη προς στήριξη της δικανικής του κρίσεως περί της βασιμότητος της ανωτέρω ενστάσεως.

Ακολούθως το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφούμενο προς τα οριζόμενα στην ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την ιδία ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, διά της παραδοχής ότι δεν απεδείχθη η άσκηση νομής επί δεκαετία από τον αναιρεσείοντα, με βάση τον άνω τίτλο κυριότητος που αυτός επικαλέσθηκε πρωτοδίκως και στο Εφετείο (υπ' αριθμ. .../1959 παραχωρητήριο), καθώς και ότι η άσκηση νομής με νόμιμο τίτλο την μη συντελεσθείσα άνω απαλλοτρίωση, που πράγματι αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές, δεν έχει καμία έννομη σημασία, αφού δεν έγινε επίκληση αυτής ως νομιζομένου τίτλου από τον αναιρεσείοντα.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και σ' αυτήν από τον αριθμό 8α του ιδίου άρθρου και οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς αυτούς προβαλλόμενες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

ΙV. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ ορίζουσα, ότι "εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος", προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητος ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται και η συνδρομή του στοιχείου του νομίμου τίτλου, ήτοι περιστατικού παραγωγικού κατά νόμο κυριότητος, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητος για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο ή άλλο δημόσιο έγγραφο μεταβιβαστικό κατά νόμο κυριότητος,όπως και τα υπό των αρμοδίων διοικητικών οργάνων εκδιδόμενα παραχωρητήρια κατ' εφαρμογή των διατάξεων της Αγροτικής Νομοθεσίας ή και άλλων ειδικών διατάξεων, που έχουν όμως μεταγραφεί, και πρέπει να εμφανίζουν εξωτερικώς τους όρους της εγκυρότητος του τίτλου, τυχόν δε ελάττωμα, όπως και η έλλειψη της κυριότητος στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος ή άλλο ελάττωμα που κατά νόμο επάγεται την ακυρότητα της μεταβιβάσεως, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιπές αυτής προϋποθέσεις, απαιτείται δε και καλή πίστη, ήτοι πεποίθηση του νομέως, μη οφειλομένη σε βαρεία αυτού αμέλεια, ότι με βάση τον συγκεκριμένο τίτλο, διά του οποίου χρησιδεσπόζει, απέκτησε την κυριότητα επί του ακινήτου, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο αποκτήσεως της νομής, χωρίς να ενδιαφέρει η τυχόν μεταγενέστερη κακή πίστη, σύμφωνα και με την κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο κρατούσα αρχή "mala fides supervenienς non nocit".

Εάν δε ο συγκεκριμένος τίτλος, με βάση τον οποίο κάποιος χρησιδεσπόζει δεν παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του εγκύρου τίτλου, μπορεί κατά τις περιστάσεις, να υπάρχει νομιζόμενος τίτλος, κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ και υπό την προϋπόθεση ότι ο νομέας κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένως, ήτοι χωρίς βαρεία αμέλεια, υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με την ερευνηθείσα και επί της τακτικής χρησικτησίας στηριζομένη βάση της ενστάσεως ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου που προέβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων και επανέφερε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων άσκησε με βάση τον υπ' αριθμ. .../1959 τίτλο κυριότητος (παραχωρητήριο) της ΥΔΑΜΚ, που μεταγράφτηκε νόμιμα και συνιστούσε νόμιμο τίτλο, νομή επί του επιδίκου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την δεκαετία, δηλαδή από της αποβολής του κληρούχου, δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Φ.

Α., στις 13/7/1961, οπότε ο αναιρεσείων απέκτησε την νομή και μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής (2/7/1982). Αντίθετα, εδέχθη περαιτέρω το Εφετείο, ότι αποδείχθηκε, ότι ναι μεν ο προαναφερόμενος τίτλος κυριότητος που μεταγράφτηκε νόμιμα δεν έπασχε εξωτερικώς, ώστε να καθίσταται νομιζόμενος τίτλος, αλλά αποτελεί νόμιμο τίτλο ..., πλην όμως ο αναιρεσείων δεν άσκησε βάσει του τίτλου αυτού νομή επί του επιδίκου, δηλαδή δεν άσκησε υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω στο επίδικο που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, και φανερώνουν τη βούλησή του για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του επιδίκου απορρέουσα από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητάς του και έτσι να μεταχειρισθεί το επίδικο με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί ο ιδιοκτήτης του ως άνω παραχωρητηρίου.

Ειδικότερα όπως αποδείχθηκε, αλλά και ομολογείται από τον εναγόμενο με τις από 10-1-1983 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής, η αποβολή του Φ. Α. από το επίδικο ακίνητο και η εγκατάσταση σ' αυτό του εναγομένου δια της οποίας απέκτησε και την νομή του, έγινε με βάση την ασυντέλεστη απαλλοτρίωση και όχι με βάση το προαναφερόμενο παραχωρητήριο και τα εξ αυτού απορρέοντα δικαιώματά του.

Έτσι ο εναγόμενος Δήμος, γνωρίζοντας ότι ο Φ. Α. είχε την νομή του επιδίκου και καλλιεργούσε σ' αυτό φυτεία οπωροφόρων δένδρων και καλλωπιστικών φυτών και θέλοντας να αποκτήσει την νομή και κατοχή τούτου, αντί να επιδιώξει με βάση το ανωτέρω παραχωρητήριο απ' αυτό ιδιότητα του κυρίου, την προβλεπόμενη από τα άρθρα 1094-1099 ΑΚ έννομη προστασία της κυριότητάς του (π.χ.

να ασκήσει διεκδικητική αγωγή, αξίωση απόδοσης ωφελημάτων κλπ), επέλεξε να ενεργήσει με την ιδιότητα του υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση και υπόχρεου προς καταβολή αποζημίωσης, δηλαδή, ως κύριος που απέκτησε την κυριότητα του απαλλοτριουμένου ακινήτου από την απαλλοτρίωση και στα πλαίσια αυτά επεδίωξε και πέτυχε αφενός μεν, το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης για τη φυτεία, προκειμένου να θεωρηθεί συντελεσθείσα η απαλλοτρίωση και αφετέρου ασκώντας το προβλεπόμενο από την παρ.3 του άρθρου 7 του α.ν. 1731/1939 δικαίωμα της δικαστικής αποβολής του νομέα του απαλλοτριουμένου πέτυχε την αποβολή τούτου.

Συγκεκριμένα, με την από 22.4.1960 αίτησή του ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα ως άνω επικείμενα (φυτεία) του απαλλοτριουμένου επιδίκου και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 119/1960 απόφαση του ως άνω Προέδρου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα δένδρα και τα φυτά.

Ακολούθως ο εναγόμενος Δήμος παρακατέθεσε την καθορισθείσα αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκδοθέντων και των σχετικών υπ' αριθμ. 37619, 38632/1961 γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης και η κατάθεση αυτή δημοσιεύθηκε στα υπ' αριθμ. 16/13.2.61 και 32/18.3.61 φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως τεύχ. Δ'.

Ενόψει του ότι όμως, ο ως άνω νομέας του επιδίκου, Φ. Α., αρνήθηκε την παράδοση τούτου στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση εναγόμενο, άσκησε ο τελευταίος, ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, την από 12-6-1961, αίτηση με την οποία ζητούσε την αποβολή του ανωτέρω κατόχου του απαλλοτριωθέντος υπέρ αυτού ακινήτου για την εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου ρυμοτομίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 900/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά παραδοχή της σχετικής αιτήσεως του εναγομένου Δήμου, διατάχθηκε η αποβολή του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγόντων από το αναγκαστικώς απαλλοτριωθέν ακίνητο. Εις εκτέλεση δε της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος απέβαλλε τον Φ.

Α. από το επίδικο ακίνητο, συντασσομένης προς τούτο και της υπ' αριθ. .../13.7.1961 εκθέσεως βιαίας αποβολής του δικαστικού κλητήρος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και εγκαταστάθηκε ο ίδιος, αποκτώντας με τον τρόπο αυτό τη νομή και κατοχή του επιδίκου. Στη συνέχεια δε ο εναγόμενος Δήμος διαμόρφωσε το επίδικο μαζί με τις όμορες απαλλοτριούμενες εκτάσεις σε πλατεία με κήπο και τις οδούς ..., ...

και ... . Υπό αυτά λοιπόν τα περιστατικά, δεν μπορεί εν προκειμένω να γίνει λόγος και περί συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια αυτής, αναφορικά με τον προαναφερόμενο υπ'α ριθμ. .../1959 τίτλο κυριότητας (παραχωρητήριο) της ΥΔΑΜΚ, καθόσον, η ύπαρξη ή μη του στοιχείου αυτού κατά τον ως άνω χρόνο κτήσεως της νομής (13.7.1961) δεν αφορούσε τον τίτλο αυτόν, αλλά την ασυντέλεστη απαλλοτρίωση με βάση την οποία απέκτησε την νομή και έτσι, η υπάρχουσα ή μη πεποίθηση του εναγομένου περί αποκτήσεως της κυριότητας, αναγόταν στην απαλλοτρίωση και όχι στον ανωτέρω υπ' αρ. .../1959 τίτλο κυριότητας (παραχωρητήρια) της ΥΔΑΜΚ, τον οποίο εναγόμενος αβασίμως επικαλείται, ως νόμιμο τίτλο, για τη θεμελίωση της ενστάσεως του ιδία κυριότητας με τακτική χρησικτησία.

Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο και, έτσι, όπως έκρινε, με το να απορρίψει την υπό του αναιρεσείοντος ένσταση ιδίας κυριότητος, ερειδομένη επί της τακτικής χρησικτησίας, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, ούτε και παρεβίασε ευθέως τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε, του Εφετείου δεχομένου, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος, δεν χρησιδέσποσε το επίδικο με βάση τον υπ' αυτού επικαλεσθέντα, προς θεμελίωση της υπ' αυτού προταθείσης άνω ενστάσεως, τίτλο κυριότητος, ήτοι το υπ' αριθμ. .../16.10.1959 παραχωρητήριο ( πωλητήριο), νομίμως μεταγραφέν, αλλά με βάση την μη συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση προς εφαρμογή του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου Θεσσαλονίκης, την οποία, όμως, όπως ελέχθη,δεν είχε επικαλεσθεί.

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενες με τους δεύτερο και τέταρτο, αντιστοίχως, λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω η στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανομένη αιτίαση, ότι το Εφετείο έπρεπε να κρίνει ως υφισταμένη την ύπαρξη καλής πίστεως, διότι η ύπαρξή της προέκυπτε από τα αποδεικτικά στοιχεία, απαραδέκτως προβάλλεται, ως πλήττουσα την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, παρεκτός του ότι ερείδεται και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο εστήριξε την περί της αβασιμότητος της ανωτέρω ενστάσεως δικανική του κρίση στην ανυπαρξία χρησιδεσποτείας με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο κυριότητος (παραχωρητήριο) και όχι στην έλλειψη καλής πίστεως, αναφορικώς με τον συγκεκριμένο αυτό τίτλο, η ύπαρξη δε καλής πίστεως, συναρτωμένης με τον τίτλο αυτό, προϋποθέτει την κατάφαση περί της νομής με βάση αυτόν.

Η δε προβαλλομένη με τον τέταρτο λόγο αιτίαση περί υπάρξεως αντιφατικότητος στην προσβαλλομένη απόφαση, συνισταμένης στο ότι, καίτοι το Εφετείο εδέχθη την υπό του αναιρεσείοντος άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου από της 13/7/1961 και μετά επί συνεχή δεκαετία, εντούτοις, στην συνέχεια, έκρινε αποφατικώς περί της βασιμότητος της ανωτέρω ενστάσεως, είναι απορριπτέα ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, το Εφετείο εδέχθη την μη ύπαρξη νομής με βάση το άνω παραχωρητήριο, η δε παραδοχή περί υπάρξεως νομής με βάση την μη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση, ήταν άνευ εννόμου επιρροής.

V. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτό, εκ της εν λόγω δε συνεκτιμήσεως άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του προαναφερομένου δημοσίου εγγράφου, ήτοι της 3020/31.5.1985 βεβαιώσεως της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ήχθη στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητος του αναιρεσείοντος. Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το ανωτέρω έγγραφο ως προς ολόκληρο το περιεχόμενό του, πλην όμως, συνεκτιμώντάς το με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μη στηριζόμενο κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς την κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου, από εκείνο που αυτός θεωρεί ως ορθό. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ως άνω αναιρετικός λόγος (πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/10/2008 αίτηση του Δήμου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της 1381/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσιβλήτου Ε. Α. και του τρίτου αναιρεσιβλήτου Σ. Α. εξ εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ