1172/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστελλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-5-2008 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1172/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1172 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1172/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Σ. του Π. και 2. Σ. συζ. Ν. Σ. το γένος Κ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κράγκαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Θ. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστελλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-5-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ Ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίoς ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα /δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι κύριοι όμορων ακινήτων τα οποία βρίσκονται στη θέση ... του οικισμού ... του Δήμου ... και ειδικότερα ο πρώτος εκκαλών είναι κύριος ενός οικοπέδου επιφανείας 41,57 τμ, εντός του οποίου υφίσταται ισόγειο παλιό κτίσμα που καλύπτει όλο το οικόπεδο, και το οποίο (οικόπεδο) συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησίες των Ι.
Μ., Σ. Σ., Π. Κ., με κοινή διάβαση πλάτους μέτρων τριών και πέραν από αυτήν με ιδιοκτησία της Χ. Σ. και με δημοτικό δρόμο πλάτους 4.50. Το ακίνητο αυτό απέκτησε δυνάμει του με αριθμ. .../21.06.1999 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστελλίου στον τόμο ...
με αυξ. αριθμ. 102.441. Η δεύτερη εκκαλούσα είναι κυρία ενός οικοπέδου, ευρισκομένου στην ίδια τοποθεσία, επιφανείας 51 τμ, εντός του οποίου υπάρχει παλαιά οικία, επιφανείας 40 τμ, και συνορεύει Βόρεια με διάβαση, Νότια με ιδιοκτησία Μ., Ανατολικά με δημοτικό δρόμο και Δυτικά με ιδιοκτησία πρώτου εκκαλούντος, Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου με τη με αριθμ. .../1993 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κάβουρα Καϊάφα, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστελλίου στον τόμο ...
με αυξ. αριθμ. 98584, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου με το με αριθμ. .../1993 συμβόλαιο γονικής παροχής της ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένο, στον ίδιο τόμο των προαναφερόμενων βιβλίων με αυξ. αριθμ. 98585 και, τέλος, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου με το με αριθμ. .../1993 δωρητήριο συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένο στον ίδιο τόμο των προαναφερόμενων βιβλίων με αυξ.
Αριθ 98586. Εξάλλου, η εφεσίβλητη έχει στην ίδια τοποθεσία στην κυριότητα της ακίνητο (οικόπεδο) επιφανείας 205 τμ, επί του οποίου υφίσταται παλαιά οικία, και συνορεύει Νότια με ιδιοκτησία Ι. Μ., Βόρεια με ιδιοκτησία Χ. συζ. Ν. Σ., Δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και Ανατολικά με ιδιοκτησία πρώτου εκκαλούντος και εν μέρει με διάβαση πλάτους 3,15 μ.
Στην κυριότητά της περιήλθε με παράγωγο τρόπο δυνάμει των με αριθμ. .../01.02.1975 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καστελλίου Εμμανουήλ Τσιριγωτάκη, του με αριθμ. .../15.09.1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του με αριθμ. 2/29.12.1995 δωρητηρίου συμβολαίου και του με αριθμ. .../30.12.1998 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καστελλίου Αικατερίνης Μαρνελάκη-Στεφανάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα.
Τα προαναφερόμενα ακίνητα των αποτελούσαν παλαιότερα μια ενιαία ιδιοκτησία ανήκουσα στον Α. Μ.. Το έτος 1932, ο τελευταίος μεταβίβασε με το με αριθμ. .../1932 δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καστελλίου Εμμανουήλ Ιδομενέως, νομίμως μεταγεγραμμένο ,στη θυγατέρα του Αικατερίνη, μητέρα της εφεσίβλητης, το δυτικό τμήμα του όλου ακινήτου, επειδή όμως δεν είχε επικοινωνία με το δρόμο, παραχώρησε άτυπα τη χρήση της επίδικης διάβασης ("δια της βόρειας αυλής της οικίας του δωρητού"), προκειμένου το ως άνω ακίνητο να επικοινωνεί με το δρόμο.
Ειδικότερα, το ακίνητο της εφεσίβλητης έχει μοναδική είσοδο από τον ευρισκόμενο ανατολικά δημοτικό δρόμο μέσω μιας διαβάσεως πλάτους 3,15 μ. και μήκους 13 μ., συνολικής έκτασης 40 τμ., συνορευόμενης ανατολικά με το δημοτικό δρόμο, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Σ., νότια με ιδιοκτησία εκκαλούντων και δυτικά με ιδιοκτησία εφεσίβλητης.
Η διάβαση αυτή ανήκει στη συγκυριότητα όλων των διαδόχων του απώτερου δικαιοπαρόχου των διάδικων Α. Μ., ο οποίος αργότερα, κατά το έτος 1934, μοίρασε σε δύο τμήματα το εναπομείναν ακίνητό του και τα μεταβίβασε με το με αριθμ. .../1934 συμβόλαιο δωρεάς στις δυο θυγατέρες τους, Μ. Δ. και Κ. Δ., δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, ορίζοντας παράλληλα, ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα θα είχαν "δικαίωμα εισόδου και εξόδου εκ της αφημένης λωρίδας εκ της βόρειας πλευράς".
Άπαντες οι διάδικοι, που απέκτησαν τα προαναφερθέντα ακίνητα τους από τους διαδόχους του ως άνω απώτερου δικαιοπαρόχου, απέκτησαν συγχρόνως και τη συγκυριότητα στη διάβαση που άφησε ο τελευταίος στην κοινή χρήση, κι έκτοτε τη νέμονται και την κατέχουν, χρησιμοποιώντας αυτή συνεχώς κι αδιαλείπτως διάνοια συγκυρίου, όπως και οι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1934, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (προσμετρούμενου στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους) και συνεπώς έχουν αποκτήσει συγκυριότητα επ' αυτής με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας.
Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι το μήκος της επίδικης διάβασης είναι 13 μέτρα και όχι 20, ως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, η δε έκταση της αυτή έχει αναγνωρισθεί από τις με αριθμ. 8/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καστελλίου, 214/5268/765/2003 και 107/5269/766/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ενώ και οι ίδιοι οι εκκαλούντες ομολόγησαν με δήλωση τους που καταχωρήθηκε στα με αριθμό 8/2001 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Καστελλίου το δικαίωμα χρήσης της εφεσίβλητης επί της επίδικης διάβασης έτσι όπως αυτή περιγράφηκε στην από 10.07.2000 αγωγή της εφεσίβλητης (αριθμ.
κατάθεσης 58) ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, δηλαδή ως έχουσα μήκος 13 μέτρων. Άλλωστε, δεν υφίσταται λόγος που να δικαιολογεί την ύπαρξη κοινόχρηστης διάβασης για τους εκκαλούντες πέραν των δεκατριών μέτρων (σε μήκος), αφού οι ιδιοκτησίες τους εκτείνονται έως εκεί, η επέκταση δε της διάβασης (δηλαδή δυτικότερα της ιδιοκτησίας του πρώτου εκκαλούντος) καταλήγει στην πόρτα εισόδου της εφεσίβλητης και όχι σε κάποιο δρόμο.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη-εφεσίβλητη δεν παρεμποδίζει τους ενάγοντες-εκκαλούντες στη χρήση της κοινόχρηστης διόδου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων-εκκαλούντων, ο οποίος ανέφερε ότι "όλη η φασαρία γίνεται για το νερό" και ότι έχει ακούσει από τον ενάγοντα ότι η εναγόμενη θέλει να κλείσει τη διάβαση, ο ίδιος όμως (ο μάρτυρας) δεν έχει ακούσει την εναγόμενη να λέει κάτι τέτοιο.
Προσθέτει ακόμα ότι δε γνωρίζει αν η εναγομένη έχει παρκάρει αυτοκίνητο στο χώρο αυτό, αναφορικά δε με το φρεάτιο (αποχετευτικός υπόγειος αγωγός) που υπάρχει στην κοινόχρηστη διάβαση ότι η εφεσίβλητη δεν μπορεί να το κλείσει. Ωστόσο, για το ως άνω φρεάτιο έχει ήδη εκδοθεί η με αριθμ. 214/5268/765/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία υποχρέωνε τους εκκαλούντες να επιχώσουν το εν λόγω κατασκεύασμα, καθώς η διάνοιξη του έγινε κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων.
Κατά της απόφασης δε αυτής οι εκκαλούντες άσκησαν την με αριθμ. 790/24.09.2003 έφεση, από το δικόγραφο ωστόσο της οποίας παραιτήθηκαν (βλ. το με αριθμ. πρακτ. 131/2005 Πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου Κρήτης της 22ας Μαρτίου 2005). Η μάρτυρας δε της εναγομένης - εφεσίβλητης κατέθεσε ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε εκ μέρους της τελευταίας το δικαίωμα των εκκαλούντων να περνούν από τη διάβαση, ο χώρος δε που τοποθετεί τις γλάστρες με τα λουλούδια της είναι η αυλή της, όσον αφορά δε τη στάθμευση του αυτοκινήτου διευκρίνισε ότι ο σύζυγος της εφεσίβλητης δεν παρκάρει το αυτοκίνητο στη διάβαση, αλλά απλώς μπαίνει και ξεφορτώνει.
Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η εφεσίβλητη ουδέποτε παρεμπόδισε τους εκκαλούντες να χρησιμοποιούν τη διάβαση, οι δε ενέργειες στις οποίες αυτή προβαίνει (τοποθέτηση γλαστρών, στάθμευση του οχήματος της προκειμένου να ξεφορτώσει πράγματα) και για τις οποίες οι εκκαλούντες διαμαρτύρονται, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ως παρανόμως ασκηθείσες, αλλά αντιθέτως έχει δικαίωμα να προβαίνει σε αυτές ως συγκυρία της διάβασης".
Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία αυτοί ζητούσαν να ρυθμιστεί η χρήση κοινόχρηστης διόδου πλάτους 3μ και μήκους 20μ, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεσή τους κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει ομοία κρίση.
Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί κατ' ορθή εκτίμηση του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι " η αφεθείσα από τον αρχικό ιδιοκτήτη του όλου ακινήτου Α. Μ. κοινόχρηστη δίοδος έχει μήκος 13 μέτρα και καταλήγει στην ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης, ενώ από το συμβόλαιο αυτό, το υπ' αριθμόν .../1934 του συμβολαιογράφου Καστελλίου Γρηγορίου Παπαδάκη, προκύπτει ότι η διάβαση κατέληγε στην κοινοτική οδό και είχε 20 μέτρα μήκος, προκειμένου να εξυπηρετεί όλα τα επί μέρους μεταγενεστέρως δημιουργηθέντα ακίνητα (οικόπεδα), μεταξύ των οποίων και τα δύο δικά μας", παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μη προσφύγει σ' αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων στο .../1934 συμβόλαιο σε σχέση με την επίδικη κοινόχρηστη διάβαση.
II. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Εξάλλου για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Επίσης πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όπου η επικαλούμενη παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι " η αφεθείσα κατά τα άνω και από το έτος 1934 χρησιμοποιούμενη κοινόχρηστη δίοδος καταλήγει στη θύρα της οικίας της αναιρεσίβλητης και το προ αυτής τμήμα της διόδου αποτελεί την αυλή της οικίας της και ότι το μήκος της διάβασης είναι 13 μέτρα", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος όμως αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2008 αίτηση των Ν. Σ. κ.λ.π για αναίρεση της 341/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ