Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding court's refusal to examine secondary claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decisions. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for rejecting their claims, but the court found this argument unfounded. The court ruled that the lower court properly dismissed the main claim and the secondary claims based on unjust enrichment and tort without needing to examine them further, thus the appeal lacked legal merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of legal basis is inadmissible if the court of first instance merely rejected the claim without examining secondary claims, as the appeal requires a finding that the court's decision lacks legal foundation regarding the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1172 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1172/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΥΓΕΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Δρόλια και Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3767/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 9058/1999 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς επανεκδίκαση. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5201/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3-3-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1006/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 5201/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4378/2005 του Εφετείου Αθηνών, 6428/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 788/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων 4378/2005 και 788/2007 του Εφετείου Αθηνών αμφότερες, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 31-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά της 4378/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 32/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, η ένδικη από 20-12-1996 αγωγή του αναιρεσείοντος αφενός μεν απορρίφθηκε κατά την κύρια αυτής βάση, που στηριζόταν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφετέρου δε παραπέμφθηκε για εκδίκασή της κατά τις λοιπές επικουρικές βάσεις της, τις στηριζόμενες σε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, σε αδικοπραξία και σε αδικαιολόγητο πλουτισμό στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον.
Όμως στην αίτηση αυτήν αναιρέσεως, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως που να αφορά πλημμέλεια της αμέσως πιο πάνω εφετειακής αποφάσεως και συγκεκριμένα λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αμφότεροι οι μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο αναφέρονται όπως από αυτό προκύπτει, αποκλειστικά και μόνο στην πρώτη προσβαλλόμενη 788/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Εφετείου, που αφορά την ίδια μεν ένδικη αγωγή, αλλά μόνον το μέρος της εκείνο που αναφέρεται στις ως άνω επικουρικές βάσεις της, προς εκδίκαση των οποίων η υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, είχε παραπεμφθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστήριο.
Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται κατά της 4378/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.-
ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 43/1990).
Εξάλλου, για την ίδρυση του από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, εξαιτίας της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απαιτείται νόμιμη επίκληση και προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη.
Η επίκληση αυτή γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός της κατά τα πιο πάνω νόμιμης επικλήσεως και προσκομίσεως του αποδεικτικού μέσου, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και δη με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να μνημονεύεται στο αναιρετήριο.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ως τέτοιο δε νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ ΑΠ 963/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 788/2007 απόφασή του απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 6428/2005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο λόγο εκείνος παραπονούνταν ότι εσφαλμένως το τελευταίο δικαστήριο δεν εξέτασε μάρτυρα ανταποδείξεως, που ο ίδιος (αναιρεσείων), κατά το λόγο αυτόν εφέσεως, είχε προτείνει για εξέταση στο πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο, επειδή, όπως δέχτηκε, "με το λόγο της έφεσής του δεν υπέβαλε αίτημα εξέτασης μάρτυρα που δεν εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο". 'Ηδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει και δη ως απαράδεκτο τον αμέσως πιο πάνω (πρώτο) λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαράδεκτου.
Όμως, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο ως άνω (πρώτος) λόγος της εφέσεως του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε στην πραγματικότητα όχι ως απαράδεκτος με την προεκτεθείσα πιο πάνω έννοια, αλλά ως αβάσιμος, ακριβώς διότι, ενώ κατά τα άρθρα 529 παρ. 1,671 παρ. 1 και 674 παρ. 2 στην κατ' έφεση δίκη υπήρχε η δυνατότητα και η ευχέρεια, μετά την παραδοχή του λόγου αυτού της έφεσης, να εξεταστεί στην ίδια δικάσιμο ο μάρτυρας ανταπόδειξης που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοδικείο, κατά τη σαφή παραδοχή του Εφετείου δεν υποβλήθηκε αίτημα εξετάσεως του εν λόγω μάρτυρα που φέρεται εσφαλμένα να μην εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 'Ετσι δεν συνέτρεξαν εδώ στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενης πλημμέλειας της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου.
Συνεπώς, ο αμέσως πιο πάνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί για την αιτία αυτήν ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη παραπάνω προϋπόθεση ότι ο λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, αν εκτιμηθεί ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ (βλ.
σχ. Ολ. ΑΠ 487/1982) πρέπει και πάλι σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του και μάλιστα με τις προτάσεις που αυτός υπέβαλε στο Εφετείο κατά την εν λόγω συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η ως άνω 788/2007 προσβαλλόμενη απόφασή του, το προαναφερόμενο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, ζητώντας συγχρόνως την εξέταση του προτεινόμενου από αυτόν μάρτυρα για απόδειξη των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών του και για ανταπόδειξη αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του.
Σε κάθε περαιτέρω περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως (ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφασή του, αυτός, παρά τους εδώ αντίθετους πλην αβάσιμους ισχυρισμούς του, δεν ζήτησε την εξέταση του προτεινόμενου από αυτόν μάρτυρα για απόδειξη των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών του και για ανταπόδειξη αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του.-
ΙΙΙ.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να καταρτίστηκε είτε από το όργανο που διοικεί αυτό, ενεργώντας εντός των ορίων της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού αυτού, είτε από άλλο ή άλλα φυσικά πρόσωπα, στα οποία παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο του νομικού προσώπου που το διοικεί.
Ειδικότερα, τα ίδια ισχύουν, κατά τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 αναφορικά με την ανώνυμη εταιρεία. 'Ετσι, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, εκείνος μεν που επικαλείται τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίστηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη για τη κατάρτιση αυτήν της συμβάσεως βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο με το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο, για να καταστεί έτσι δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ως άνω εφέσεως και των επ' αυτής προτάσεων του αναιρεσείοντος, αυτός ουδόλως αμφισβήτησε το κύρος των αναφερόμενων συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στις οποίες στηριζόταν η ένδικη αγωγή τούτου ( αναιρεσείοντος) κατά την πρώτη επικουρική βάση της, τις οποίες το Εφετείο δέχτηκε ότι καταρτίστηκαν μεταξύ του ίδιου (αναιρεσείοντος) και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως της τελευταίας.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του αυτό με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 788/2007 απόφασή του δέχτηκε κατάρτιση των αμέσως πιο πάνω συμβάσεων χωρίς καθορισμό εκείνου του φυσικού προσώπου που εκπροσώπησε την ήδη αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και άρα τη απόφασή του αυτή κατέστη αναιρετέα λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι τάχα αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) η νόμιμη κατάρτιση των συμβάσεων αυτών λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, πράγμα όμως που, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει γίνει.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ,), δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βασίμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λ.π.
είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα ελέγχεται μόνο ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς, ο ίδιος (δεύτερος και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, επίσης από την ίδια διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην ίδια 788/2007 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως αναφορικά με τις λοιπές, δεύτερη και τρίτη επικουρικές βάσεις, τις στηριζόμενες, αντίστοιχα, σε αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απλώς έκρινε αφενός ως νομικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της τη στηριζόμενη σε αδικοπραξία, και αφετέρου ως αόριστη την ίδια αγωγή κατά την τρίτη επικουρική βάση της, τη στηριζόμενη σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, με βάση εκείνα που εκτίθενται σ' αυτήν, χωρίς να εισέλθει σε περαιτέρω κατ' ουσίαν έρευνά της και στη συνέχεια να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τις εν λόγω (2η και 3η) επικουρικές βάσεις της αγωγής αυτής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση των 788/2007 και 4378/2005 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.- Και
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ