Legislator Case Law & Legislation
1172/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court ruling on collective agreement application to individual contracts.

Case Number 1172/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid allowances for a period covered by a specific collective agreement. The workers argued that more favorable terms from a national collective agreement should override the hospital's internal rules, while the lower court ruled that the hospital's specific collective agreement governed their employment relationship. The court found the lower court violated multiple statutory provisions by failing to apply the principle of favoring employees, thereby overturning the final judgment and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7(2) of Law 1876/1990; Article 6(2) of Law 1397/1983; Article 8(1) of Law 1198/1972; Article 16(1) of Decree 410/1988; Article 2 of Decree 305/1983; Article 17(2) and (3) of the Hospital Organization: Where multiple legal sources regulate an employment relationship, the principle of favoring employees requires that more favorable terms in individual contracts or applicable collective agreements prevail over less favorable internal regulations.

Keywords

AI generated
labor law collective agreement favorable terms employment contract appeal procedure statutory provisions remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 7(2) of Law 1876/1990
Article 6(2) of Law 1397/1983
Article 8(1) of Law 1198/1972
Article 16(1) of Decree 410/1988
Article 2 of Decree 305/1983
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Article 17(2) and (3) of the Hospital Organization
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1172 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1172/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ......., 2) ......, 3) ..... και 4)......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1615/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8435/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 361 Α. Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α. Κ., την οποία αρχή προβλέπει τώρα η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Αυτό, διότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το εθνικό σύστημα υγείας (Ε.Σ.Υ.), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7.10.1983) ως υπηρεσίες ν.π.δ.δ.

και ασφαλιστικών οργανισμών ή ν.π.ι.δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ν.π.δ.δ., μετατρέπονται, μέσα σ' ένα χρόνο από τη δημοσίευση του ίδιου αυτού νόμου, σε ν.π.δ.δ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 ή συγχωνεύονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του νομοθετικού διατάγματος.

Σε περίπτωση μη μετατροπής ή μη συγχώνευσής τους σε ν.π.δ.δ., γίνονται ν.π.ι.δ. και διακόπτεται η επιχορήγησή τους. Το προσωπικό, πλην του ιατρικού, που υπηρετεί στις μονάδες αυτές που μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ. ύστερα από αίτησή του εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστωνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.

Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις oπoίες υπηρετούσε και στη μονάδα που μετατράπηκε, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οπoιoδήπoτε τρόπο. Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπoνται απ' αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυσαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής.

Tο ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου αυτού νόμου 2071/1992. Με το Π.Δ. 305/5-8-1983 (ΦΕΚ Α΄ 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και ν. 1397/1983, ενώ με την Α3β/οικ. 13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β΄ 642/11-10-1990) εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του νοσοκομείου αυτού, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 131 ν. 2071/1992), και μετονομάστηκε, φέροντας έκτοτε την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Κατά το άρθρο 2 του άνω Π.Δ., το προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του Δ/τος αυτού στο αναιρεσίβλητο εξακολουθεί να υπηρετεί σ' αυτό με την ίδια σχέση εργασίας και μετά την κατά το προηγούμενο άρθρο υπαγωγή του στις διατάξεις του ν.δ. 2592/53, μέχρι κατάρτισης του νέου οργανισμού του, που με τις διατάξεις του θα καθοριστεί η υπηρεσιακή του κατάσταση, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του πιο πάνω νέου οργανισμού, το προσωπικό που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις αυτού (οργανισμού) εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1998 οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν. Π.Δ.Δ. που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972, όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του.

Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, ορίστηκε (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής), ότι επεκτείνονται στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 , στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι μέλη σωματείων τα οποία ανήκουν στην πανελλήνια oμoσπoνδία εργαζομένων δημοσίων νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), οι οποίοι και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια με βάση τα τυπικά προσόντα πρόσληψής τους, ενώ το άρθρο 9 της ως άνω ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται (Ολ.

AΠ 1/2007, 26/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Οι αναιρεσείοντες οι οποίοι είναι ηλεκτροτεχνίτες, εφοδιασμένοι με άδειες του Ν. 6422/1934 και των σχετικών διαταγμάτων, προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, όταν το τελευταίο λειτουργούσε ακόμη ως ΝΠΙΔ, την 8-12-1974 ο πρώτος, την 1-4-1983 ο δεύτερος, την 23-3-1983 ο τρίτος και στις 22-9-1981 ο τέταρτος, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου για τις ανάγκες των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του νοσοκομείου του αναιρεσιβλήτου.

Η αμοιβή τους συμφωνήθηκε να καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των ισχυουσών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή Διαιτητικών Αποφάσεων "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, οικοδομών κ.λ.π. όλης της Χώρας". Μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. 305/1983, με το οποίο το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε ΝΠΔΔ, και την έναρξη ισχύος του οργανισμού του, στις 18-3-1987, οι αναιρεσείοντες δεν εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, αλλά παρέμειναν σε προσωρινές θέσεις εργαζόμενοι με τις ίδιες προϋποθέσεις και δη με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου.

Όμως, όπως περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο, με τις τελεσίδικες αποφάσεις υπ' αριθμούς 6131/1993, 5852/1994, 6438/1995, 56/1996, 1725/1997, 6643/2000 και 1376/2004 του ίδιου Εφετείου, οι οποίες εκδόθηκαν επί προηγούμενων αγωγών των αναιρεσειόντων για επιδίκαση σ' αυτούς μισθολογικών διαφορών από τη μη καταβολή Α.Τ.Α. για προηγούμενους του επίδικου χρονικού διαστήματος χρόνους, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας καθενός από τους αναιρεσείοντες διέπεται από τις Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της Χώρας και επιδικάστηκαν σ' αυτούς διαφορές αποδοχών με βάση τις τελευταίες αυτές Σ.Σ.E. και Δ.Α. που ίσχυαν μέχρι 31-12-1997. Δέχτηκε όμως ότι από τις αμέσως πιο πάνω αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο, κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, που να καλύπτει και την ένδικη υπόθεση, η οποία έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, αφού αφορά αξίωση των αναιρεσειόντων για καταβολή σ' αυτούς μισθολογικών διαφορών αποδοχών λόγω μη καταβολής Α.Τ.Α.

για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2001, δηλαδή κατά χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυε η Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και έτσι είχε ήδη επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που ρύθμιζε τα των αποδοχών των αναιρεσειόντων. Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι οι αποδοχές των αναιρεσειόντων ρυθμίζονται από τις διατάξεις της τελευταίας αυτής Σ.Σ.Ε.

και όχι τις διατάξεις των Σ.Σ.Α. και Δ.Α. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της Χώρας, παρότι αυτές περιείχαν ευνοϊκότερους όρους αμοιβής για τους ίδιους και είχε συμφωνηθεί η εφαρμογή τους με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας που συνήψαν κατά την πρόσληψή τους με το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή τους για καταβολή της Α.Τ.Α. του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 έως 31-12-2001. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με το να δεχτεί, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ότι η σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου) μεταξύ των αναιρεσειόντων (ως εργαζομένων) και του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου (ως εργοδότη) διέπεται αποκλειστικά και μόνο από τους συμβατικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ και όχι από τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της Χώρας", οι οποίες περιείχαν διαφορετική από τη πρώτη Σ.Σ.Ε. (της ΠΟΕΔΗΝ) ρύθμιση για την Α.Τ.Α., παραβίασε τις διατάξεις α) του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, β) του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 131 του ν. 2071/1992, αλλά επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου, γ) του άρθρου 8 παρ. 1 του ν.δ. 1198/1972, δ) του άρθρου 16 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, ε) του άρθρου 2 του π.δ. 305/1983 και στ) του άρθρου 17 παρ. 2 και 3 του νέου Οργανισμού του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ενιαίως κρινόμενοι πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 8435/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ