Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding property acquisition via long-term use.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiff's property claim. The plaintiff argued she acquired ownership through long-term use, but the court found her absence from 2002 to 2015 due to health issues and lack of permanent structures did not constitute abandonment of rights. The court ruled that the lower court correctly applied the law regarding the acquisition of ownership through long-term use without requiring abandonment of the right to sue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 1033, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code; Article 1045 of the Civil Code; Article 281 of the Code of Civil Procedure: Long-term use of property does not automatically result in ownership acquisition if the user has not abandoned their right to sue or if the property has not been developed with permanent structures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1171 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1171/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με ΑΦΜ: ... ΔΟΥ ΦΑΕ ΠΕΙΡΑΙΑ, που εδρεύει στο Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής, επί της οδού 28ης Οκτωβρίου 46, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μερσίνη Δαδήρα, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ.-Δ. Μ. του Χ. και Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Κωφό, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1920/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Α' Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. Ι. Με την κρινόμενη από 01-12-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 1920/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-09-2020 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 221/2020, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε δεκτή η 19-08-2019 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 04-11-2022 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα μέχρι την κατάθεση αυτής στις 01-12-2022 στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 571/2023). [2] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία.
Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 793/2021). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος.
Καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος (ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 234/2020). Αναγκαίο στοιχείο για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και ο νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος.
Ο Αστικός Κώδικας δεν προσδιορίζει εννοιολογικά τον νόμιμο τίτλο όπως συμβαίνει με την έννοια του νομιζόμενου τίτλου στο άρθρο 1043 παρ. 2 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι "στα ακίνητα δεν υπάρχει νομιζόμενος τίτλος χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται". Έτσι, νόμιμος τίτλος είναι οποιοσδήποτε τρόπος κτήσης κυριότητος, είτε πρωτότυπος είτε παράγωγος, ο οποίος έχει εξωτερικώς όλα τα στοιχεία του έγκυρου τίτλου, έστω και αν φέρει ελάττωμα που εμποδίζει κατά νόμο (1033 ΑΚ) την κτήση κυριότητος με βάση τον τίτλο.
Τέτοιο ελάττωμα, που εμποδίζει την κτήση με τον τίτλο και καλύπτεται από την χρησικτησία, είναι και η έλλειψη κυριότητος (ολική ή μερική) εκείνου που μεταβιβάζει κάποιο ακίνητο (ΑΠ 2073/2022, ΑΠ 917/2015, ΑΠ 1361/2007). Νομιζόμενος τίτλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, είναι εκείνος, ο οποίος, κατά την πεποίθηση του νομέα, που δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, υπολαμβάνεται από αυτόν ότι υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα ουδόλως υπήρξε.
Συνεπώς, στην περίπτωση του νομιζομένου τίτλου, απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος.
Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, υπολαμβάνει ότι ο τίτλος του καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτή που του πωλήθηκε ή συνεχόμενο ακίνητο (ΑΠ 235/2020, ΑΠ 164/2014, ΑΠ 616/2013). Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 - 978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 1082/2019).
H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 1400/2022). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθμ 15232/31.7.2019 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε λόγω κληρονομικής διαδοχής από τη μητέρα της Α. Χ. Μ. το γένος Χ. Σ., η οποία απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 21-8-2018, την κυριότητα ενός αγροτικού ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της άλλοτε Κοινότητας ... του Νομού Χαλκιδικής και ήδη της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας Παλλήνης, του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής και ειδικότερα έναν αγρό μετά 10 ελαιοδένδρων, εκτάσεως 2.055 τ μ., όπως εμφαίνεται στο από Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.
Κ., υπό τα χαρακτηριστικά στοιχεία περιμέτρου Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α Η ανωτέρω δικαιοπάροχος της ενάγουσας απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το ανωτέρω ακίνητο, λόγω αγοράς, δυνάμει του υπ' αριθμ ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ι. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα, κατ' ισομοιρία, από τους Α.
Σ. και Α. Σ., στους ανωτέρω δε είχε περιέλθει το έτος 1950 κατά νομή με άτυπη αγορά από τους αδελφούς Μ.. Το εν λόγω ακίνητο, κατά τον τίτλο κτήσεως της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο), όπως εμφαίνεται στο συνοδεύον αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα του Δασαρχείου Κασσάνδρας, αλλά και κατά το από Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Κ., συνορεύει Βορειοανατολικά με δημόσια δασική έκταση, επί πλευρών του διαγράμματος Β-Γ, μέτρων γραμμικών 21,76 μήκους, Γ-Δ, μέτρων γραμμικών 30.40 μήκους και Δ-Ε μέτρων γραμμικών 18,57 μήκους, Νοτιοανατολικά, με αγρό ιδιοκτησίας Χ. και Ε. Π. και ήδη της εναγομένης, επί πλευράς μέτρων γραμμικών 20,32 μήκους (πλευράς διαγράμματος Ε-Ζ), Νοτιοδυτικά επίσης με αγρό ιδιοκτησίας Χ.
και Ε. Π. και ήδη της εναγομένης, επί πλευρών του διαγράμματος Ζ-Η μέτρων γραμμικών 13,64 μήκους, Η-Θ, μέτρων γραμμικών 17,91 μήκους και Θ-Α μέτρων γραμμικών 37,17 μήκους και Βορειοδυπκά με αγρό ιδιοκτησίας Ηλία Φιλόπουλου και εν μέρει με δημόσια δασική έκταση, επί πλευράς μέτρων γραμμικών 23,23 μήκους (πλευράς Α-Β).
Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, ήδη αναιρεσείουσα, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου σύστασης, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας, απέκτησε λόγω εισφοράς από τους ιδρυτές της Γ. και Σ. Μ., έναν όμορο με το προηγούμενο ακίνητο αγρό, εμβαδού 29.663 τ.μ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας.
Ο ανωτέρω αγρός περιήλθε στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους της εναγόμενης, δυνάμει του υπ' αριθμ 31930/21-3-1988 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Ι. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, από τους πωλητές Χρήστο και Ε. Π., στους οποίους είχε περιέλθει εξ αδιαιρέτου, αφενός κατά ποσοστό 10/12 από κληρονομιά της μητρός τους Σ.
Π., δυνάμει της υπ' αριθμ 9697/1974 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και αφετέρου, κατά ποσοστό 2/12, δυνάμει της υπ' αριθμ 9698/1974 πράξης ανταλλαγής του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην πιο πάνω απώτερη δε δικαιοπάροχο, το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά της μητέρας της Τριανταφυλλιάς Μ., η οποία είχε αποβιώσει το έτος 1909.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω ακίνητο της εναγόμενης, κατά τον τίτλο κτήσεως των δικαιοπαρόχων της (υπ' αριθμ 31930/1988 συμβολαίου), όπως εμφαίνεται στο από 28-11-1978 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονας μηχανικού Ελευσίνας Αττικής Κ. Λ., συνορεύει Ανατολικά με δημόσιο δάσος και με αγρό ιδιοκτησίας Τ.
Σ., Δυτικά με δημόσιο δάσος και αγρούς ιδιοκτησίας Κ. Μ., αδελφών Σ. και Α. Φ., Βόρεια με δημόσιο δάσος και με αγρό ιδιοκτησίας Α. Χ. και Νότια με αγρό ιδιοκτησίας αδελφών Σ. και με δρόμο. Εντός του ανωτέρω αγροτεμαχίου, μετά το έτος 1996, η εναγόμενη άρχισε να κατασκευάζει ξενοδοχειακή μονάδα, η οποία ολοκληρώθηκε και άρχισε να λειτουργεί υπό τον διακριτικό τίτλο "..." Το έτος 2002, η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη την απουσία της ενάγουσας από το ως άνω όμορο ακίνητο, προέβη σε αυθαίρετη επέκταση των εγκαταστάσεων της στο γειτνιάζον τμήμα του Βόρειου και δυτικού ορίου της, εμβαδού 1.556 τ.μ., το οποίο έχει διαμορφώσει ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων των πελατών της.
Το τμήμα αυτό, όπως δεν αμφισβητείται, κατά θέση, έκταση, και όρια, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία περιμέτρου Α-Β-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Κ. διά των εξής ορίων επί του όλου ακινήτου της ενάγουσας: επί πλευράς Α-Β μέτρων γραμμικών δώδεκα και ογδόντα οκτώ εκατοστών μήκους, επί πλευράς Β Μ μέτρων γραμμικών οκτώ και ενενήντα δύο εκατοστών (8,92) μήκους, επί πλευρά Μ-Ν μέτρων γραμμικών δεκατεσσάρων και δέκα επτά εκατοστών (14,17) μήκους, επί πλευράς Ν-Ξ μέτρων γραμμικών οκτώ και πενήντα εκατοστών (8,50) μήκους, επί πλευράς Ξ-Ο μέτρων γραμμικών εννέα και τριάντα ενός εκατοστών (9,31) μήκους, επί πλευράς Ο-Ε μέτρων γραμμικών δέκα έξι και ένδεκα εκατοστών (16,11) μήκους, επί πλευράς Ε-Ζ μέτρων γραμμικών οκτώ και τριάντα δύο εκατοστών (8,32) μήκους, επί πλευράς Ζ-Η μέτρων γραμμικών είκοσι και σαράντα έξι εκατοστών (20,46) μήκους, επί πλευράς Η-Θ μέτρων γραμμικών δέκα τριών και εξήντα τεσσάρων εκατοστών (13,64) μήκους, επί πλευράς Θ-Ι μέτρων γραμμικών δέκα τριών και τριάντα επτά εκατοστών (13,37) μήκους, επί πλευράς Ι-Κ μέτρων γραμμικών τεσσάρων και πενήντα έξι εκατοστών μήκους, επί πλευράς Κ-Λ μέτρων γραμμικών τριάντα επτά και δέκα εκατοστών (37,10) μήκους και επί πλευράς Α-Α μέτρων γραμμικών είκοσι τριών και είκοσι τεσσάρων εκατοστών (23,24) μήκους.
Η παράνομη επέκταση του ακινήτου της εναγόμενης αποδεικνύεται από τις υπ' αριθμ 1027/2014, 2025/2017 και 6591/2018 αναθεωρήσεις της οικοδομικής της άδειας, με βάση τις οποίες η ιδιοκτησία της, κατόπιν νέων καταμετρήσεων βρέθηκε επαυξημένη κατά 2.000 περίπου τ.μ., ήτοι απέκτησε συνολική επιφάνεια 31.719,04 τ.μ.. Η ως άνω καταληφθείσα από την εναγόμενη έκταση των 1.556 τ.μ., κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, βρίσκεται εντός του ως άνω ακινήτου της, εμβαδού 2.055 τ.μ..
H εναγομένη, αντιλέγοντας, ισχυρίζεται ότι η θέση του επίδικου τμήματος είναι σε διαφορετικό σημείο από το ακίνητο της ενάγουσας, το οποίο δε βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της ιδιοκτησίας της (όπου βρίσκεται το επίδικο), αλλά στο νοτιοδυτικό μέρος αυτής. Από τη σύγκριση των τίτλων των όμορων ακινήτων των διαδίκων και από τα συνοδεύοντα αυτούς τοπογραφικά διαγράμματα προκύπτει ότι πράγματι η θέση των δύο ακινήτων αποτυπώνεται σε διαφορετικό σημείο.
Ειδικότερα, στους μεν τίτλους και τοπογραφικά διαγράμματα της ενάγουσας, η ανωτέρω ιδιοκτησία της βρίσκεται βόρεια και δυτικά της ιδιοκτησίας της εναγομένης, ενώ στους τίτλους και τα τοπογραφικά διαγράμματα της εναγόμενης, η ιδιοκτησία της ενάγουσας βρίσκεται νότια και δυτικά της ιδιοκτησίας της. Τη θέση της αυτή η εναγόμενη την ενισχύει από την προανάρτηση των κτηματολογικών στοιχείων για την κτηματογράφηση του Νομού Χαλκιδικής, κατά την οποία το ακίνητο της ενάγουσας αναρτήθηκε ως ευρισκόμενο στο νοτιοδυτικό όριο του ακινήτου της εναγόμενης.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την από 23-9-2015 τεχνική έκθεση του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Δ. Π., στην οποία χρησιμοποιήθηκαν αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945, 1980 και 2002, αλλά και από την εφαρμογή τεσσάρων τοπογραφικών διαγραμάτων του εργοδηγού τοπογράφου Θεμιστοκλή Πελέκα (1979), του πολιτικού μηχανικού Ά.
Γ. (1994), του τοπογράφου μηχανικού Χ. Κ. (1994) και του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ. (2000), προκύπτει ότι η αληθής θέση του ακινήτου της ενάγουσας βρίσκεται στο βορειοδυτικό όριο της ιδιοκτησίας της εναγομένης. Πράγματι, από την επισκόπηση όλων των ως άνω στοιχείων διακρίνεται με σαφήνεια, τόσο το προς Βορρά όριο του ακινήτου της ενάγουσας που είναι δασική έκταση, όπως αναφέρεται στον τίτλο αγοράς του, καθώς και τα αναφερόμενα σ' αυτό 10 ελαιόδενδρα, όσο και προς το νότο, καθώς το καμπύλο όριο συμπίπτει με το πέρας του κατηφορικού τμήματος του εδάφους και διακρίνεται λόγω αναγλύφου και λόγω διαφορετικού φωτογραφικού τόνου, ενώ και τα ονόματα των όμορων ιδιοκτητών και στα τέσσερα τοπογραφικά διαγράμματα συμπίπτουν μεταξύ τους, ώστε να μη τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της θέσης και των ορίων του ακινήτου της ενάγουσας.
Όσον αφορά δε την παραπάνω κτηματογραφική ανάρτηση, η ενάγουσα την προσέβαλε νόμιμα, υποβάλλοντας ηλεκτρονικά στο αρμόδιο γραφείο κτηματογράφησης το από 09-03-2022 αίτημα επανεξέτασης στοιχείων, ζητώντας την εφαρμογή του τοπογραφικού διαγράμματος του Γ. Κ., το οποίο σημειωτέον είχε προσκομίσει όταν είχε υποβάλει στο γραφείο κτηματογράφησης δήλωση για το δικαίωμά της επί του ως άνω ακινήτου, περιγράφοντάς το στην ορθή του θέση, δηλαδή βορειοδυτικά του ακινήτου της εναγόμενης.
Άλλωστε και η εναγόμενη, σε άλλο σημείο των προτάσεων της, στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι το εν λόγω ακίνητο δεν νεμήθηκε από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας, αναφέρει ότι "Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ακίνητο της Μ. όπως το αγόρασε τοποθετείται βόρειας της δικής μας ιδιοκτησίας" (σελ 11, γραμμή 12 του υπό στοιχείου 2.7).
Δεν προκύπτει επομένως καμία αμφιβολία ότι το ακίνητο της ενάγουσας βρίσκεται πράγματι στο βορειοδυτικό όριο του ακινήτου της εναγομένης και ότι το καταληφθέν τμήμα βρίσκεται εντός του ακινήτου τούτου. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την από 1945 αεροφωτογραφία, τα ως άνω όμορα ακίνητα είχαν αγροτικό χαρακτήρα και καλλιεργούνταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων.
Σε μεταγενέστερο της λήψης της άνω αεροφωτογραφίας χρονικό σημείο, το οποίο δε μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αλλά πάντως αρκετά χρόνια πριν από τη μεταβίβασή του στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας το έτος 1979, οι τότε συγκύριοι Α. και Α. Σ. φύτευσαν δέκα ελαιόδενδρα, τα οποία φρόντιζαν και συνέλεγαν τους καρπούς τους.
Σε αυτή τη μορφή το ακίνητο της ενάγουσας περιήλθε στη δικαιοπάροχο μητέρα της, η οποία συνέχισε να το καθαρίζει, να το επιβλέπει και να το επιμελείται με τον ίδιο τρόπο, συγκομίζοντας κάθε χρόνο τους καρπούς και παράγοντας λάδι για την οικογένεια και τους οικείους της. Τούτο καταθέτουν με ενάργεια τα αδέλφια της Α.
και Α. Σ., οι οποίοι μάλιστα ενθυμούνται και τις προσωπικές επισκέψεις που πραγματοποιούσαν στο κτήμα της αδελφής τους. Την απόλυτη και άμεση εποπτεία του κτήματός της η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Σ. τη διατήρησε μέχρι το έτος 2002, οπότε για λόγους υγείας, αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει τότε η εναγόμενη, η οποία εντωμεταξύ είχε ανεγείρει στο όμορο ακίνητό της την ξενοδοχειακή της μονάδα, εκμεταλλευόμενη την απουσία της ενάγουσας άρχισε να καταλαμβάνει μέρος του ακινήτου της και να το ενσωματώνει στην παρακείμενο δικό της ακίνητο.
Έπραξε δε τούτο εκριζώνοντας αρχικά τα μισά ελαιόδενδρα και διαμορφώνοντας μέρος του ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 1.556 τ.μ., σε θέση στάθμευσης των αυτοκινήτων των ενοίκων της. Η μερική αποψίλωση του ακινήτου της ενάγουσας και οι πρώτες διαμορφώσεις φαίνονται με σαφήνεια στην από 2002 προσκομιζόμενη αεροφωτογραφία, αλλά και στη συνέχεια στον από 2009 ορθοφωτοχάρτη του Εθνικού Κτηματολογίου.
Η μερική αυτή κατάληψη του ακινήτου της δικαιοπαρόχου ενάγουσας συνεχίστηκε, χωρίς αντίδραση της τελευταίας, μέχρι το καλοκαίρι έτος 2015, όταν ο αδελφός της ενάγουσας Α. Σ., αποφάσισε να ξεκινήσει και πάλι την καλλιέργεια των ελαιόδενδρων, για την παραγωγή λαδιού. Κατά την επίσκεψή του στο ως άνω ακίνητο της αδελφής του, διαπίστωσε την κατάληψη του μεγαλύτερου τμήματος τούτου από την εναγόμενη.
Στη συνέχεια, αφού ενημέρωσε την αδελφή του, επισκέφθηκαν από κοινού το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ζητώντας του να αποχωρήσει από το επίδικο. Ο τελευταίος, κατά τα λεγόμενα του ίδιου μάρτυρα, το χειμώνα του ιδίου έτους (2015) επικοινώνησε με την ενάγουσα, από την οποία ζήτησε να αγοράσει το ακίνητο, πλην όμως τόσο αυτή, όσο και η δικαιοττάροχος μητέρα της, αρνήθηκαν να προβούν σε περαιτέρω διαπραγμάτευση μαζί του, και ζήτησαν να τους το αποδώσει.
Το Σεπτέμβριο του 2016 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης επικοινώνησε και πάλι με την ενάγουσα, επαναλαμβάνοντας την πρότασή του, πλην όμως και πάλι η προσπάθεια αυτή δεν ευοδώθηκε Η κατάσταση συνεχίστηκε αμετάβλητη μέχρι το θάνατο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας στις 21-8-2018 και στη συνέχεια η ενάγουσα, αποκτώντας την κυριότητα του ακινήτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής, άσκησε την από 19-8-2019 διεκδικητική αγωγή, αιτούμενη πλέον την αναγνώριση της κυριότητάς της και την απόδοση του επίδικου τμήματος.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εναγόμενη μετά την κατάληψη του επιδίκου τμήματος το έτος 2022, άσκησε πράξεις νομής επ' αυτού από το έτος 2002 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 10-9-2019 (βλ. την υπ' αριθμ 11242Ε/10.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Π.). Καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα των 17 ετών, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων της εναγομένης, χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως γήπεδο beach volley και στη συνέχεια σταθερά ως υπαίθριος χώρος στάθμευσης των οχημάτων των ενοίκων της ξενοδοχειακής μονάδας που κατασκεύασε η εναγόμενη.
Πριν όμως από το 2002, καμία πράξη νομής της εναγόμενης δεν αποδείχθηκε, ούτε φαίνεται να έλαβε χώρα κάποια διαμόρφωση, ούτε προσκομίζονται φωτογραφίες του επιδίκου σε προγενέστερο χρόνο Ως εκ τούτου, εφόσον δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος της εναγόμενης επί του επιδίκου, ούτε αποδείχθηκε ότι έχουν παρέλθει 20 έτη αδιάλειπτης άσκησης της νομής από την κατάληψη και μέχρι την ημερομηνία διακοπής της κτητικής παραγραφής στις 10- 9-2019 με την άσκηση της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής, δεν συντρέχει περίπτωση θεμελίωσης της κυριότητας της εναγόμενης ούτε με βάση την τακτική, ούτε την έκτακτη χρησικτησία, ούτε ασφαλώς υφίσταται περίπτωση συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής για την άσκηση του εμπραγμάτου δικαιώματος της ενάγουσας, απορριπτομένων κατ' ουσίαν των σχετικών ενστάσεων της εναγομένης.
Τέλος, δεν συντρέχει ούτε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης από την ενάγουσα του δικαιώματος της, υπό την έννοια της αποδυνάμωσης του δικαιώματος της, λόγω της επί μακράν χρόνο αδράνειας αυτής και της δικαιοπαρόχου της να ασκήσουν τις εκ της κυριότητας απορρέουσες αξιώσεις τους, καθόσον δεν είχε δημιουργηθεί στην εναγομένη, λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της, η εύλογη πεποίθηση ότι οι τελευταίες δεν επρόκειτο να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.
Αντίθετα μάλιστα, το γεγονός ότι ήδη από το έτος 2015, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, συνεχώς διαμαρτύρεται προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης για την κατάληψη του ακινήτου της, ζητώντας την απόδοση του καταληφθέντος τμήματος, καθώς επίσης και ότι έλαβαν χώρα συζητήσεις για πιθανή πώληση του ακινήτου της ενάγουσας στην εναγομένη, πείθουν ότι ουδέποτε η ενάγουσα επέδειξε πρόθεση να απεμπολίσει τα δικαιώματά της στο επίδικο ακίνητο, αλλά ούτε και η εναγομένη είχε κάποιο λόγο να θεωρήσει ότι η ανοχή της ενάγουσας στην κατάληψη από το έτος 2002 μέχρι το 2015 σήμαινε την παραίτησή της από το εν λόγω περιουσιακό της στοιχείο.
Αντίθετα μάλιστα, φοβούμενη η εναγόμενη την αντίδραση της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου του από την κατάληψη προέβη σε διαμορφώσεις που δεν ήταν ιδιαιτέρως δαπανηρές (όπως η ανέγερση σταθερών κτισμάτων), αρκούμενη προσεκτικά στη χρήση αυτού ως χώρου στάθμευσης. Ενόψει τούτων, πρέπει και η ένσταση αυτή της εναγομένης να απορριφθεί ομοίως ως αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με συνοπτική αιτιολογία, την οποία το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο συμπληρώνει, έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την αγωγή απορρίπτοντας τις ενστάσεις της εναγομένης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως, τόσο οι κατ' ιδίαν λόγοι της έφεσης, όσο και η ίδια η έφεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου αγροτικού ακινήτου, έκτασης 1.556,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της άλλοτε Κοινότητας ...
του Νομού Χαλκιδικής και ήδη της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας Παλλήνης, του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, που φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία περιμέτρου Α-Β-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α στο από Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Κ., ως τμήμα μείζονος αγρού, συνολικής έκτασης 2.055 τ.μ., Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α, με παράγωγο τρόπο, και δη με τη με αριθμ 15232/31-07-2019 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ν.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας την 21-08-2018, Α. χα Χ. Μ. το γένος Χ. Σ., αληθή κυρία αυτού, στην οποία είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο, με το με αριθμ ... συμβόλαιο του συμβ/φου Νέων Μουδανιών Ι. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς του, κατ' ισομοιρίαν, από τους αληθείς κυρίους Α.
Σ. και Α. Σ., αληθείς κυρίους, και με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας πράξεις νομής διανοία κυρίου (καθαρισμό, επίβλεψη, επιμέλεια αυτού, συγκόμιση των καρπών δέκα ελαιοδένδρων από την από το έτος 1979 αγορά του μέχρι το έτος 2002), και στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους της είχε περιέλθει με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής διανοία κυρίου από την, από το έτος 1950, άτυπη αγορά του από τους αδελφούς Μ. (καλλιέργεια μέσα σ' αυτό δέκα ελαιοδένδρων, επιμέλεια και συγκομιδή καρπών). 2) Ότι το επίδικο αγροτικό ακίνητο 1.556,00 τ.μ., δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας της αναιρεσείουσας -εκκαλούσας - εναγόμενης ούτε στους τίτλους των δικαιοπαρόχων αυτής και, ειδικότερα, στο μεταγραφέν νόμιμα με αριθμ. ...
συμβόλαιο σύστασης ανώνυμης εταιρίας, με το οποίο η αναιρεσείουσα κατέστη κυρία όμορου με το προηγούμενο ακίνητο αγρού, εμβαδού 29.663 τ.μ, λόγω εισφοράς αυτού από τους ιδρυτές της Γ. και Σ. Μ. ως αληθείς κυρίους αυτού, στους οποίους περιήλθε με το μεταγραφέν νόμιμα, με αριθμ 31930/21-03-1988 συμβόλαιο του συμβ/φου Ν.
Μουδανιών Ι. Τ., λόγω αγοράς από τους πωλητές Χρήστο και Ε. Π., στους οποίους είχε περιέλθει εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 10/12 από κληρονομιά της μητρός τους Σ. Π., με τη, μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ 9697/1974 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Γ. Σ., και κατά ποσοστό 2/12, με τη, μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ 9698/1974 πράξη ανταλλαγής του ιδίου ως άνω συμβ/φου, και στην ανωτέρω κληρονομούμενη είχε περιέλθει με ανάμειξη στην κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1909 μητέρας της Τριανταφυλλιάς Μ.
και ότι μέσα στο ανωτέρω ακίνητο, από το έτος 1996, η εναγόμενη άρχισε να κατασκευάζει ξενοδοχειακή μονάδα, η οποία ολοκληρώθηκε και άρχισε να λειτουργεί με τον διακριτικό τίτλο "...". 3) Ότι το έτος 2002, η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την απουσία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης από το ως άνω όμορο ακίνητο, προέβη σε αυθαίρετη επέκταση των εγκαταστάσεών της στο γειτνιάζον τμήμα του βόρειου και δυτικού ορίου της, επίδικο ακίνητο, έκτασης 1.555,00 τ.μ., το οποίο χρησιμοποίησε και, στη συνέχεια, έχει διαμορφώσει ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων των πελατών της και, έτσι, η ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, κατόπιν νέων καταμετρήσεων βρέθηκε επαυξημένη κατά 2.000 περίπου τ.μ., ήτοι απέκτησε συνολική επιφάνεια 31.719,04 τ.μ.. 3) Ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο, της έκτακτης χρησικτησίας, διότι δεν συμπλήρωσε εικοσαετή άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής διανοία κυρίου, διότι μετά την, από το έτος 2002, αυθαίρετη κατάληψη του επίδικου τμήματος, εκρίζωσε αρχικά τα μισά ελαιόδενδρα, χρησιμοποίησε αυτό στην αρχή ως γήπεδο beach volley και στη συνέχεια σταθερά ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης των οχημάτων των ενοίκων της ξενοδοχειακής μονάδας της, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής διακόπηκε με την επίδοση στις 10-09-2019 της ένδικης αγωγής, ενώ δεν αποδείχθηκε πράξη νομής διανοία κυρίου σε προγενέστερο χρόνο από την αναιρεσείουσα ή δικαιοπάροχο αυτής. 4) Ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, διότι δεν άσκησε με καλή πίστη ο άμεσος ή απώτερος δικαιοπάροχος αυτής επ' αυτού πράξεις νομής διανοία κυρίου ούτε η ίδια άσκησε με καλή πίστη πράξεις νομής διανοία κυρίου επ' αυτού, διότι το έτος 2002 κατέλαβε αυθαίρετα το επίδικο ακίνητο, ως ανήκον στην ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, εκμεταλλευόμενη την, λόγω προβλημάτων υγείας, απουσία αυτής από το επίδικο ακίνητο. 5) Ότι δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής από την αναιρεσίβλητη άσκησης δικαιώματός της, με την έννοια της αποδυνάμωσης αυτού, διότι με την πάροδο των δεκατριών ετών (2002 - 2015) αδράνειας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ενόψει και των συζητήσεων το έτος 2015 για πιθανή πώληση του επίδικου ακινήτου προς την αναιρεσείουσα, δεν είχε δημιουργηθεί σε αυτήν λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης ή της δικαιοπαρόχου της, η εύλογη πεποίθηση ότι παραιτήθηκε η δικαιοπάροχος από το εν λόγω περιουσιακό της στοιχείο και ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν οι ίδιες το δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού.
Αντίθετα, φοβούμενη την αντίδραση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης από την κατάληψη, η αναιρεσείουσα προέβη σε διαμορφώσεις που δεν ήταν ιδιαίτερα δαπανηρές, όπως η ανέγερση σταθερών κτισμάτων, αρκούμενη στην αρχή της χρήσης ως γηπέδου beach volley και, στη συνέχεια, ως χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων.
[2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομίας της αποβιώσασας, την 21-08- 2018, Α. χας Χ. Μ., αληθή κυρία αυτού, η οποία κατέστη κυρία με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσασα, λόγω αγοράς, από τους αληθείς κυρίους, Α.
και Α. Σ., οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας από την αναιρεσείουσα με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1045, 1041, 1042, 1043 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα αυτά παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, και οι από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τους 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας από την αναιρεσείουσα με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, με ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1043 ΑΚ, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το ότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανάγονται σε πράξεις νομής διανοία κυρίου με καλή πίστη από το έτος 2002 και νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας (...), νόμιμα μεταγεγραμμένο στις 12-06-1996, για δεκαεπτά έτη αρκούσαν για την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, είτε ο νόμιμος τίτλος θεωρηθεί ως νόμιμος, με την εκδοχή ότι το ελάττωμά του εντοπίζεται στην έλλειψη κυριότητας των δικαιοπαρόχων της στο επίδικο ακίνητο είτε ως νομιζόμενος τίτλος, με την εκδοχή ότι το ακίνητο προσδιορίζεται στον τίτλο της αναιρεσείουσας δεν συμπίπτει με εκείνον που η αναιρεσείουσα νέμεται από το έτος 2002, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Και, τούτο διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ορισμένος πραγματικός ισχυρισμός της ένστασης τακτικής χρησικτησίας, με νόμιμο ή/και νομιζόμενο τίτλο, όπως προτάθηκε από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την αναιρεσείουσα - εκκαλούσα (άρθρ. 118 αρ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 872/2023).
Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι και αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσείουσα το πρώτον άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου το έτος 2002, οπότε κατέλαβε, το έτος 2002, αυθαίρετα το επίδικο ακίνητο, εκμεταλλευόμενη την απουσία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης από το επίδικο ακίνητο, λόγω προβλημάτων υγείας της, και, συνεπώς, κατά την κτήση της νομής αυτού, το πρώτον έτος 2002, η αναιρεσείουσα είχε την πεποίθηση ότι καταλαμβάνει το ανήκον στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης επίδικο ακίνητο, ως το μεγαλύτερο τμήμα του μείζονος ακινήτου της τελευταίας, και, συνεπώς, με τα δεκτά γενόμενα συντρέχοντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούται, κατά την κτήσης της νομής, το στοιχείο της καλής πίστης, δηλαδή της πεποίθησης, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλειά της, ότι απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, αναγκαίο στοιχείο για την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, τόσο με βάση νόμιμο τίτλο όσο και με βάση νομιζόμενο τίτλο.
Η αιτίαση, με τον αυτό λόγο, ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπήρχε νόμιμος τίτλος, με την έννοια ότι έλειπε κυριότητα των μεταβιβαζόντων στο επίδικο ακίνητο ή/και ότι υπήρχε νομιζόμενος τίτλος με την έννοια ότι υπήρχε πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι η έκταση του επίδικου περιλαμβάνεται στον τίτλο μεταβίβασης του ακινήτου στην αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτος.
Και, τούτο : 1) διότι υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υπόθεσης, και 2) λόγω αλυσιτέλειας, διότι δεν πλήττεται επιτυχώς το παραπάνω έτερο αναγκαίο στοιχείο για την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, ήτοι αυτό της μη ύπαρξης, κατά τα δεκτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, γενόμενα, καλής πίστης στην αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο κτήσης της νομής.
[3] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1032/2023).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 558/2023) ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της αγωγής (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 1530/2008).
Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 740/2023, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1026/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη, με τον τρίτο και τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ότι : Α. παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της: 1α) ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο ως εισφορά των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας στην σύσταση ανώνυμης εταιρίας, που θεμελιώνει την ένσταση ίδιας κυριότητας αυτής, και 1β) ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, 2) ότι το επίδικο ακίνητο είναι τυφλό με την έννοια ότι δεν διαθέτει πρόσβαση παρά μόνο από την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, και, έτσι, η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και η τελευταία δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο.
Β. παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό : 1) που δεν πρότεινε η αναιρεσείουσα και ειδικότερα, έλαβε υπόψη και απέρριψε ως δήθεν ισχυρισμό δικό της ότι το επίδικο βρίσκεται στο νότια της ιδιοκτησίας αυτής, ενώ η ίδια απλώς εντόπισε την ανακολουθία στους αναρτημένους πίνακες της κτηματογράφησης και 2) που δεν πρότειναν οι διάδικοι και, συγκεκριμένα, ότι το έτος 2002 η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο, λόγω προβλημάτων υγείας της, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα εκμεταλλευόμενη την απουσία της εισήλθε στο επίδικο ακίνητο.
Οι παραπάνω με στοιχείο Α1α -1β αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κτήσης κυριότητας με τον αναφερόμενο από αυτήν παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας, και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Η με στοιχείο Α2 αιτίαση (τρίτου και τέταρτου λόγου αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών) είναι απαράδεκτη, διότι δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό.
Η με στοιχείο Β 1 αιτίαση είναι απαράδεκτη (τρίτου και τέταρτου λόγου αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών), λόγω αλυσιτέλειας: 1) διότι δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και 2) διότι δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην προκείμενη υπόθεση, αφού αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης, απλώς και μόνο προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της ως άνω κύριας αιτιολογίας για τη θέση του επίδικου ακινήτου, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 558/2023).
Η με στοιχείο Β2 αιτίαση είναι απαράδεκτη, διότι δεν ιδρύει πράγμα κατά την παραπάνω έννοια η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ουσίας διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της αγωγής, ανεξαρτήτως ότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι εκτίθεται, μεταξύ άλλων, σ' αυτήν ότι η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, από 8 - 9 έτη πριν από την από το έτος 2017 άσκηση της αγωγής, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η δικαιοπάροχος - μητέρα της, Α.
Σ., λόγω προβλημάτων της υγείας της, δεν ήταν σε θέση να φροντίζει τον αγρό της και να συλλέγει τον καρπό των ελαιόδενδρων άρχισε να καταλαμβάνει το επίδικο ακίνητο. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1038/2023).
[4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1342/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουα πλήττει, με τους τρίτο και τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, την προσβαλλόμενη για πλημμέλεια από τον αρ. 10 (και όχι 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι χωρίς εξειδίκευση αποδεικτικών μέσων απέρριψε τους αναφερόμενους στην παραπάνω από τον αρ. 8β του άρθρου 559 πλημμέλεια με στοιχείου Α1α - 1β ισχυρισμούς.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, α) λόγω αλυσιτέλειας διότι δεν απαιτείται να γίνεται εξειδίκευση συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου για την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν αποδείχθηκε παράγωγος και πρωτότυπος με έκτακτη χρησικτησία τρόπος κτήσης κυριότητας από την αναιρεσείουσα στο επίδικο ακίνητο, και β) λόγω αοριστίας διότι δεν γίνεται επίκληση ότι απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς χωρίς να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα.
Έτι, περαιτέρω, οι παραπάνω αιτιάσεις είναι και αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή (κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, ήτοι όχι χωρίς απόδειξη.
[5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 715/2023, ΑΠ 1608/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11γ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εκκαλούσα, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, και, συγκεκριμένα: 1) την από 25-05-2022 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ι.
Κ. και 2) την από 26-05-2022 φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών στη θέση Πευκοχώρι Ν. Χαλκιδικής της Β. Γ., μηχανικού ορυκτών πόρων, με ειδική εκπαίδευση στη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών και δορυφορικών εικόνων. Ειδικότερα επικαλείται η αναιρεσείουσα: α) ότι δεν γίνεται μνεία ή αξιολόγηση των εγγράφων αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, β) στην παραπάνω τεχνική έκθεση, στις σελίδες 1- 2 αυτής, επεξηγείται για ποιο λόγο παρατηρείται η διαφορά των 2.000 τ.μ., συγκριτικά με τον τίτλο ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας για το ακίνητό της, ήτοι ότι η διαφορά προέκυψε επειδή το 2017 η αναιρεσείουσα προχώρησε σε νέα αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας (2025/2017) και ένα χρόνο αργότερα έγινε νέα αναθεώρηση (6591/2018) και κατόπιν νέας καταμέτρησης βρέθηκε ότι η διαφορά εντοπίζεται στο βα όριο, επειδή, μετά την αποψίλωση και καθαρισμό από βάτα και θάμνους, έγινε εμφανής η θέση του υλοποιημένου ορίου, και όχι στο βδ τμήμα που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, οπότε αν η προσβαλλόμενη απόφαση λάμβανε υπόψη της το ως άνω έγγραφο, θα γινόταν δεκτή η αληθινή αιτία της διαφοράς του εμβαδού και ότι το επίδικο βρίσκεται μέσα στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, γ) στην παραπάνω φωτοερμηνεία ως συμπέρασμα αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε ότι επί σειρά ετών από έτος 1984 έως και το 2015 - 2016 η ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας ήταν ενιαία, δεν υπήρχε κάποιος δρόμος που να τη διασχίζει για να καταλήγει στην κατά δήλωση ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και δεν υπήρχε κάποιου είδους περίφραξη που να διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες, ενώ αν η προσβαλλόμενη απόφαση λάμβανε υπόψη της το ως άνω έγγραφο, θα γινόταν δεκτό ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης δεν είχε πρόσβαση στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1984 και δεν άσκησε πράξεις νομής σ' αυτό.
Όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα από τους διαδίκους, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αφού σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, και, επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως ότι η με στοιχείο -α- αιτίαση (έλλειψη μνείας και αξιολόγησης των φερόμενων ως αγνοηθέντων εγγράφων) δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.
Λοιπές αιτιάσεις με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, ότι δέχθηκε ή δεν δέχθηκε, τους ισχυρισμούς με στοιχεία Α2 και Β που αναφέρονται στον παραπάνω από τον αρ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης χωρίς να μνημονεύεται συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο είναι απαράδεκτος, διότι δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου για το καταληκτικό πόρισμα της αγωγής. [6] Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Ειδικότερη μορφή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281 είναι δηλαδή καταχρηστική (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 502/2021, ΑΠ 200/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ης απόρριψης κατ' ουσίαν της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, την οποία επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 281 ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της παραπάνω ένστασης.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι η περίοδος της απουσίας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Α. Σ., από το 2002 έως το 2015, ενόψει των ειδικών συνθηκών, και, ειδικότερα, της απουσίας της λόγω σοβαρών προβλημάτων της υγείας της, και των συζητήσεων, το έτος 2015, για πιθανή πώληση του επίδικου ακινήτου στην αναιρεσείουσα, της χρήσης του επίδικου ακινήτου από αυτήν αρχικά για γήπεδο volley beach και, στη συνέχεια, ως χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων των πελατών της και όχι για σταθερές και δαπανηρές κατασκευές κτισμάτων της, δεν δημιούργησε στην ίδια την πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα κυριότητάς της, και ότι δεν θα ασκήσει την ένδικη διεκδικητική αγωγή, ενόψει δε και της ελαφράς διαμόρφωσης του επίδικου ακινήτου δεν επέρχονται δυσμενείς οικονομικές συνέπειες σε βάρος της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και, τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183, 191 παρ. 1, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-12-2022 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθμ. 1920/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος Α.Π.