Legislator Case Law & Legislation
1171/2023 AI generated

1171/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1171/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1171/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1593/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2021 αίτησή τους.

Keywords

AI generated
extreme speeding offence traffic offence traffic accident dangerous overtaking hit-and-run driving whilst disqualified
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1171 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1171/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. (R.) χας Α. Τ. Μ. (A. J. B.), το γένος Μ. Ε. Ο. (M. E. U.), κατοίκου ..., ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της α) Α. Κ. του Α. Τ. Μ. (A. K. του A. J. B.) και β) Σ. Α. του Α. Τ. Μ. (S. A. του A. J. B.), ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτών, 2) Α. Σ. Μ. (A. S. B.) του Μ. Γ. (M. Y.) και 3) Σ. Χ. Μ. (S. H. B.) του Μ. Γ. (M. Y.), κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Καλαμπαλίκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Α. Κ. του Α. Τ. Μ. (υπό στοιχ. 1α), του οποίου τη γονική μέριμνα και επιμέλεια ασκούσε η μητέρα του Ρ. χα Α. Τ. Μ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και παρίσταται με τον ίδιο και β) ο Κ. Μ. του Π. (2ος των αναιρεσιβλήτων) έχει αποβιώσει, ενώ οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Καλαμπαλίκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Μ. του Π. και 3) Μ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η και ο 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε.

Β. Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ρ. (R.) χας Α. Τ. Μ. (A. J. B.), το γένος Μ. Ε. Ο. (M. E. U.), κατοίκου ..., ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Σ. Α. του Α. Τ. Μ. (S. A. του A. J. B.), ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτού, 2) Α. Κ. του Α. Τ. Μ. (A. K. του A. J. B.), κατοίκου ..., 3) Α. Σ. Μ. (A. S. B.) του Μ. Γ. (M. Y.) και 4) Σ. Χ. Μ. (S. H. B.) του Μ. Γ. (M. Y.), κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η και ο 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Καλαμπαλίκη, ενώ οι 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Καλαμπαλίκη.

Των καθ' ων η κλήση: 1) Ν. Μ. του Τ., κατοίκου ... και 2) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως έχουσας την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της Π. Μ. του Κ. και Α. Μ. του Κ., ως νόμιμων κληρονόμων του Κ. Μ. του Π., που απεβίωσε στις 11 Νοεμβρίου 2020, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των Μ. Γ. Μ. του Γ. και Μ. Μ. συζ. Μ. Γ. Μ., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-1-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2012 και 4198/2012 μη οριστικές και 926/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3154/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 2-12-2015 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1583/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Εκδόθηκε η 1593/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περίπτ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου.

Ο αντίδικος του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του τελευταίου, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός δε ισχυρισμός του απορρίπτεται ως αλυσιτελής, γατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος όμως διάδικος, δηλαδή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δίκη, ενώ μπορεί να του κοινοποιήσει την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας ότι αυτή (η διακοπή) επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος δεν μπορεί να κληθεί προς επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν παρέλθει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1847 του ΑΚ τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή απωλέσει, κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης (ΑΠ 265/2022, ΑΠ 110/2020).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται. Αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 6-4-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2024/238/16-4-2021) αίτηση για αναίρεση της 1593/21-3-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) με κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 16-4-2021, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον η προσβαλλομένη δημοσιεύθηκε στις 21-3-2019 και ο χρόνος προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α' του ν. 4790/2021, δεν υπολογίζεται. Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Μ. απεβίωσε στη Νίκαια Αττικής στις 11-11-2020 (βλ. την από 16-11-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του Δ.Ε. Αυλίδος του Δήμου Χαλκιδέων) και άφησε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύντροφό του Ν.

Μ., με την οποία είχε συνάψει το από 5-9-2019 σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 8 του ν. 4356/2015) και τα ανήλικα τέκνα του Π. Μ. και Α. Μ., των οποίων τη γονική μέριμνα ασκεί η μητέρα τους Ε. Κ. (βλ. το 435/2-2-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Πειραιά και τα 5591 και 5592/9-11-2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Νίκαιας).

Οι αναιρεσείοντες, αφού πληροφορήθηκαν στις 12-7-2021, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση της αναίρεσης, το θάνατο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και θεώρησαν βιαίως διακοπείσα για το λόγο αυτό τη δίκη, ως δικαιούμενα, να την επαναλάβουν αναγκαστικά, πρόσωπα, με την από 4-1-2022 κλήση τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, κάλεσαν σε (αναγκαστική) επανάληψή της για τη σημερινή δικάσιμο τους πιο πάνω νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου με την επίδοση, νομίμως και εμπροθέσμως, τόσο της προαναφερόμενης κλήσης όσο και του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτό προκύπτει από τις 11432Δ' και 11431Δ'/4-2-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Κ.

Κ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι ως άνω κληρονόμοι του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει σχετική πληρεξουσιότητα και συνεπώς, οι διάδικοι αυτοί θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) προκύπτει ότι ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή στους λοιπούς χρήστες της οδού. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη Μ. Μ. και Μ. Μ., με την από 20-6-2010 κυρία αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι, οδηγώντας στις 13-10-2009, α) ο πρώτος εναγόμενος και αρχικά δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Μ. το …….. ΔΧΦ αυτοκίνητο με το …… επικαθήμενο, κυριότητας του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου Μ.

Χ., που ήταν ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕ ΖΗΜΙΩΝ" και β) ο δεύτερος εναγόμενος Ι. Φ. το ……… ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της τέταρτης εναγομένης "ΥΔΡΟΓΚΑΖ ΕΠΕ" και ήταν ασφαλισμένο στην έκτη εναγομένη, "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη), προκάλεσαν, από συνυπαιτιότητά τους, το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου, πατέρα, τέκνου και αδελφού τους Α.

Τ. Μ., οδηγού του ……. δίκυκλου μοτοποδηλάτου, κατά το ατύχημα που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Ζήτησαν δε αποζημίωση (η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του θανατωθέντος για στέρηση της διατροφής του) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 926/2014 οριστική απόφασή του, συνεκδίκασε την παραπάνω αγωγή με την από 21-1-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της πέμπτης εναγομένης κατά των πρώτου και τρίτου λόγω εξαίρεσης από την ασφαλιστική τους κάλυψη και αφού έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος το θανατωθέντα απέρριψε και τις δύο αγωγές.

Οι ενάγοντες άσκησαν την από 25-8-2014 έφεσή τους καθ' όλων των εναγομένων, η οποία έγινε δεκτή με την 3154/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο, τρίτο και πέμπτη (Κ. Μ., Μ. Χ. και "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ") και κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος-οδηγός του ….. ΔΧΦ αυτοκινήτου Κ.

Μ. κατά ποσοστό 60% και ο θανατωθείς κατά ποσοστό 40%. Οι προαναφερθέντες εναγόμενοι-εφεσίβλητοι άσκησαν την από 2-12-2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με τη 1583/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αναιρέθηκε η προσβληθείσα εφετειακή απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1593/2019 απόφασή του, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος το θανατωθέντα και απέρριψε την πιο πάνω έφεση εναγόντων κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά των πρώτου, τρίτου και πέμπτης και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους και ερευνήθηκε.

Ειδικότερα το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Στις 13-10-2009 και ώρα 13.30' περίπου στην περιοχή Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής, επί της οδού Πειραιώς και στο ρεύμα αυτής που οδηγεί από Αθήνα προς Πειραιά, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 167, έλαβε χώρα οδικό τροχαίο ατύχημα, που είχε σαν συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του A.

J. B., συζύγου της πρώτης ενάγουσας, πατέρα των δύο ανήλικων τέκνων που αυτή εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη, υιού της τρίτης των εναγόντων και αδελφού του τέταρτου και της πέμπτης εξ αυτών. Το εν λόγω ατύχημα έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: Η οδός Πειραιώς στο ανωτέρω σημείο, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο ρεύματα κυκλοφορίας που χωρίζονται μεταξύ τους με διαχωριστική νησίδα.

Το ρεύμα κυκλοφορίας προς Πειραιά, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το συνολικό πλάτος αυτού ανέρχεται στα 8 μέτρα. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή οι καιρικές συνθήκες ήταν κακές και το οδόστρωμα υγρό λόγω της βροχόπτωσης που επικρατούσε, ενώ η οδός είναι ευθεία και οριζόντια, η δε κυκλοφορία των οχημάτων πυκνή.

Ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων, οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ….. δίκυκλο μοτοποδήλατό του, εκινείτο αρχικά στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού Πειραιώς με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πειραιά και μετέφερε πάνω στο ανωτέρω μοτοποδήλατο σακούλες με πάτους υποδημάτων, της εταιρίας κατασκευής υποδημάτων με την επωνυμία Σ.

…… ΕΠΕ, στην οποία εργαζόταν, που είχε κρεμάσει στο τιμόνι αυτού. Έμπροσθεν του μοτ/του του ανωτέρω συγγενούς των εναγόντων και στην ίδια δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πειραιώς, κινούνταν, ομόρροπα, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, το με αριθμό κυκλοφορίας ….. ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη τέταρτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ΥΔΡΟΓΚΑΖ ΕΠΕ, το οποίο οδηγούσε ο προστηθείς από αυτήν στην οδήγηση δεύτερος εναγόμενος, επίσης μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ι.

Φ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ, η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το ν.π.ι.δ., με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Την ίδια στιγμή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, παράλληλα με το προαναφερόμενο ΙΧΦ αυτοκίνητο, εκινείτο ομόρροπα, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, το με αριθμό κυκλοφορίας …… ΔΧΦ αυτοκίνητο (νταλίκα) μαζί με το συρόμενο - επικαθήμενο, συνολικού μήκους 17 μέτρων περίπου, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, Κ./νος Μ., ανήκε στην ιδιοκτησία του τρίτου εναγομένου Μ.

Χ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ασφαλιστική του ευθύνη στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ. Όταν ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων έφθασε στο παραπάνω σημείο της οδού Πειραιώς και ενώ τα δύο προπορευόμενα αυτού φορτηγά αυτ/τα, εκινούντο παράλληλα έμπροσθέν του, έχοντας πρόθεση να ενεργήσει προσπέραση του προπορευόμενου αυτού ΙΧΦ αυτοκινήτου, κινήθηκε ανάμεσα από τα δύο ανωτέρω φορτηγά οχήματα.

Το όχημα που βρίσκονταν αρχικά μπροστά από αυτόν είχε πλάτος 2 μέτρα και το όχημα που κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είχε πλάτος 2,5 μέτρα. Με τα ως άνω δεδομένα αναφορικά με τις διαστάσεις των κινουμένων έμπροσθεν αυτού οχημάτων, του πλάτους του επιδίκου οδοστρώματος των 8 μέτρων, όπως επίσης και του γεγονότος ότι οι ανωτέρω οδηγοί, κυρίως λόγω του όγκου των οχημάτων τους, ο εξ αριστερών κινούμενος και ο εκ δεξιών, λόγω της πρόθεσής του να κατευθυνθεί στη συνέχεια σε απόσταση 70 μέτρων περίπου δεξιά, αλλά και κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., εκινούντο έχοντας αφήσει απόσταση ενός μέτρου από δεξιά, και αριστερά αντίστοιχα της λωρίδας κυκλοφορίας τους, ήτοι εκινούντο στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας εκάστου, ο ελεύθερος χώρος που απέμεινε μεταξύ τους και στον οποίο επιχείρησε να κινηθεί ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων να είναι 1,50 μέτρα περίπου, το ένα μέτρο εκ των οποίων καταλάμβανε το πλάτος του δικού του μοτ/του των 85 εκατοστών, πλέον του φορτίου που είχε κρεμασμένο στο τιμόνι αυτού, κατά τα προαναφερόμενα.

Καθήν στιγμή όμως ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων βρισκόταν ανάμεσα στα δύο παραπάνω φορτηγά, επιχειρώντας την προσπέρασή τους, λόγω της μη ύπαρξης επαρκούς χώρου, της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, της δημιουργίας στροβιλισμών λόγω της κίνησης του μικρού μοτ/του του ανάμεσα στα δύο μεγάλα φορτηγά, αλλά και της επιπρόσθετης δυσκολίας της κίνησής του, λόγω της φόρτωσης αυτού με τα προαναφερόμενα εμπορεύματα, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, προσέκρουσε αρχικά στην αριστερή πλευρά του φορτηγού που εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος οδηγός Ι.

Φ., ακολούθως στην δεξιά πλευρά του επικαθήμενου φορτηγού που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Κ./νος Μ. και στη συνέχεια ανατράπηκε με συνέπεια ο μεν οδηγός ανωτέρω συγγενής των εναγόντων να πέσει στο οδόστρωμα και τραυματιστεί θανάσιμα από τους τροχούς του εν λόγω επικαθήμενου φορτηγού που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το δε μοτοποδήλατό του να συρθεί με την αριστερή πλευρά του στο οδόστρωμα.

Για τις ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος καταθέτει με σαφήνεια τόσο προανακριτικά όσο και ενώπιον του ακροατηρίου του ποινικού δικαστηρίου, η αυτόπτης μάρτυρας, τρίτη σε σχέση με τους διαδίκους, Μ. Ε., η οποία τη στιγμή εκείνη, οδηγώντας την με αρ. κυκλ. ….. μοτ/τα της εκινείτο στην ίδια παραπάνω οδό και με ομόρροπη των ως άνω αυτ/των κατεύθυνση στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και πίσω από αυτά.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ως άνω ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους, οφείλεται στον, χωρίς έλεγχο και προειδοποίηση, ελιγμό προς τα δεξιά του οδηγού του φορτηγού που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πρώτου εναγομένου Κ./νου Μ.. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύεται.

Αντίθετα η ανωτέρω αυτόπτης μάρτυρας βεβαιώνει την μη αλλαγή πορείας του εν λόγω φορτηγού. Την μη αλλαγή πορείας του ιδίου φορτηγού επιβεβαιώνει και ο κινούμενος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγός του ετέρου φορτηγού Ι. Φ.. Άλλωστε, τυχόν τοιαύτη ανέλεγκτη κίνηση του φορτηγού αυτ/του που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, θα είχε σαν συνέπεια τη σύγκρουσή του με το παραλλήλως κινούμενο με αυτόν, φορτηγό αυτ/το που εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, λόγω της μικρής, κατά τα προαναφερόμενα, απόστασης που υπήρχε μεταξύ τους, κάτι όμως που δεν συνέβη εν προκειμένω.

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη των μηχανολόγων Ξ. Κ. και Ε. Κ., που συμπεραίνουν ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε εξ αιτίας του ανέλεγκτου προς τα δεξιά ελιγμού του κινουμένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας φορτηγού αυτ/του που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, αφού αυτό αναιρείται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Οι ενάγοντες αμφισβητούν επίσης το γεγονός ότι ο θανών ανωτέρω συγγενής τους μετέφερε με το μοτ/το του τα προαναφερόμενα φορτία. Όμως το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους στο ποινικό δικαστήριο τόσο η ανωτέρω αυτόπτης μάρτυρας Ε. Μ., όσο και ο εκεί κατηγορούμενος οδηγός Ι. Φ.. Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του ανωτέρω συγγενούς των εναγόντων, είναι ο ίδιος ο τραυματισθείς θανάσιμα οδηγός του μοτ/του ανωτέρω συγγενής τους και τούτο διότι επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου αυτού οχήματος από αριστερά, χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να αφήσει αρκετό χώρο παράπλευρα του οχήματος που προσπερνούσε, ήτοι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 17 του Κ.O.K., η δε παραβίαση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ουδεμία υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο οδηγό, αφού αυτός κινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ιδίας οδού, δεν επιχείρησε απροειδοποίητο ελιγμό προς τα δεξιά, δεν μπορούσε δε να θεωρήσει ως πιθανή την κατά τα ανωτέρω πορεία του συγγενούς των εναγόντων.

Ως προς το θέμα της ενδεχόμενης συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού λόγω της ανεύρεσης ναρκωτικών ουσιών σε δείγμα ούρων αυτού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την υπ' αριθμό ……/833 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Τοξικολογίας της ΕΛ.ΑΣ. στα ούρα του πρώτου εναγομένου οδηγού ανιχνεύτηκε πράγματι η παρουσία καρβοξυλικού οξέος, μορφίνης και κωδεϊνης, ενώ οι ουσίες αυτές δεν ανιχνεύτηκαν στο αίμα του.

Η ορισθείσα με την υπ' αρ. 4198/2012 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονας, Μ. Σ. - Λ., αναπληρώτρια καθηγήτρια τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, με την από 9-5-2013 πραγματογνωμοσύνη της, γνωματεύει ότι η ανίχνευση καρβοξυλικού οξέος στα ούρα αποδεικνύει προγενέστερη και όχι πρόσφατη χρήση κάνναβης.

Επίσης η ανίχνευση μορφίνης και κωδεϊνης στα ούρα και όχι στο αίμα υποδηλώνει τη μη πρόσφατη επίσης χρήση ηρωίνης ή κωδεϊνης, η δε χρήση τοποθετείται χρονικά πριν από 1 έως 3 ημέρες από την ημέρα του ατυχήματος. Στην ίδια δε έκθεση η ως άνω πραγ/νας και αναφορικά με το ερώτημα που της είχε τεθεί από το δικαστήριο που την διόρισε για το εάν η προγενέστερη αυτή χρήση των ανωτέρω ουσιών επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του ατόμου, δεν απαντά παρά επισημαίνει ότι αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο αν ο οδηγός αυτός, αμέσως μετά το ατύχημα, είχε υποβληθεί σε ψυχιατροδικαστική εξέταση από ειδικό ιατρό.

Με βάση τις διαπιστώσεις της εκθέσεως αυτής και δεδομένης της κανονικής κατά τα προαναφερόμενα κίνησης του πρώτου εναγομένου οδηγού στο επίδικο οδόστρωμα, δεν αποδεικνύεται ότι η προ ημερών χρήση των ουσιών αυτών εκ μέρους του, επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, κρίθηκε αθώος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για τον θάνατο του ανωτέρω συγγενούς των εναγόντων, με την υπ' αριθμό 6229/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά".

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Ως αποδεικτικά έγγραφα, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως τα δικόγραφα της δίκης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικός του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 677/2019).

Στην κρινόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείoντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιόν του και ήταν κρίσιμα για το αποτέλεσμα της δίκης και συγκεκριμένα:

α) Το από 13-10-2009 σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Πειραιά, β) την από 13-10-2009 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Πειραιά, γ) τις φωτογραφίες που έλαβε η Τροχαία Πειραιά κατά την αυτοψία της στον τόπο του ατυχήματος, από τα οποία αποδεικνύεται ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός τους ότι ο οδηγός του …… ΔΧΦ αυτοκινήτου με το …….

επικαθήμενο Κ. Μ. επιχείρησε αιφνίδια και ανέλεγκτα ελιγμό προς τα δεξιά για να εισέλθει από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αποκλείοντας την πορεία του μοτοποδηλάτου και δ) το δικόγραφο της από 21-1-2011 παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτή συνομολογεί ότι, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο ασφαλισμένος της οδηγός Κ.

Μ. τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών. Ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση περί μη λήψης υπόψη των υπό στοιχεία α', β' και γ' εγγράφων, είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελίδα 14 αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη "...όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε..." σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Όσον αφορά στην αιτίαση περί μη λήψης υπόψη του δικογράφου της πιο πάνω παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης και της περιεχόμενης σ' αυτό δικαστικής ομολογίας της τελευταίας, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το μεν προαναφερθέν δικόγραφο αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο της δίκης και όχι αποδεικτικό μέσον, οι δε αναφερόμενες σ' αυτό περιστάσεις περί οδήγησης του ασφαλισμένου στην ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη φορτηγού αυτοκινήτου από οδηγό ευρισκόμενο υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, δεν αποτελούν δικαστική ομολογία αυτής ως αντιδίκου των αναιρεσειόντων στο πλαίσιο της κυρίας αγωγής αλλά θεμελιωτικά της παρεμπίπτουσας αγωγής της γεγονότα, με την οποία η ίδια, επικαλούμενη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη για τον προαναφερθέντα λόγο, στράφηκε αναγωγικά κατά των ασφαλισμένων της (οδηγού και ιδιοκτήτη του …..

ΔΧΦ αυτοκινήτου με το …… επικαθήμενο) προς αναζήτηση κάθε χρηματικού ποσού που τυχόν υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες (αναιρεσείοντες). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1559/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο, για να καταλογίσει αποκλειστική υπαιτιότητα στο θανατωθέντα οδηγό του μοτοποδηλάτου και να μην καταλογίσει υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συνυπαιτιότητα) στο πρόσωπο του οδηγού του ….. ΔΧΦ αυτοκινήτου Κ. Μ., διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ και 17 παρ. 1 του ΚΟΚ που εφάρμοσε και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα δέχτηκε α) ότι ο Α. Μ., οδηγώντας στις 13-10-2009 και περί ώρα 13.30 το …… δίκυκλο μοτοποδήλατο, φορτωμένο με σακούλες από πάτους παπουτσιών, στη δεξιά λωρίδα της διπλής κατευθύνσεως και με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση οδό Πειραιώς, περιοχής Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πειραιά, πίσω από το …… ΙΧΦ αυτοκίνητο, επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το τελευταίο όχημα τη χρονική στιγμή που στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ρεύματος και στο μέσον αυτής εκινείτο το μήκους 17 μέτρων …… ΔΧΦ αυτοκίνητο (ρυμουλκό μετά ρυμουλκουμένου), χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει ότι το μοτοποδήλατό του έφερε σακούλες κρεμασμένες στο τιμόνι του, το ελεύθερο πλάτος του οδοστρώματος μεταξύ των δύο φορτηγών ήταν ανεπαρκές (1,5 μέτρα περίπου) και το οδόστρωμα ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης και να βεβαιωθεί, πριν εκτελέσει τον ελιγμό, ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει το προσπέρασμα χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα, λόγω των προαναφερθεισών περιστάσεων και των στροβιλισμών που προκλήθηκαν από την κίνηση του μοτοποδηλάτου ανάμεσα από δύο μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα, να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και αυτό να προσκρούσει αρχικά στην αριστερή πλευρά του ……..

ΙΧΦ αυτοκινήτου στη συνέχεια στη δεξιά πλευρά του …….. ΔΧΦ αυτοκινήτου και εν τέλει να ανατραπεί και ο ίδιος να τραυματιστεί θανάσιμα από τους τροχούς του επικαθήμενου του ……. ΔΧΦ αυτοκίνητου και β) ότι ο Κ. Μ. οδηγούσε το συνολικού μήκους 17 μέτρων …… ΔΧΦ αυτοκίνητο (ρυμουλκό μετά ρυμουλκουμένου) στο μέσον της αριστερής λωρίδας του ρεύματος της οδού Πειραιώς προς Πειραιά, παράλληλα προς το κινούμενο στη δεξιά λωρίδα και προπορευόμενο του μοτοποδηλάτου …….

ΙΧΦ αυτοκίνητο, με κανονική ταχύτητα, ότι ο ίδιος οδηγός δεν επιχείρησε και μάλιστα απροειδοποίητα ελιγμό δεξιά, ούτε μπορούσε, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, να προβλέψει την αντικανονική ανάμεσα από τα δύο φορτηγά κίνηση του μοτοποδηλάτου, η δε ανευρεθείσες στα ούρα του ποσότητες μορφίνης και κωδεϊνης ουδόλως επηρέασαν την οδηγητική του ικανότητα.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης στηρίζουν επαρκώς το ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη διευκρίνιση. Οι φερόμενες ως ελλείψεις, γιατί δεν προσδιορίζονται τα ακόλουθα: 1) Τα ακριβή σημεία του οδοστρώματος που έγιναν οι συγκρούσεις και επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του μοτοποδηλάτη, 2) οι ταχύτητες των εμπλακέντων οχημάτων, το πλάτος κάθε λωρίδας του ρεύματος κίνησης των οχημάτων και εάν το μοτοποδήλατο εξήλθε από τη δεξιά λωρίδα, 3) τα ακριβή σημεία των δύο φορτηγών με τα οποία ήλθε σε επαφή το μοτοποδήλατο, 4) πόσους τροχούς διαθέτει το επικαθήμενο του φορτηγού που οδηγούσε ο Κ.

Μ. και από ποιους εξ αυτών τραυματίστηκε θανάσιμα ο μοτοποδηλάτης, 5) εάν ο οδηγός του κινούμενου στην αριστερή λωρίδα φορτηγού αντιλήφθηκε τη σύγκρουση του μοτοποδηλάτου με το κινούμενο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας φορτηγό που προηγήθηκε και εάν ο ίδιος εκτέλεσε κάποιο χειρισμό προς αποφυγής τη σύγκρουσης του δικού του οχήματος με το μοτοποδήλατο, 6) το μήκος του κινούμενου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ΙΧΦ αυτοκινήτου και η θέση αυτού επί του οδοστρώματος σε σχέση με τη θέση του παράλληλα κινούμενου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ΔΧΦ αυτοκινήτου και 7) γιατί η ανατροπή του μοτοποδηλάτου επήλθε με τη δεύτερη κατά σειρά σύγκρουση και όχι με την πρώτη, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, αφού, πέραν του ότι ορισμένα από τα στοιχεία αυτά αναφέρονται, με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προσδιορίζονται επαρκώς οι εν γένει συνθήκες του ατυχήματος, η οδηγητική συμπεριφορά κάθε οδηγού και οι πράξεις και παραλείψεις του θανατωθέντος που συντέλεσαν αιτιωδώς (μόνον αυτές) στο επελθόν αποτέλεσμα, ενώ οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις ουδόλως εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αποδώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στο θανατωθέντα οδηγό του μοτοποδηλάτου Α. Μ. και να μην αποδώσει αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στον οδηγό του ……..

ΔΧΦ αυτοκινήτου Κ. Μ., διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αναιρεσείοντες δε, με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον λόγο αυτόν, προβάλλουν αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι ίδιοι έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, ζητώντας στην πραγματικότητα την επαναξιολόγησή τους, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων (με τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο) αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2021) αίτηση για αναίρεση της 1593/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των εκ των αναιρεσιβλήτων "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕ ΖΗΜΙΩΝ" και Χ. Μ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ