Supreme Court allows appeal against insolvency law ruling for insufficient proof of bad faith in debt. The court found the lower court erred by requiring direct fraud instead of potential bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment regarding the debtor's insolvency under Law 3869/2010. The appellant argued that the lower court incorrectly required proof of direct fraud rather than potential bad faith. The court ruled that the lower court violated the law by demanding more specific elements than legally required for establishing bad faith.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 330 of the Civil Code: The court established that the lower court erred by requiring direct fraud instead of potential bad faith for insolvency proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1171 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1171/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. - Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ……, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α` εδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο, την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Ο δόλος, δηλαδή, του οφειλέτη αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου κρίνεται μόνον από την συμπεριφορά του ιδίου και όχι από την συμπεριφορά ετέρου προσώπου και δη της τράπεζας, η οποία οφείλει βεβαίως να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου πελάτη της, όμως, εφόσον παραλείψει να το πράξει, τούτο δεν αίρει τον δόλο του οφειλέτη, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει να συναλλαχθεί ή όχι με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία (ΑΠ 1446/2018).
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Όπως δε προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ` ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 208/2020 ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, ΑΠ 166/2020).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρ. 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, στηρίζει και η νομική αοριστία της αγωγής, ένστασης κλπ, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης κ.λπ.
στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος (ΑΠ 1400/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 1-7-2012 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, η αναιρεσίβλητη ζήτησε, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτής προς την διαλαμβανόμενη στην αίτηση πιστώτριά της και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτής, κατά το ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής της απ` αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου της που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτή υπέβαλε.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθμό 38/2014 οριστική απόφασή του και αφού απέρριψε εν σιγή την προβληθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και εξαίρεσε την πρώτη κατοικία της (αιτούσας) από την εκποίηση.
Κατά της απόφασης αυτής, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 12-1-2014 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση άλλως μεταρρύθμιση της παραπάνω απόφασης, ώστε να απορριφθεί η από 1-7-2012 αίτηση. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της ως άνω έφεσης που άσκησε κατά της πρωτόδικής απόφασης, επανέφερε την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως άνω ένστασή της, παραπονούμενη για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ειδικότερα, με το τρίτο λόγο της έφεσής της η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι ''...... αμφισβητούμε την αναγκαιότητα λήψης των ένδικων δανείων και προβάλλουμε την ένσταση δολιότητας της αιτούσας ως προς το εγχείρημα ανάληψης των ένδικων δανείων, καθώς προέβη σε άσκοπο υπερδανεισμό, ικανοποιώντας ενδεχομένως την επιθυμία της για πολυτελή διαβίωση.
Η αντίδικός μας όχι μόνο δεν εξηγεί τα αίτια της υπερχρέωσής της, αλλά, αντίθετα, καταφέρνει με τα γραφόμενά της να δείξει ότι δεν είχε σοβαρό λόγο ώστε να απευθυνθεί σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα .... Η αιτούσα, ηλικίας 47 ετών, έλαβε από την Τράπεζα τρία (3) πιστωτικά προϊόντα δημιουργώντας οφειλές 103.000 €.
Και μάλιστα χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός στη ζωή της, για παράδειγμα κάποιο σοβαρό και μακροχρόνιο θέμα υγείας, που να δικαιολογούσε αυξημένη ανάγκη για πίστωση. Ποιο αλήθεια να ήταν το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων και ποια η υποχρέωσή της σε μηνιαίες καταβολές που να δικαιολογεί άδολη ανάληψη οικονομικών υποχρεώσεων αυτού του ύψους;
Και ποιες οι μηνιαίες καταβολές της; ..... ''. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 270/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αιγίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, δικάσαν ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη 270/2015 απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης και της προβληθείσας από την καθής η αίτηση - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής της οφειλής της, τα ακόλουθα: '' .......
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, η καθ' ης, ήδη εκκαλούσα, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η αιτούσα ήδη εφεσίβλητη, δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, λαμβάνοντας δάνεια, δυσανάλογα προς τις οικονομικές της δυνατότητες. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας, ήδη εφεσίβλητης, σε αδυναμία πληρωμής (άρθρο 1 του ν. 3869/2010), κατά το χρόνο σύναψης των επίμαχων δανειακών συμβάσεων, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, διότι η εκκαλούσα, δεν παραθέτει επιπροσθέτως, όπως όφειλε σύμφωνα με όσα στην ως άνω νομική σκέψη εκτίθενται, περιστατικά που να συνιστούν πρόκληση, εκ μέρους της οφειλέτριας, κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών, παραπλάνησης των πιστωτριών της ως προς την οικονομική της κατάσταση και συμπεριφορά.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε σιγή την ένσταση αυτή, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....''. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με τον μοναδικό λόγο της από 22-5-2018 αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, με την πληττόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε κι εφήρμοσε την έννοια του δόλου, του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
α` του ν. 3869/2010 σε συνδ. και με το άρθρο 330 του ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον απέρριψε ως αόριστη, την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως, με αυτοτελή λόγο έφεσης, ένστασή της περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και περιορίζοντας εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως σε περιπτώσεις απατηλής συμπεριφοράς (παραπλάνησης) εκ μέρους του οφειλέτη (δηλ.
άμεσου δόλου), ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ειδικότερα δε, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω ισχυρισμό της, δεχόμενο ότι μόνη η επίκληση από την πιστώτρια της εκ μέρους της οφειλέτριας ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, δια του δανεισμού της, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας της να τις αποπληρώσει, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες αυτής [οφειλέτριας] που να συνιστούν πρόκληση εκ μέρους της, κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών, παραπλάνησης των πιστωτριών της ως προς την οικονομική της κατάσταση και συμπεριφορά.
Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο και ειδικότερα με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης της υπερχρεωμένης οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτής και πιο συγκεκριμένα εξαπάτηση (παραπλάνηση) εκ μέρους της των πιστωτριών της τραπεζών, ως προς την οικονομική της κατάσταση και συμπεριφορά, αποκλείοντας τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών με ενδεχόμενο δόλο, παραβίασε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, που προσδιορίζει την αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνει αυτόν σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1460/2019).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 περ. β' του ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β` του ν 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 270/2015 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή. Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ