Legislator Case Law & Legislation
1171/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract, upholding employer's right to terminate without fault.

Case Number 1171/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the second-instance court's decision to reject the employment contract termination. The court found that the employer validly terminated the contract after the employee failed to meet sales targets, and full statutory severance pay was provided. Consequently, the court ruled that the termination was lawful and the employee was not entitled to damages for breach of contract or moral injury.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2: When an employer terminates a labor contract lawfully and pays full statutory severance, the employee cannot claim damages for breach of contract or moral injury.

Keywords

AI generated
termination of employment contract statutory severance pay breach of contract damages moral injury compensation labor law dispute employee fault court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191 παρ. 2

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1171 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1171/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. χήρας Γ. Β. το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Χαρίτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 821/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 5166/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22-7-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1651/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3871/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-4-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1325/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 9-10-2017 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-10-2017 κλήση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος νόμιμα φέρονται προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση οι 1) από 6-12-2007 έφεση αυτού και 2) από 15-2-2008 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της υπ' αριθ. 821/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 10-6-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1325/2017 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης από τον ενάγοντα κατά της υπ' αριθ. 3871/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αναίρεση της προηγηθείσας υπ' αριθ. 5166/2008 απόφασης του δικαστηρίου εκείνου (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας προσέφερε στην πρώτη εναγόμενη, της οποίας η δεύτερη τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, τις υπηρεσίες του ως επιθεωρητής πωλήσεων κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-1990 έως 13-4-2005 και άκυρη καταγγελία αυτής, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, να υποχρεωθεί η εναγομένη με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως της νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερης των εναγομένων, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και να του καταβάλει, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, το ποσό των 18.229,50 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, διαφορά πρόσθετης συμφωνηθείσας ετήσιας παροχής (bonus/έτους 2004, οικειοθελή πρόσθετη παροχή Μαρτίου 2005 και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητος του συνεπεία της παράνομης απόλυσής του, άλλως το ποσό των 15.323,76 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, πλην των μισθών υπερημερίας αλλά και για διαφορά αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 821/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ για διαφορά οικειοθελούς παροχής. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν δύο αντίθετες εφέσεις και συγκεκριμένα η από 6-12-2007 έφεση του ενάγοντος και η από 15-2-2008 έφεση των εναγομένων, επ' αυτών δε εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5166/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η άνω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων άσκησε αναίρεση, επίσης οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1651/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω Εφετειακή απόφαση για τον λόγο ότι δεν ελήφθη υπόψη η νομίμως προσκομισθείσα υπ' αριθ. ...86/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ.

Μ. ενώπιον της συμ/φου Α. Τ.. Μετά την παραπομπή της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3871/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία και πάλι απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απέρριψε την αγωγή. Επί ασκηθείσης εκ μέρους του ενάγοντος δεύτερης αίτησης αναιρέσεως κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1325/2017 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. 3871/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον λόγο: 1) ότι δεν ελήφθη υπόψη η υπ' αριθ. ...86/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ.

Μ. ενώπιον της συμ/φου Α. Τ. και β) η υπ' αριθ. ...23/5.11.2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Ζ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και 2) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει (αρθ. 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ) ήτοι την ...17/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε. ενώπιον της συμ/φου Β. Ρ., η οποία είναι ανυπόσπαστο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι ο ανωτέρω ενόρκως βεβαιών είχε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, κρατήθηκε δε κατόπιν αυτού η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2, 672 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 232, 233, 238, 669 και 672, 45, 67, 68, 70 του Α.Κ., προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας.

Αν όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία, ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούσει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας. Επί καταγγελίας που έγινε από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 Α.Κ., που αναφέρονται στην, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για την συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βουλήσεως από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. παρ. 1 και 2 του κωδ/νου ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας./Ειδικότερα, ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε., ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.

Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ' αυτή αλλά όργανό της.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από ,το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ.

Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής- που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, συγκεκριμένες πράξεις, που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο.

Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο. Τέλος, από πς διατάξεις του άρθρου 7α περ. γ και 7β παρ. 15 του ν. 2190/20, όπως προστέθηκαν με το Π.Δ. 409/1986, προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

Η δημοσιότητα αυτή, όσον αφορά το διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό-δηλωτικό χαρακτήρα, γι'αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ• αυτής οι τρίτοι (ΑΠ1204/2000).

Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων, που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν ως υποκατάστατα αυτής, ενόψει του όπ ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζουν πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό.

Αντίθετα, δεν υποβάλλονται στην δημοσιότητα που προαναφέρθηκε, οι αποφάσεις της διοίκησης, που αφορούν τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής, που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν την βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από την υπ' αριθ. ...75/28.4.2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Μ. ενώπιον της συμ/φου Α. Τ., που προσκομίζει ο ενάγων, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ.

τις υπ' αριθ. ....12/27.4.2006 και ...13/27.4.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.), την υπ' αριθ. 3286/9.5.2006 ένορκη εξέταση του αυτού ως άνω μάρτυρος Σ. Μ., που προσκομίζει ο ενάγων και ελήφθη μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, εντός της νόμιμης προθεσμίας για την προσθήκη - αντίκρουση μετά από νομότυπη πρόσκληση των εναγομένων στο ακροατήριο, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, την υπ' αριθ. ...23/5-11-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Σ.

Ζ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκομίζει ο ενάγων και ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ' αριθ. ...68Γ και ...69Γ/4-11-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ.) από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους υπ' αριθ. ....14/9-5-2006, ...15/9-5-2006 και ....16/9-5-2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμ/φου Β.

Ρ., οι οποίες ελήφθηκαν μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου και εντός της τριήμερης προθεσμίας για την προσθήκη αντίκρουση μετά από νομότυπη πρόσκληση του ενάγοντος στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, σημειουμένου ότι η προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...17/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης Χ.

Ε. ενώπιον της ανωτέρου συμ/φου δεν λαμβάνεται υπόψη ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, από τις υπ' αριθ. ....90, ...91 και ...92/8.4.2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κρωπίας, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ' αριθ. ....67/7-4-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ.

Π.) και από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα αποδείχθησαν τα ακόλουθα:

"Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε στις 17-10-1990 από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία (νόμιμη εκπρόσωπος της οποίας είναι η δεύτερη εναγόμενη), η οποία ασκεί εμπόριο ειδών διατροφής, διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο διανομής σε ολόκληρη την Ελλάδα και Είναι αντιπρόσωπος και κύριος διανομέας διαφόρων οίκων του εσωτερικού και του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων η εταιρεία δημητριακών με την επωνυμία "...", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως επιθεωρητή πωλήσεων και με την ειδικότητά του αυτή εργάσθηκε στην ως άνω επιχείρηση έως τις 13.4.2005, όταν η εναγόμενη εταιρεία, με την από ιδία ημεροχρονολογία έγγραφη καταγγελία της, κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος και τον απέλυσε.

Η εν λόγω καταγγελία, η οποία έγινε επ' ονόματι της εναγομένης, υπογράφηκε από το μέλος του Δ.Σ. της τελευταίας και Οικονομικό Διευθυντή Χ. Ε., γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί η εναγόμενη. Ο τελευταίος είχε την εξουσία να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση, καθόσον είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο, δυνάμει του επικαλουμένου και προσκομιζομένου από την εναγόμενη υπ' αριθμ. 411/30-3-2005 πρακτικού συνεδριάσεως του Διοικητικού της Συμβουλίου και συνεπώς η ένδικη καταγγελία, δεν είναι ανυπόστατη, εφόσον δεν εγένετο από πρόσωπο αναρμόδιο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη χορηγούσε από ελευθεριότητα σε όλο το προσωπικό της (άρθρ. 7 του Κανονισμού της Εργασίας). από το Γενικό Διευθυντή μέχρι το χειριστή ανυψωτικού και τους εργάτες που εργάζονται στην αποθήκη οικειοθελείς παροχές (bonus), με κριτήρια τη συνέπεια, τους την άσκηση των καθηκόντων τους, την παραγωγικότητα τους, το πνεύμα συνεργασίας προς τους προϊσταμένους και υφισταμένους τους καθώς και την θέση τους στην εταιρία, ουδέποτε δε συνέδεσε τις ως άνω οικειοθελείς παροχές με τον κύκλο εργασιών της ("τζίρος").

Η πρόσθετη παροχή εδίδετο είτε εφάπαξ στο τέλος του έτους είτε σε δύο δόσεις στο τέλος κάθε εξαμήνου. Ο Γενικός Διευθυντής, ανάλογα με την εικόνα που παρουσίαζε κάθε Διεύθυνση και τις δυνατότητες της εναγομένης εταιρίας, καθόριζε ποίο ποσό θα διανέμετο στο προσωπικό της ως οικειοθελής παροχή. Το ποσό αυτό ανακοινώνετο στους Διευθυντές κάθε Τμήματος, οι οποίοι ήταν αρμόδιοι να διανείμουν την οικειοθελή παροχή προς τους υπαλλήλους του Τμήματος τους.

Αρμόδιος δε για τον καθορισμό των προσθέτων παροχών προς τους Επιθεωρητές Πωλήσεων, ήταν ο επί είκοσι έτη Διευθυντής Πωλήσεων και προϊστάμενος του ενάγοντα Γ. Π., ο οποίος είχε την ευθύνη της διανομής του προς τους υπαλλήλους του τμήματος του, σύμφωνα με την εικόνα που παρουσίαζαν τη χρονική περίοδο που αφορούσε η οικειοθελής παροχή, με γνώμονα τα ως άνω κριτήρια.

Ο ενάγων ήταν μεσαίο στέλεχος της εναγομένης και συγκεκριμένα Επιθεωρητής Πωλήσεων, με τομέα ευθύνης τις αλυσίδες υπεραγορών τροφίμων ..., .... και ... από το έτος 2004, που ξεκίνησε εκ νέου η συνεργασία της εναγομένης με τις εταιρείες αυτές, η οποία είχε διακοπεί στο παρελθόν λόγω κάποιων προβλημάτων. Η συνεργασία με όλες τις ως άνω αλυσίδες υπεραγορών εβασίζετο σε κεντρικές συμφωνίες μεταξύ του εμπορικού διευθυντή Γ.

Π. και της Διοίκησης της εν λόγω εταιρίας, τις οποίες ο ενάγων όφειλε να υλοποιεί. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, καθόσον α) εγένετο από λόγους εκδικήσεως της εναγομένης προς το πρόσωπο του, λόγω της διαμαρτυρίας του για την καταβολή μειωμένης της ετήσιας πρόσθετης παροχής (bonus) έτους 2004, στο ποσό των 2.725,01 ευρώ και μη καταβολής οικειοθελούς παροχής Μαρτίου 2005, ποσού 7.000 ευρώ, και β) δεν υπήρξε αναγκαία.

διότι η εναγόμενη ηδύνατο να προσφύνει σε ηπιότερα μέτρα, όπως μετακίνηση του σε άλλη θέση των επιχειρήσεων της ή έστω με μία τροποποιητική καταγγελία. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εγένετο για αντικειμενικούς λόγους που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντα λόγω πλημμελούς εκτελέσεως εκ μέρους του των ως άνω καθηκόντων του, της μειώσεως της αποδοτικότητας αυτού και του κλονισμού της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς αυτόν, οι οποίοι κατέστησαν αναγκαία την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 31-8-2004, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει το Διευθυντή Πωλήσεων Γ. Π. και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του, με δική του πρωτοβουλία, συμφώνησε με την αλυσίδα υπεραγορών τροφίμων ... να συμμετάσχει η εναγομένη εταιρεία στην κερδοκάρτα της εν λόγω αλυσίδας με τέσσερα προϊόντα δημητριακών της ... (... ... 375 GR, ... ... 375 GR, ... ... ... 375 GR και ... ... 14X 6X 23G), προσφέροντας για αυτά έκπτωση 0,30 ευρώ ανά συσκευασία προϊόντος, με σύγχρονη προβολή των εν λόγω προϊόντων στα φυλλάδια της άνω αλυσίδας κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-2004 έως 6-11-2004.

Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού η εναγόμενη και συγκεκριμένα ο διευθυντής πωλήσεων Γ. Π. έγινε δέκτης εντόνων παραπόνων από τους υπεύθυνους άλλων αλυσίδων υπεραγορών τροφίμων, μεγάλων πελατών της εναγομένης, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν ότι ακολουθούσαν πολιτική διακρίσεων εις βάρος τους και υπέρ της συγκεκριμένης αλυσίδας.

Ο ανωτέρω δ/ντής πωλήσεων, αφού έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις στον ενάγοντα, προκειμένου να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στις σχέσεις της εναγομένης με τις εν λόγω εταιρίες, υποχρεώθηκε να προσφέρει και σε αυτές την ίδια έκπτωση στα ανωτέρω προϊόντα με την αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση για την εναγομένη εταιρεία.

Εξ αιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του ενάγοντος κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπο του, με συνέπεια ο εμπορικός διευθυντής να είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί το έργο του και ειδικότερα τις συναντήσεις του ενάγοντος με τους εκπροσώπους της ... για την υλοποίηση των κεντρικών συμφωνιών και ουσιαστικά να έχει αναλάβει μεγάλο μέρος των αρμοδιοτήτων του.

Από την πλευρά του ο ενάγων έπαψε να είναι συνεργάσιμος με τον εμπορικό διευθυντή, δεν τον ενημέρωνε για τα θέματα που αφορούσαν τις αρμοδιότητες του, ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του και γενικά δεν επεδείκνυε κανένα ζήλο κατά την εκτέλεση τους. Επειδή η αποδοτικότητα, η συνέπεια, η εργατικότητα, ο βαθμός συνεργασίας η συμπεριφορά και εν γένει η εικόνα που παρουσίαζε ο ενάγων δεν απηχούσαν σε μεσαίο στέλεχος της εναγομένης με συνέπεια να προκαλείται σοβαρή δυσλειτουργία στο εμπορικό τμήμα της εναγομένης, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος κατέστη επιβεβλημένη, διότι η εναγομένη εταιρεία δεν είχε άλλη δυνατότητα αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών με άλλα ηπιότερα μέτρα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι συνεπεία της μειώσεως της αποδοτικότητας του ενάγοντος και της ελλείψεως συνεργασίας αυτού, ο εμπορικός Διευθυντής του ανακοίνωσε ότι η οικειοθελής παροχή (bonus), που θα ελάμβανε για το έτος 2004 ορίστηκε σε 4.000 ευρώ, μειωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, λόγω ακριβώς της εικόνας που παρουσίαζε.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι για bonus 2004 έπρεπε να λάβει όχι το ποσό των 4.000 ευρώ αλλά το ποσό των 4.725,01 ευρώ, ήτοι παροχή ύψους 0.010% επί του ετησίου τζίρου της εναγομένης, ο οποίος για το έτος 2004 ανήλθε σε 47.205,151 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως αποδείχθηκε, το ύψος της πρόσθετης παροχής (bonus) καθορίζετο εκάστοτε από την γενική διεύθυνση και δεν τελούσε σε συνάρτηση με τον κύκλο εργασιών (τζίρος) της εναγόμενης και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η επίδειξη των τιμολογίων από τα οποία προκύπτει το ύψος του τζίρου που επιτύγχανε η εναγομένη.

Το ανωτέρω ποσό της οικειοθελούς παροχής (bonus) του έτους 2004, που ορίστηκε στο ποσό των 4.000 ευρώ, καταβλήθηκε στον ενάγοντα σε δύο δόσεις ήτοι με την μισθοδοσία μηνός Ιουνίου 2004 το ποσό των 2.000 ευρώ και με την μισθοδοσία μηνός Δεκεμβρίου 2004 το υπόλοιπο ποσό των 2.000 ευρώ και συνεπώς ουδέν ποσό οφείλεται στον ενάγοντα από την αιτία αυτή.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι λόγω της πτώσης των πωλήσεων δημητριακών της εταιρίας ..., κατά το πρώτο δίμηνο του έτους 2005 στα τέλη Φεβρουαρίου 2005, η εταιρία ... Μεγάλης Βρετανίας ανακοίνωσε στην Διοίκηση της εναγομένης ότι αποφάσισε να διαθέσει το ποσό των 100.000 ευρώ για προωθητικές ενέργειες (προσφορές, εκπτώσεις κλπ) κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως 31n Μαρτίου 2005, με στόχο να πωληθούν 100.000 κιβώτια δημητριακών.

Ο Εμπορικός Διευθυντής της εναγομένης ανακοίνωσε στα στελέχη του Τμήματος Πωλήσεων (με την έγκριση της διοίκησης της εταιρίας), ότι σε περίπτωση που ο στόχος της πώλησης των 100.000 κιβωτίων επιτυγχάνετο, χωρίς να αναλώνεται το προς διάθεση για την επίτευξη του ποσό των 100.000 ευρώ, το υπολειπόμενο ποσό θα διανέμετο μεταξύ των στελεχών του εμπορικού τμήματος ως οικειοθελής παροχή (bonus), τα οποία θα συμμετείχαν ενεργά στην ευόδωση του εγχειρήματος.

Ο ενάγων ουδεμία συμμετοχή είχε στο συγκεκριμένο εγχείρημα. Όλες οι συμφωνίες για την προώθηση των προϊόντων, για την προβολή τους στα ράφια και στα φυλλάδια, για τα stands, οι διαπραγματεύσεις για τις προσφορές και όλες εν γένει οι ενέργειες για την ευόδωση του ως άνω στόχου, σε σχέση με την αλυσίδα ..., έγιναν από κοινού από τον Γ.

Π., Εμπορικό Διευθυντή της εναγομένης και τον Γ. Γ., πωλητή της εταιρίας και υφιστάμενο του ενάγοντα, οι οποίοι ουσιαστικά υποκατέστησαν αυτόν. Ο στόχος πώλησης των 100.000 κιβωτίων δημητριακών για τον μήνα Μάρτιο 2005 επιτεύχθηκε, διατέθηκε δε το ποσό των 83.000 ευρώ για την επίτευξή του και απέμεινε το ποσό των 17.000 ευρώ το οποίο διανεμήθηκε στους συμμετέχοντες για την επίτευξη του τον μήνα Ιούνιο 2005 ήτοι μετά την κατά τ' ανωτέρω στις 13-4-2005 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.

Τέλος αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την απόλυσή του έλαβε ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 26.890 ευρώ, που αντιστοιχεί στην εκ του νόμου οφειλόμενη σ' αυτόν αποζημίωση. Επομένως, εφόσον η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε εγγράφως και καταβλήθηκε πλήρης η νόμιμη οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως, η καταγγελία είναι έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματα αυτής, ήτοι την λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και, εφόσον η εναγόμενη δεν περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, δεν δικαιούται αυτός τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας.

Επίσης, εφόσον το δικαίωμα της εργοδότριας για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, ο ενάγων δεν υπέστη προσβολή της προσωπικότητας του και δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει: 1) να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 6-12-2007 έφεση του ενάγοντος και να καταδικαστεί αυτός στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), 2) να γίνει δεκτή η από 15-2-2008 έφεση των εναγομένων ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 821/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή, ακολούθως δε, αφού δικασθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο ενάγων - εφεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων - εκκαλούντων λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας μετά από αναίρεση αντιμωλία των διαδίκων.

Συνεκδικάζει τις από 6-12-2007 και από 15-2-2008 αντίθετες εφέσεις αυτών.

Δέχεται τυπικά αυτές.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 6-7-2007 (υπ' αριθ. καταθ. 172/2008) έφεση του ενάγοντος.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 15-2-2008 (υπ' αριθ. καταθ. 1837/2008) έφεση των εναγομένων.

Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 821/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει εκ νέου επί της από 10-6-2005 (υπ' αριθ. καταθ. 2917/2005) αγωγής του ενάγοντος.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τον ενάγοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ