1171/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18-12-2008 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί, συνδεόμενοι από ετών με το "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (στο εξής: ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, παρέχοντες την εργασία τους στην περιοχή του Δήμου Σερρών και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ν. 2470/1997 και κατόπιν ν. 3205/2003), ζήτησαν την καταβολή της διαφοράς μεταξύ του μείζονος ποσού του μηνιαίου επιδόματος προβληματικών και παραμεθορίων περιοχών, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς των έπρεπε να καταβάλλεται σ’ αυτούς και του ελάσσονος ποσού, το οποίο πράγματι καταβλήθηκε στον καθένα από αυτούς ως μηνιαίο επίδομα προβληματικών [μόνο, ήτοι όχι και παραμεθορίων] περιοχών, για το χρονικό διάστημα ως προς μεν τους εννέα πρώτους από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2008, ως προς δε τους δέκατο και ενδέκατο από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2008.
Legislator headnote
AI generated1171/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-12-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Full text
Απόφαση 1171 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1171/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου κατ’ άρθρο 51 του ν. 4387/2016 του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Καραλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), ως καθολικού διαδόχου του κλάδου υγείας του αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τους υπαλλήλους που εντάχθηκαν σ’ αυτό μετά τη σύστασή του με το άρθρο 17 παρ.1 και 2 του ν. 3918/2011, μεταξύ των οποίων και οι τρίτη, τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ενδέκατος από τους αναιρεσίβλητους, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Στάθη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Π. του Σ., 2) Χ. Μ. του Δ., 3) Ζ. Τ. του Ζ., 4) Γ. Π. του Γ., 5) Σ. Θ. του Μ., 6) Γ. Κ. του Α., 7) Θ. Π. του Α., 8) Γ. Π. του Κ., 9) Β. Σ. του Λ., 10) Π. Π. του Π. και 11) Γ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκε η 171/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 144/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το πρώτο από τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα, με την από 20-1-2012 αίτησή του και τους από 16-11-2015 πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι στρέφονται μόνο κατά των πέμπτου και δέκατου από τους αναιρεσίβλητους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου από τα αναιρεσείοντα δήλωσε στο δικαστήριο ότι παραιτείται του από 20-1-2012 δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους εκτός του πέμπτου, Σ. Θ. και του δέκατου, Π. Π., για τους οποίους και μόνο παρίσταται και ζητεί τη συνέχιση της δίκης.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-12-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του πρώτου από τα αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων ως προς τους πέμπτο και δέκατο από τους αναιρεσίβλητους και την καταδίκη αυτών στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18-12-2008 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί, συνδεόμενοι από ετών με το "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (στο εξής: ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, παρέχοντες την εργασία τους στην περιοχή του Δήμου Σερρών και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ν. 2470/1997 και κατόπιν ν. 3205/2003), ζήτησαν την καταβολή της διαφοράς μεταξύ του μείζονος ποσού του μηνιαίου επιδόματος προβληματικών και παραμεθορίων περιοχών, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς των έπρεπε να καταβάλλεται σ’ αυτούς και του ελάσσονος ποσού, το οποίο πράγματι καταβλήθηκε στον καθένα από αυτούς ως μηνιαίο επίδομα προβληματικών [μόνο, ήτοι όχι και παραμεθορίων] περιοχών, για το χρονικό διάστημα ως προς μεν τους εννέα πρώτους από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2008, ως προς δε τους δέκατο και ενδέκατο από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2008.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 171/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 4.640 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της. Κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ άσκησε την από 1-3-2010 έφεση. Επ’ αυτής, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 144/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι είχαν υποκύψει σε παραγραφή οι αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από τη γέννηση μιας εκάστης μέχρι την 3-3-2007, εξαφανίσθηκε η τότε εκκαλουμένη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το χρονικό διάστημα μετά την 3-3-2007 και μέχρι την 31-12-2008.
Κατόπιν αυτού, επιδικάσθηκε στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των (μηνιαία διαφορά 80 ευρώ επί χρονική διάρκεια 21 μηνών=) 1.680 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ άσκησε την από 20-1-2012 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενο καθ’ απάντων των εναγόντων.
Η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και ασκήθηκε εμπροθέσμως από το ηττηθέν εναγόμενο (ΚΠολΔ 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 564 παρ.3). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή.
2. Είναι αληθές ότι με το άρθρο 17 παρ.1 και 2 του ν. 3918/2011, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε και έκτοτε ισχύει, συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ο "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (στο εξής: ΕΟΠΥΥ), ο οποίος αποτελεί κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης και στον οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο κλάδος υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τις μονάδες υγείας του και τις λοιπές συγγενείς υπηρεσίες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.1, περίπτωση Β’ , υποπερίπτωση α’ και β’ του ν. 3918/2011, οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος κλπ συνιστούν στο εξής τις περιφερειακές υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ.
Η ένταξη των υπηρεσιών αυτών στον ΕΟΠΥΥ μπορεί να είναι σταδιακή και να πραγματοποιείται με την έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο της εν λόγω νομοθετικής εξουσιοδότησης, από 1-1-2012, μεταφέρθηκαν, από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στον ΕΟΠΥΥ, οι νομαρχιακές μονάδες υγείας, οι τοπικές μονάδες υγείας, τα τοπικά ιατρεία, τα διαγνωστικά κέντρα κλπ, που αποτελούσαν εν γένει τις υπηρεσίες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Όλες οι ως άνω μεταβολές, όμως, δεν είχαν ως άμεση συνέπεια τη διάλυση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο, αντιθέτως, εξακολούθησε να υφίσταται και ήδη μετονομάσθηκε σε "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (στο εξής: ΕΦΚΑ). Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο άσκησης την ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (κατάθεση 20-1-2012), το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εξακολουθούσε να υφίσταται και να νομιμοποιείται στην άσκησή της ως ηττηθείς διάδικος.
Είναι διαφορετικό το ζήτημα εάν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, μετά τις ως άνω μεταβολές, εξακολούθησαν να έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οπότε αυτό νομιμοποιείται στη συνέχιση της δίκης εναντίον τους ή μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, οπότε αυτός, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μόνο ως προς το προσωπικό που μεταφέρθηκε σ’ αυτόν (άρθρο 33 παρ.9 του ν. 3918/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ.2 περ.
γ’ του ν. 4368/2016 και ισχύει αναδρομικά από 1-1-2012), νομιμοποιείται αντιστοίχως. Αλλά και πέραν τούτου, η νομιμοποίηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως προς την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και την υποστήριξή της συνάγεται και από το υπεδάφιο της ίδιας παραγράφου, σύμφωνα με το οποίο "δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον ΕΟΠΥΥ, ακόμη και αν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον ΕΟΠΥΥ, εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον ΕΟΠΥΥ, ανήκε το προσωπικό".
Εξ αυτών συνάγεται ότι ως προς τη ζήτημα της νομιμοποίησης είναι κάθε φορά ερευνητέο το ποια ήταν εξέλιξη της σύμβασης εργασίας του προσωπικού, για το οποίο πρόκειται.
3.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνάγεται από τα διαδικαστικά έγγραφα και συνομολογείται από τον παριστάμενο ΕΟΠΥΥ (βλ. τις προτάσεις που κατέθεσε), οι εκ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. Θ. (5ος) και Π. Π. (10ος) είχαν συνταξιοδοτηθεί πριν από την ίδρυση του οργανισμού και ουδέποτε μεταφέρθηκαν σ’ αυτόν ως προσωπικό του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Αντιθέτως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, ως προς τις αξιώσεις αυτών εξακολουθεί να ευθύνεται το τελευταίο, ως ο τελευταίος εργοδότης. Επομένως, ως προς αυτούς, ο παριστάμενος ΕΦΚΑ, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νομίμως συνεχίζει τη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως και έχει ασκήσει, επί πλέον, τους από 16-11-2015 πρόσθετους λόγους, που έχουν κατατεθεί και επιδοθεί νομίμως.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως ...-11-2015 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Ι. Ν. και .../3-11-2015 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Σ. Γ., οι ως άνω δύο αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν εμπροθέσμως για να παρασταθούν στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (12-1-2016) προς συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί ύστερα από δύο διαδοχικές αναβολές εκ του πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθούν ερήμην. Η συζήτηση της υποθέσεως, όμως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία αυτών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
4.Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συζήτησης, ο παριστάμενος ΕΦΚΑ, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δήλωσε προς το δικαστήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς άπαντες τους αναιρεσίβλητους, εκτός από τους δύο προμνημονευθέντες για τους οποίους παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας και μετά την υπεισέλευση του ΕΟΠΥΥ στη θέση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως προς το προσωπικό του κλάδου υγείας που έχει μεταφερθεί σ’ αυτόν, ελλείπει τόσο η νομιμοποίηση του ΕΦΚΑ όσο και το έννομο συμφέρον αυτού για να παραιτηθεί από δικόγραφο (και έναντι διαδίκων) ως προς το οποίο (και τους οποίους) έχει υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος τρίτο πρόσωπο (ο ΕΟΠΥΥ). Επομένως, η υποβληθείσα δήλωση παραιτήσεως είναι απαράδεκτη.
5. Κανένας από τους παριστάμενους διαδίκους δεν επικαλείται κλήτευση των υπολοίπων από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι απολείπονται και ως προς τους οποίους ο ΕΟΠΥΥ διευκρινίζει ότι οι μεν 3η, 4ος, 6ος, 7ος, 8ος και 11ος έχουν μεταφερθεί σ’ αυτόν, για τους οποίους παρίσταται και ζητεί την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ οι 1ος, 2ος και 9ος έχουν μεταφερθεί στην 4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Ελλάδος (4η ΔΥΠΕ), η οποία δεν μετέχει στη δίκη. Ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και για τους οποίους ως καθολικοί διάδοχοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομιμοποιούνται αντιστοίχως ο ΕΟΠΥΥ και η 4η ΔΥΠΕ, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση λόγω της υφιστάμενης απλής ομοδικίας και να κηρυχθεί απαράδεκτη η διεξαχθείσα συζήτηση (ΚΠολΔ 576 παρ.3).
6.Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της ισότητας, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β’ του αυτού Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που επιβάλλει την ευνοϊκή εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (ΟλΑΠ 16/2015, 17/2015 και 31/2007, ΑΠ 463/2014).
7.Εξάλλου, με το άρθρο 8 παρ.1 και 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ", στις διατάξεις του οποίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ (άρθρο 1 παρ.1) και η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004 (άρθρο 56), ορίζεται ότι, "εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα [...] 4) προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών, όπως οι περιοχές αυτές καθορίζονται με τις ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/30- 10-1992 (ΦΕΚ 667 Β) και ΔΙΔΑΔ/Φ.42/2175/11943, 11639 και 11981/20-12-1995 (ΦΕΚ 1054 Β) κοινές υπουργικές αποφάσεις (στο εξής:
ΚΥΑ) και το άρθρο 1 του ν. 287/1976 αντίστοιχα και μόνο για όσο χρόνο οι δικαιούχοι του επιδόματος αυτού υπηρετούν σ’ αυτές, οριζόμενο ως εξής : α) για προβληματικές περιοχές κατηγορίας Β’ , σε σαράντα (40) ευρώ, β) για προβληματικές περιοχές κατηγορίας Α’ , με εξαίρεση τις εξ αυτών παραμεθόριες του ν. 287/1976, σε πενήντα (50) ευρώ, γ) για όσες περιοχές χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα προβληματικές και παραμεθόριες, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ".
Κατά την εισηγητική έκθεση του ν. 3205/2003, το προαναφερόμενο επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους που υπηρετούν στις περιοχές, οι οποίες καθορίζονται με συγκεκριμένες διατάξεις και υπουργικές αποφάσεις, μόνο για όσο χρόνο οι δικαιούχοι υπηρετούν στις περιοχές αυτές, οριζόμενο κατά μήνα και κατά κατηγορία περιοχής λόγω των ιδιαιτεροτήτων που αυτές παρουσιάζουν και αποτελεί κίνητρο για την παραμονή τους στις υπηρεσίες των περιοχών αυτών.
Περαιτέρω, με την ως άνω ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 64 παρ.1 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, ο Νομός Σερρών (Δήμοι ...) καθορίστηκε ως προβληματική περιοχή κατηγορίας Β’ . Κατά δε το άρθρο 1 του ν. 287/ 1976 "περί μέτρων τινών αφορώντων εις τους υπηρετούντας εις παραμεθορίους περιοχάς δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους", ως παραμεθόριες περιοχές, για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού, νοούνται οι περιοχές των νομών Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου.
Ενώ, με την ως άνω ΔΙΔΑΔ/Φ.42/ 2175/11943, 11639 και 11981/1995 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εθνικής Οικονομίας καθορίστηκαν οι αναφερόμενες περιοχές των Νομών Φλώρινας, Καστοριάς, Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας και Κέρκυρας ως παραμεθόριες περιοχές για την εφαρμογή και μόνο του άρθρου 9 παρ.22 του ν. 2266/1994, που αφορά αποκλειστικά σε μετατάξεις τακτικών υπαλλήλων για την κάλυψη κενών θέσεων δημόσιων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ των παραμεθόριων περιοχών.
Τέλος, με το άρθρο 9 του ν. 3714/2008 ορίζεται ότι το επίδομα της παραγράφου 4 περ. γ’ του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (για τους υπηρετούντες σε όσες περιοχές χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα προβληματικές και παραμεθόριες) χορηγείται και στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που υπηρετούν στο νομό Σερρών, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης, μόνο, όμως, από 1-1-2009 και μετέπειτα.
Σημειώνεται ότι και με το άρθρο 8 παρ.5 του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", το οποίο καταργήθηκε από 1-1-2004 με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε χορηγηθεί τακτικό επίδομα προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ που υπηρετούσαν σε προβληματικές και παραμεθόριες περιοχές, όπως οι περιοχές αυτές καθορίζονται με τις ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/1992 και ΔΙΔΑΔ/Φ.42/2175/ 11943, 11639 και 11981/1995 ΚΥΑ και με το άρθρο 1 του Ν. 287/1976.
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομός Σερρών ναι μεν έχει χαρακτηριστεί ως προβληματική περιοχή, με την ΔΙΔΑΔ/ Φ.50/265/29847/1992 ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 64 παρ.1 του ν. 1943/ 1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, αλλά δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των περιοχών που περιοριστικά χαρακτηρίζονται ως παραμεθόριες, ούτε γενικώς, δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 287/1976, ούτε ειδικώς, δυνάμει της ΔΙΔΑΔ/Φ.42/2175/11943, 11639 και 11981/1995 ΚΥΑ για την εφαρμογή του άρθρου 9 παρ.22 του ν. 2264/1994, που αφορά μόνο στις μετατάξεις.
Επομένως, οι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ που υπηρετούν στο νομό Σερρών δεν δικαιούνται το χορηγούμενο επίδομα προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 4 περ. γ’ του ν. 3205/2003 και ορίζεται κατά μήνα στο ποσό των 120 ευρώ, από 1-1-2004, αλλά μόνο από 1-1-2009, δυνάμει του άρθρου 9 του ν. 3714/2008.
8.Η νομοθετική πρόβλεψη της χορήγησης του εν λόγω επιδόματος παραμεθόριων περιοχών στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ που υπηρετούν στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου και στους μετατασσόμενους υπαλλήλους σε συγκεκριμένες περιοχές των νομών Φλώρινας, Καστοριάς, Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας και Κέρκυρας, όχι όμως και στους υπαλλήλους που έως την 31-12-2008 υπηρετούσαν στο νομό Σερρών, δεν συνιστά άνιση και δυσμενή μεταχείριση των τελευταίων και δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον συνέχεται αποκλειστικά με τον τόπο της υπηρεσίας τους. Στηρίζεται, δηλαδή, σε απρόσωπα και αντικειμενικά κριτήρια με στόχο την ενίσχυση συγκεκριμένων περιοχών της χώρας, η οποία επιτυγχάνεται [μεταξύ άλλων, και] με την προσέλκυση και παραμονή υπαλλήλων προς στελέχωση περιφερειακών, απομακρυσμένων, δημόσιων υπηρεσιών, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ και εξυπηρέτηση, έτσι, της αναγκαιότητας για διοικητική αποκέντρωση (ΑΠ 135, 124/2015).
9.Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε τη διαφορά κατ’ έφεση, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες, εκεί εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους συνεχίζεται νομίμως η δίκη (βλ. παραπάνω, αρ.3), απασχολήθηκαν ως υπάλληλοι του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους ως ιατροί στον κλάδο υγείας αυτού, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, από 1-4-1991 ο πρώτος (στην αγωγή πέμπτος) και από 4-2-2004 ο δεύτερος (στην αγωγή δέκατος).
Ότι οι ενάγοντες υπάγονταν στο μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσαν στην περιοχή του δήμου Σερρών. Ότι παρόλο που ο νομός Σερρών έχει χαρακτηριστεί τόσο ως προβληματική περιοχή Β’ κατηγορίας όσο και ως παραμεθόρια περιοχή, οι ενάγοντες, που για το χρονικό διάστημα από 3-3-2007 μέχρι 31-12-2008, για το οποίο η αξίωσή τους εξακολουθούσε να είναι ενεργή (διότι για το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε υποκύψει σε παραγραφή, όπως επίσης δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας), εδικαιούντο ως επίδομα προβληματικών και παραμεθορίων περιοχών το ποσό των 120 ευρώ μηνιαίως, έλαβαν μόνο 40 ευρώ μηνιαίως.
Ότι, κατόπιν αυτού, οι ενάγοντες εδικαιούντο τη διαφορά των 80 ευρώ μηνιαίως για το ως άνω χρονικό διάστημα των 21 μηνών, ήτοι συνολικώς το ποσό των 1.680 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε κατ’ έφεση έκρινε ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες για το πριν από την 1-1-2009 χρονικό διάστημα του αιτούμενου επιδόματος (των 120 ευρώ μηνιαίως του άρθρου 8 παρ.4 περ.
γ’ του ν. 3205/2003), συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος τους και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Συντάγματος). Γι’ αυτό και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ.
αρ.6, 7 και 8), διότι ο κοινός νομοθέτης προέβη στην ως άνω ρύθμιση (με την ειδική διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 περ. γ’ του ν. 3205/2003), επί τη βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, για την εξυπηρέτηση κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην πληθυσμιακή και υπαλληλική ενίσχυση συγκεκριμένων νομών της χώρας, πλην του νομού Σερρών, οι οποίοι είχαν ανάγκη, κατά την κρίση της διοικήσεως, από ειδική πρόσθετη μέριμνα.
Γι’ αυτό και η εξαίρεση του νομού Σερρών από την κατηγορία των παραμεθόριων περιοχών και η μη χορήγηση του σχετικού επιδόματος στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που υπηρετούν σ’ αυτόν, μέχρι την 31-12-2008, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε συνιστά άνιση μεταχείριση σε σχέση με εκείνους που υπηρετούν σε περιοχές χαρακτηριζόμενες ως παραμεθόριες.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, όπως συμπληρώνεται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
10.Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους αναιρεσίβλητους, για τους οποίους ο ΕΦΚΑ, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, συνεχίζει τη δίκη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/ 2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την παραίτηση του πρώτου από τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα από το δικόγραφο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους 1ο, 2ο, 3η, 4ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο και 11ο από τους αναιρεσίβλητους.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους.
Χωρεί στη συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων μόνο ως προς τους 5ο και 10ο από τους αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί την 144/2011 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών μόνο ως προς αυτούς.
Κρατώντας την υπόθεση.
Δικάζοντας επί της εφέσεως και Δεχόμενο αυτήν.
Εξαφανίζει την 171/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών μόνο ως προς τους 5ο και 10ο από τους ενάγοντες.
Απορρίπτει την ένδικη, από 18-12-2008 αγωγή ως προς αυτούς.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Απριλίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ