1171/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1171/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1171 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1171/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.657/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1135/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 229 παρ.1 Π.Κ, για τον λόγο ότι, ενώ κρίθηκε ένοχος για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου αυτού, στη συνέχεια αναφέρεται στην απόφαση ότι η πράξη αυτή προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 228 παρ.1 Π.Κ. που αναφέρεται σε παραπλάνηση σε ψευδορκία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εκκαλών-κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε [και] για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, η δε εσφαλμένη αναγραφή του άρθρου 228 παρ.1 Π.Κ. στο τμήμα της αποφάσεως που παρατίθενται τα άρθρα που προβλέπουν και τιμωρούν τις αξιόποινες πράξεις αυτού, οφείλεται σε προφανή παραδρομή του γραμματέως της έδρας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362, 363 ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητος ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά, η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 657/2015 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος είναι μεταξύ τους αδέλφια και συνέστησαν νόμιμα το έτος 1991 την εταιρεία με την επωνυμία "...." με σκοπό την κατασκευή-πώληση διαμερισμάτων και το επόμενο έτος την έστησαν την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.
και Κ. ..." με σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εγκαλών και Αντιπρόεδρος ο κατηγορούμενος. Ο εγκαλών (Α. Σ.) τηρούσε στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος λογαριασμό όψεως κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1991 έως 31/12/1995. Αμφότεροι οι προαναφερόμενοι τηρούσαν, για τις ανάγκες των ως άνω εμπορικών δραστηριοτήτων τους κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην ως άνω τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από 28/1/1991 έως 23/12/1996.
Στον κοινό αυτό λογαριασμό κατατίθεντο χρήματα προερχόμενα κυρίως από τις κοινές επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Κατόπιν συμφωνίας δε αμφοτέρων, ο λογαριασμός του εγκαλούντος (Α. Σ.) τροφοδοτείτο συνεχώς από τον κοινό λογαριασμό τους, προκειμένου να πληρώνονται οι απ’ αυτούς εκδιδόμενες επιταγές.
Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε, ότι οι επιταγές που εκδίδοντο από τον Α. Σ. (εγκαλούντα) ήταν εν γνώσει του κατηγορουμένου, ο οποίος συναινούσε σ’ αυτό.
Συνεπώς οι επιταγές, συνολικού ύψους 24.418,57 ευρώ, πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην Τράπεζα, με χρήματα που εσύροντο από τον ως άνω κοινό λογαριασμό του εγκαλούντος και του κατηγορουμένου και μεταφέρονταν στον προαναφερόμενο λογαριασμό του εγκαλούντος.
Συνεπώς, το Δικαστήριο κατά την έκδοση της με αριθμό 602/2006 αποφάσεως του (Εφετείο Πειραιώς) ουδόλως παραπλανήθηκε αφού οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος ήταν αληθείς, καθόσον οι επιταγές πληρώνονταν από χρήματα που σύρονταν από τον κοινό λογαριασμό των δύο ως άνω αδελφών και μεταφέρονταν στο λογαριασμό του εγκαλούντος, κατόπιν κοινής τους συμφωνίας.
‘ Οσον αφορά τις με αριθμούς 7055/5-9-2003 και 7057/5-9-2003 αγωγές του κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες και απερρίφθησαν από το ανωτέρω Δικαστήριο με τις υπ’ αριθμ. 1399/2007 και 799/2006 αποφάσεις του, ορθώς απερρίφθησαν και το ανωτέρω Δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε. Περαιτέρω, ορθά απερρίφθη ως αόριστη και η με αριθμό 5570/2003 αγωγή του κατηγορουμένου, από το ίδιο ανωτέρω Δικαστήριο με την υπ’ αριθμό 4607/2006 απόφασή του και το ανωτέρω Δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε.
Από τα ίδια στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο Ι. Μ., κατόπιν προτροπής του εγκαλούντος, κατέθεσε στις 13/4/2005 ψευδή γεγονότα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου ο εγκαλών να αποκομίσει περιουσιακά οφέλη ύψους 417.269 ευρώ, παραπλανώντας το ανωτέρω Δικαστήριο. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι ο προαναφερόμενος κατέθεσε αληθή γεγονότα, καθόσον τον συνέδεε με τον εγκαλούντα στενή επαγγελματική και φιλική σχέση και γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως τα γεγονότα.
Πρέπει επίσης να λεχθεί, ότι με την από 8/11/2007 έγκλησή του που υπέβαλε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, την οποία παρέλαβε ο γραμματέας της Εισαγγελίας και χειρίστηκε την υπόθεση ο Εισαγγελέας και επειδή αυτά που ισχυρίστηκε στην ανωτέρω έγκλησή του ήταν ψευδείς, και τα γνώριζε ο κατηγορούμενος, ήταν πρόσφορα για να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ακολούθως κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στον Πειραιά, την 8-11-2007, με περισσότερα εγκλήματα τέλεσε τις κάτωθι πράξεις: 1) Εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον της αρχής άλλα πρόσωπα ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για αυτές και ειδικότερα, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος Α.
Σ. του Π. και του Ι. Μ. για τις πράξεις της απάτης κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα ενώπιον δικαστηρίου, επί της οποίας το συνολικό περιουσιακό όφελος και η συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, της άμεσης συνέργειας στην ανωτέρω πράξη και της ψευδορκίας μάρτυρα, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά την από 8-11-2007 έγκληση του, με την οποία ισχυρίστηκε σε βάρος του εγκαλούντος τα εξής:
ΜΗΝΥΣΙΣ Κ. Π. Σ., ... , Νίκαια ΚΑΤΑ 1.Α. Π. Σ., κατ....,.Ι. Μ., κατ...., Κερατσίνι.
Α. Την 6.4.2006 ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, με στόχο να προσπορίσει παράνομα περιουσιακά οφέλη τουλάχιστον 8.320.627 δρχ. [ήδη 24.418,57€] εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του, παραπλάνησε το Δικαστήριο το οποίο εσφαλμένα εξέδωσε την 602/2006 απόφαση.
Β. Την 13.4.2005 ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με στόχο να προσπορίσει παρανόμως περιουσιακά οφέλη τουλάχιστον 417.269 € παραπλανώντας το Δικαστήριο. Αφού έπεισε το δεύτερο να καταθέσει ψευδή όρκο, και αφού ο δεύτερος εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του, αποκρύβοντας την αλήθεια και παρουσιάζοντας ψευδή και ανυπόστατα γεγονότα ως αληθή, κατέθεσε ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου ψευδή όρκο. Με την 5570/2003 απατηλή του αγωγή, τον όρκο και τις εξίσου απατηλές του προτάσεις επιχείρησαν γα παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
Γ. Την 13.4.2005 και πάλι ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με στόχο ο εναγόμενος να προσπορίσει παρανόμως περιουσιακά οφέλη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, παραπλανώντας και πάλι το Δικαστήριο. Αφού έπεισε το δεύτερο να καταθέσει ψευδή όρκο και αφού αυτός εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του, αποκρύβοντας την αλήθεια και παρουσιάζοντας και πάλι ψευδή και ανυπόστατα γεγονότα ως αληθή κατέθεσε ψευδή όρκο, επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
Δ. Την 3.10.2007 στη Νίκαια μου κοινοποιήθη η υπ’ αρ.762/2007 έφεση του πρώτου, με την οποία επαναλαμβάνοντας την ανωτέρω πρόθεση [δηλαδή την παράνομη προσπόριση περιουσιακού οφέλους τουλάχιστον 417.269€, παραπλανώντας το Δικαστήριο αποκρύβοντας την αλήθεια και παρουσιάζοντας ψευδή και ανυπόστατα γεγονότα ως αληθή] και πάλι επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
Ιστορικό:
Με τον πρώτο είμαστε αδέλφια και κατά 50% συνεταίροι σε μια οικοδομική Ο.Ε. και μια Α.Ε. ραδιοφωνική, τα κεφάλαια των οποίων αποτελούν το μόνο και τις στερήσεις όλης μου της ζωής.
Η ραδιοφωνική εταιρεία με την επωνυμία "Α. & Κ. Σ..", με μοναδικό σκοπό υπάρξεώς της την πώληση του φακέλου του ραδιοσταθμού της, όπως ορθότατα δήλωσε ενόρκως στην επίδικη κατάθεσή του και ο ίδιος ο φοροτεχνικός της και μάρτυς του πρώτου Ι. Μ. [β’ μηνυόμενος]. Αφού έλαβε Νομαρχιακή άδεια προσωρινής λειτουργίας του ραδιοσταθμού της. Αφού για τον σκοπό αυτό το Δασαρχείο … με παραχωρητήριο της παραχώρησε επιφάνεια επί του Υμηττού. Αφού για την κατασκευή των εγκαταστάσεων στον Υμηττό και τον εξοπλισμό τους, τον εξοπλισμό των STUDIO και την επί μακρό χρόνο λειτουργία του σταθμού ξοδέψαμε τα μαλλιά της κεφαλής μου [και ειδικότερα της δικής μου κεφαλής] χωρίς ουδέποτε να εισπράξομε ούτε μια δραχμή, όπως και πλάι πολύ σωστά δηλώνει ενόρκως και ο ίδιος ο μάρτυς. Αφού από την λειτουργία του σταθμού, κομίσαμε από τα Μ.Μ.Ε. θετικά σχόλια και από την δημοσκοπική εταιρεία "..." ακροαματικότητα. Αφού αντίστοιχα το Ε.Ρ.Σ. για την χορήγηση 50 περίπου ραδιοφωνικών αδειών μεταξύ 170-180 υποψηφίων προσδιόρισε στον πίνακα μοριοδοτήσεως τον φάκελο μας στην καταπληκτική μοριοδοτική αξία (-38-).
Και ενώ λοιπόν για τον σκοπό αυτό αλιεύαμε πελάτες. Αυτός (ο α’ μην/νος) με τους συνεργούς του, δημιούργησαν ένα Σωματείο αποτελούμενο από τα μέλη της οικογενείας του συνεργού του και άλλα 10-12 ανυποψίαστα μέλη τα οποία ομόφωνα δήλωσαν άγνοια και πλαστογραφία των στοιχείων τους στο κατ/κο. Με εικονικό κίβδηλο πρακτικό της εταιρείας μεταβίβασε στο Σωματείο τους τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, τις οποίες μέχρι σήμερον υπεξαιρούν και εκμεταλλεύονται καθώς και τον φάκελο του ραδιοσταθμού της τον οποίο δια μέσου του Σωματείου επιχείρησαν να πωλήσουν στην "..." 180.000.000 δρχ. (Σημειωτέον ότι στο επίμαχο συμφωνητικό εκ του πονηρού, προσδιόρισαν την αξία του φακέλου του σταθμού δήθεν 1.500.000 δρχ. και τα αξίας περίπου 1.500.000 δρχ. παλιά μηχανήματα του Σωματείου σε 178.500.000 δρχ.!!!).
Η οικοδομική εταιρεία με την επωνυμία "...", δημιουργώντας την επί της ... Γλυφάδα οικοδομή, απέκτησε τις ...μεζονέτες 235 m2 εκάστη, όπως αυτές περιγράφονται στην … Σύσταση Οριζ. Ιδιοκτησίας.
Και, ενώ συμφωνήσαμε από 1.1.96 υπό μορφή δανείου να μισθώσει τα Δ3, Δ4 εισπράττοντας τα μισθώματα τα οποία θ’ απέδιδε νομιμοτόκως όταν τ’ απαιτούσα. Και ενώ στο τέλος του 2000, κατόπιν των ανωτέρω απατηλών του ενεργειών κατήγγειλα την εταιρική μας σύμβαση και απαίτησα την τακτοποίηση των υποχρεώσεων. Αυτός, όχι μόνο δεν απέδωσε τις υποχρεώσεις του - Όχι μόνο με κίβδηλα μισθ/ρια δηλώνοντας δήθεν εκπροσώπηση της εταιρείας ή δήθεν ιδιοκτήτης της περιουσίας της συνέχισε να καπηλεύει τα μισθώματα. (Σχετικό το από 4.7.07 ενώπιον σας υπόμνημα μου για τ’ αδικήματα της κατά συνήθειας και κατ’ εξακολούθηση: ΑΠΙΣΤΙΑΣ, ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ, ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΑΠΑΤΗΣ, ΨΕΥΔΟΡΚΙΑΣ και ΑΠΑΤΗΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ποσού άνω των 73.000 ,€)/ Αλλά με την 5570/03 απατηλή του αγωγή και με συνεργό τον β’ μην/νο, επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο κομίζοντας και 417.269 Ευρώ. Με απατηλές προτάσεις στο Εφετείο παραπλάνησε το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την 602/06 απόφαση κρίνοντας εσφαλμένα ότι το 8.320.627 δρχ. προσωπικό του δάνειο ξοφλήθη από τα μόλις 2.544.048 δρχ. των εσόδων της εταιρείας και με την 762/07 επίσης απατηλή του έφεση επιχειρεί εκ νέου να παραπλανήσει το Δικαστήριο κομίζοντας και πάλι 417.269 €.
Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω κατά συρροή απόπειρες απάτης των Δικαστηρίων για τον α’ μην/νο έχουν δειγματολογικό χαρακτήρα.
Επί της ουσίας: Α. Ο Α’ ΜΗΝ/ΝΟΣ γνωρίζοντας άριστα ότι όπως προκύπτει και από την 27.3.1995 μοναδική φορολογική δήλωση περί των πωλήσεων των ακινήτων της οικοδομικής μας εταιρείας, το οποίο αποτελούσε και το μοναδικό της έσοδο. Το συνολικό καθαρό της έσοδο ήταν μόλις 2.567.048 - (φόρος 673.850 + 22.460 πρόστιμο εκπροθέσμου δηλώσεως) = 1.860.748 δρχ.
Αυτός παραπλάνησε το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την 602/06 απόφαση η οποία εσφαλμένα έκρινε ότι το 8.320.627 δρχ. προσωπικό του δάνειο καλύφθη από τα έσοδα της εταιρείας!!! (δηλαδή από τα μόλις 1.860.748 δρχ.).
Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει : "Ο ενάγων (δηλαδή εγώ) τηρούσε στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος λογαριασμό όψεως με αριθ…. κατά το χρονικό διάστημα 1.1.91 έως 31-12-95. Οι διάδικοι τηρούσαν για τις ανάγκες των ως άνω εμπορικών δραστηριοτήτων τους, τον υπ’ αρ. ... κοινό λογ/σμό ταμιευτηρίου στην ως άνω Τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από 28.1.91 έως 23.12.96. Στο κοινό αυτό λογ/σμό κατατίθεντο χρήματα προερχόμενα κυρίως από δραστηριότητες (κατασκευές οικοδομών και πώληση αυτών κ.λ.π.). Κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων ο ως άνω λογ/σμός του ενάγοντος τροφοδoτείτο συνεχώς από τον κοινό λογ/σμό του, προκειμένου να πληρώνονται οι απ’ αυτούς εκδιδόμενες επιταγές".
Β. Ο Α’ ΜΗΝ/ΝΟΣ επιχειρώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, με την ύψους 417.269 € 5570/03 απατηλή αγωγή του, ψευδόμενος δηλώνει : "Συγκεκριμένα ενώ το κεφάλαιο της ΟΕ ήταν κατά το χρόνο σύστασης της 4.000.000 δρχ., που είχε καταβληθεί από τους δυο μας εξ ημισείας, πέντε χρόνια αργότερα το ενεργητικό που προήλθε από τη χρήση του εν λόγω κεφαλαίου ήταν τρία διαμερίσματα -μεζονέτες τριών επιπέδων που βρίσκονται στη Γλυφάδα Αττικής στην οδό ... επιφάνειας της κάθε μιας 246 τμ. κι σημερινής αντικειμενικής άξιας του καθενός 149.024,96 ευρώ και άρα συνολικής αξίας 596.099,84 ευρώ".
Όμως, όπως προκύπτει από την 27.3.95 μοναδική φορολογική δήλωση περί των πωλήσεων των ακινήτων της Οικόδ. Εταιρείας πού αποτελούσε και το μοναδικό της έσοδο. Το ως άνω συνολικό καθαρό της έσοδο ήταν μόλις 1.860.748 + 4.000.000 = 5.860.748 δρχ. μείον 4.500.000 (σχ. η από 6.7.01 βεβαίωση της Τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑΣ). Αποδεικνύει ότι το ποσό που διαμορφώνεται είναι μόλις: 1.360.788 ή 3.993 Ευρώ και όχι βεβαίως τα 596.099,84 που εγκληματικά ψευδόμενος ισχυρίζεται Σημειωτέον ότι η προκύπτουσα διαφορά των ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 592.116,84 Ευρώ την οποία δολίως παραγκωνίζει, αποτελεί τον μόχθο, την αποταμίευση, τις θυσίες και τις στερήσεις όλης μου της ζωής τις οποίες πρόσφερα προς χάριν της αδελφικότητας.
Κατασκευάζοντας πλασματικά το κίνητρο της αγωγής, ψευδόμενος ισχυρίζεται: "Όμως, ο αντίδικος που φύσει είχε ιδιαιτερότητες χαρακτήρα, με την πάροδο του χρόνου αλλά και λόγω της οικονομικής ευμάρειας που συνεπάγετο η καλή πορεία των εργασιών της εταιρίας μας, άρχισε να μεταστρέφει όλο και περισσότερο προς το χειρότερο τον χαρακτήρα του και να δημιουργεί προβλήματα όχι μόνο σ’ εμένα, που λόγω της αδερφικής μου αγάπης ανεχόμουν τις δυστροπίες του, αλλά και σε τρίτους, συνεργάτες, εργατικό προσωπικό, οικοπεδούχους, οργανισμούς. Οι παραπάνω εμπλοκές κατέληγαν συχνά σε δικαστικές διενέξεις, που και οικονομικές συνέπειες είχαν και εμένα προσωπικά με έφθειραν ψυχικά. Όταν λοιπόν το Δεκέμβριο του 1995, κουρασμένος από τη συμπεριφορά του, του ζήτησα να δραστηριοποιηθούμε πλέον ατομικά κι έτσι αποφασίσαμε να λύσουμε κι εκκαθαρίσουμε την εταιρία".
Αν και θεωρώ τον επίμαχο ψευδή απατηλό ισχυρισμό, φθηνό και βεβαίως ακόμα φθηνότερο ώστε να διασαλεύσει την συνεργασία, όταν μάλιστα με την ασήμαντη έως αρνητική του προσφορά στην εταιρεία κατάφερα να δημιουργήσω περιουσία τουλάχιστον 596.099,84€. Αναφέρω ότι, διατηρούσα πάντα άριστες σχέσεις με εργάτες, προσωπικό, συνεργάτες, ότι στην 27χρονη καριέρα μου ως μηχανικού και κατασκευαστού πολυκατοικιών, χαίρω εκτιμήσεως και σεβασμού απάντων των υπαλλήλων Οργανισμών, Υπουργείων, Δημοσίων υπηρεσιών. Όπου άπαντες οι γνώριμοι ΜΟΝΟ ΚΟΛΑΚΕΥΤΙΚΑ ΔΙ ΕΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ.
Σημειωτέον ότι αυτός όχι μόνο φιλονικούσε με τα συνεργεία (χαρακτηριστική περίπτωση κάποιου Ν. Ζ. οι δικαστικές διαμάχες των οποίων για προσωπικούς τους λόγους (σχ. το Α94/583 κατ/ριο) ζημίωσαν την εταιρεία με τις δεκάδων εκατομμυρίων δρχ. καταγγελίες αυτού και του προσωπικού του προς το ΙΚΑ), όπου με δική μου παραίνεση πριν τις δικάσιμους τους τα συμβίβαζα. Ενώ συνεργώντας με κάποιο εργάτη "Γ. Τ." από κοινού με ΕΚΒΙΑΖΑΝ προκειμένου να- μου αποσπάσουν 3.500.000+5.000.000 = 8.500.000 δρχ. όπου αποδεχόμενος την 22.3.04 την δακρύβρεκτη ΣΥΓΝΩΜΗ τους, τους συγχώρεσα (σχ. η 1998/04 απόφαση του Β. Τριμελούς).
Ο δόλιος υπαινιγμός του ότι ευθύνομαι εγώ διότι τότε με κοινή μας απόφαση ή έστω αδιαμαρτύρητα αντιμετωπίσαμε τις ανωτέρω καταγγελίες και τα αντίστοιχα Δικαστήρια με το ΙΚΑ (την ευθύνη των οποίων αυτονόητα λόγω της διαμάχης τους, είχε, αυτός). Ουδέποτε θα καταλήγαμε στα Δικαστήρια λόγω απλήρωτων εισφορών, εάν από τα 596.099,84 Ευρώ ή 203.121.020 δρχ. συνέβαλλε και αυτός στα μισά και όχι με την αρνητική του προσφορά να ζητά και ρέστα!!!
Όμως το πλέον ευτράπελο ψέμα είναι η αναφορά του για δήθεν "φιλονικίες μου με τους οικοπεδούχους", αφού ως γνωστόν ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΙΧΑΜΕ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥΧΟΥΣ αφού και στην οικοδομή της ... Ν. Λιόσια οικοπεδούχος ήταν η εταιρεία μας (σχ. το ... συμβόλαιο) και της ... Γλυφάδα, οικοπεδούχοι, είμαστε και πάλι εμείς (συμβόλαιο ...).
Και ενώ αυτός και οι συνεργοί του αποδεχόμενοι τις παρανομίες όπως αυτές αναλύονται στα σχετικά -6- κατ/ρια ταπεινωμένοι "ΖΗΤΗΣΑΝ ΣΥΓΝΩΜΗ", την οποία εν αγαθότητα αποδέχθηκα. ΔΗΛΩΝΩΝ επί λέξει "ΖΗΤΗΣΑΝ ΣΥΓΝΩΜΗ και ως εκ τούτου δεν επιθυμώ την ποινική της Δίωξη". Με στόχο να παραπλανήσει για πολλοστή φορά τα Δικαστήρια, ν’ αποκρύψει και πάλι την ευεργεσία μου και με υπουλότητα να την εμφανίσει σε ήττα και εμένα σε αναξιόπιστο και υπόλογο αντίστοιχα -5- ψευδών καταμηνύσεων. Με υπουλότητα και αποκρύβοντας δολίως την αλήθεια δηλώνει στις προτάσεις του. "
των .... με αρ. .../2007, .../2004, .../2004, .../2004, .../2003 αθωωτικών αποφάσεων του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς [σχ.12-20] για την απόδειξη του αγωγικού μου ισχυρισμού, περί του ότι ο εναγόμενος, αντί να συμπράξει στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, άρχισε να καταθέτει εναντίον μου κι εναντίον οποιουδήποτε από τους κοινούς μας φίλους διάκειτο φιλικά προς εμένα, σειρά μηνύσεων, για να με κάμψει οικονομικά και ψυχολογικά, με εντελώς αβάσιμες κατηγορίες, οι οποίες ήδη έχουν, ως επί το πλείστον, πέσει στο κενό με......αποφάσεις".
Η απατηλότητα της αγωγής στηρίζεται αποκλειστικά στον δόλιο μύθο, ότι δήθεν από 1.1.96, αυτός προσπαθούσε να πραγματοποιήσει την εκκαθάριση και εγώ δήθεν τον σαμποτάριζα. Ενώ αντίθετα αποκρύβοντας δολίως την αλήθεια, όχι εγώ, αλλά αυτός σαμποτάριζε την εκκαθάριση. Ειδικότερα.
Ενώ, προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της εκκαθάρισης, διαχωρισμού, εκποίησης των διαμερισμάτων, αποτελεί η ύπαρξη φορολογικής ενημερότητος της εταιρείας. Ακολούθως ημών και των διαμερισμάτων της συνοδευόμενη με προσωπικές μας δηλώσεις σχετικά με τα εισοδήματα ενός έκαστου διαμερίσματος τα (5) τελευταία χρόνια Αρθ. 80 και 81 Ν. 2238/94. Αυτός, δόλια τουλάχιστον από το 1999, αδιαφόρησε στην υποβολή των δηλώσεων, με αποτέλεσμα τα επόμενα -6- χρόνια να υποβάλλω μόνος τις φορολογικές της δηλώσεις καταβάλλοντος εξ ιδίων τα χρέη της. Αδιαφόρησε και τότε ακόμη που από ΝΟΕΜ. ‘ 04 έως ΙΟΥΝ. ‘ 05 υπήρξε εκκαθαριστής και συνέπεσε μάλιστα και στο χρονικό διάστημα υποβολής των δηλώσεων. Αδιαφόρησε ακόμη και στην …/23.8.04 σχετική εξώδικη πρόσκληση.
Όμως η απατηλότης του είναι ακόμα μεγαλύτερη, όταν από 1.1.96 και έως τον ΟΚΤ. 2004 με προσωπικά μισθωτήρια δήλωνε ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ιδιοκτήτης των διαμερισμάτων της εταιρείας, εισέπραττε και εκμεταλλευόταν μονομερώς τα μισθώματα των διαμερισμάτων της, με αποτέλεσμα βεβαίως οι δραστηριότητες του αυτές ν’ αποτελούν από 1.1.96 έως και σήμερα φραγμό στην όποια εξέλιξη της εταιρείας η οποία να μην δύναται να λάβει βάσει του Νόμου 2238/94 σχετικές βεβαιώσεις των -5- τελευταίων ετών. Καθιστώντας κάθε προσδοκία για εκκαθάριση "Όνειρο θερινής νυκτός".
Σημειωτέον ότι, ενώ εξ ιδίων κεφαλαίων δημιούργησα την επίμαχη ακίνητη περιουσία της εταιρείας, και ενώ λόγω της προσωπικής του διαμάχης με τους εργάτες, αντιμετώπιζα και τα των καταγγελιών απρόσμενα χρέη προς το ΙΚΑ. Αυτός από 1.1.96 απολάμβανε τα μισθώματα των διαμερισμάτων της εταιρείας. Και ζητώντας και τα ρέστα και σ’ εφαρμογή του δημώδους: "Εκεί που μας χρωστούσαν θα χάσουμε και το βόδι", επιδιώκει να κερδοσκοπήσει ακόμη 417.269 Ευρώ.
Η απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο είναι διπλή, διότι προσπαθώντας να το παραπλανήσει ότι δήθεν με τα 3’ Ην .£ η εταιρεία δημιούργησε περιουσία 596.099,84 € είχε άλλα 834.538 € διαφυγόντα κέρδη ήτοι 1.340.637 €. Δόλια απέκρυψε ότι για την δημιουργία της ακίνητης περιουσίας της δάνεισα 31.323.234 δρχ. [σχ. Η 7055/2003 αγωγή μου και η αντίστοιχη ομολογία του μαρτυρά του β’ μηνυόμενου]. Ενώ παγιδευμένος μέσα στην ίδια του την αγωγή και προσπαθώντας να ξεφύγει από την ομολογία και το πνεύμα της αγωγής, στις προτάσεις του ασυνάρτητα δηλώνει ότι δήθεν "δανειστήκαμε από εμάς" και μετά 4 χρόνια κερδίζοντας 3.993 € [1.860.748 δρχ. ή 5.460€], επιστρέψαμε προς εμάς 592.116,84 Ευρώ!!! (Άρρες, μάρρες, κουκουνάρες). Ο Β’ ΜΗΝ/ΝΟΣ ο οποίος στην συνεκδικαζόμενη υπόθεση δήλωσε ότι διαβάζει τις αγωγές αποδεικνύοντας την καταχρηστικότητά του ως μάρτυρος. Επιστήμων, φοροτεχνικός και εκκαθαριστής της εταιρείας έχοντας άριστες γνώσεις και δεσμό με το αντικείμενο, καθώς και απόφοιτος Νομικής (κατά δήλωση του). Γνωρίζων άριστα την Νομική τέχνη υποκινούμενος από τον πρώτο και γνωρίζοντας τους ψευδείς ισχυρισμούς και τον στόχο της αγωγής του. Εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του, ενεργών ως φυσικός αυτουργός στο αδίκημα της "ΨΕΥΔΟΡΚΙΑ!" και συνεργείας στην "ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΑΤΗΣ Σ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ". Αποκρύβοντας δολίως πραγματικά, ουσιαστικά γεγονότα και εμφανίζοντας ψευδή γεγoνότα ως αληθή κατέθεσε :
1. Ενώ για την δημιουργία της 596.099,84 € ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, τα ευτελή 3.993 € (κεφάλαιο και κέρδη) αποτελούν κόκκο άμμου. Και ενώ αυτονόητα το δάνειο παραμένει ανεξόφλητο, αφού κεφάλαιο και κέρδη δεν καλύπτουν όχι μόνο τα περαιτέρω αναγραφόμενα κέρδη της αγωγής, αλλά ούτε την δημιουργία της ακίνητης περιουσίας της. Αποκρύπτοντας δολίως την ευεργεσία μου ως δανειοδότου, και ότι για την ευεργεσία μου αυτή υπήρξα θύμα, αφού ο συνεργός του δεν επέστρεφε τα δανεικά. Παραπλανητικά, επιφανειακά και χωρίς να προσδιορίσει τις αυτονόητες υποχρεώσεις εξοφλήσεως του αναφέρεται στο ΔΑΝΕΙΟ, δηλώνων:
ΜΑΡΤΥΣ: Αυτό το κεφάλαιο το οποίο κατατίθεται στην εταιρία. Από εκεί και πέρα οι δανειοδοτήσεις των εταιρειών, οι προπωλήσεις των διαμερισμάτων, μη ξεχνάτε ότι είχε κέρδη από προηγούμενη δραστηριότητα για την ... από διαμερίσματα που πούλησαν στο Ίλιο. (εννοεί τα μόλις 1.860.748 δρχ. ή 5.460 €).
2. Λαβώντας υπ’ όψιν ότι με τον άνθρωπο αυτό, ουδέποτε είχα προσωπική δοσοληψία - Ουδέποτε του έδωσα ή του πήρα τα βιβλία της εταιρείας, η δε εταιρεία ουδέποτε είχε φοροτεχνικό και μάλιστα, ούτε το ‘ 91 - ‘ 95 που είχαμε δραστηριότητα, πόσο μάλλον το 1999 που αυτονόητα δεν είχαμε κανένα απολύτως λόγο να του δώσουμε τα βιβλία. Λαβώντας υπ’ όψιν ότι ουδέποτε ανέλαβε υποχρεώσεις και όταν αναντίρρητα από εμένα κατόπιν επιθυμίας τους ορίσθη εκκαθαριστής και κατά παράβαση του Ν. 2859/00 αρ. 36 § 1 β’ περί μεταβολών, ολιγώρησε ν’ αναλάβει υποχρεώσεις, όπου υποχρεώθηκα να του κοιν/σω τις .../21.1.03 εξώδικες προσκλήσεις προτρέποντας τον δηλώνει παραπλανητικά :
ΜΑΡΤΥΣ: ... του κ. Σ. Κ. ... Αντιθέτως μου ήρθανε κάτι εξώδικα τα οποία τα θεώρησα απειλητικά και για μένα τον ίδιο, και έτσι αναγκάστηκα να παραιτηθώ. Δηλαδή δεν μου έφερνε ούτε τα βιβλία.
ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Και τι θέλετε να πείτε; Τα βιβλία ποιος τα είχε τα βιβλία αυτής της εταιρείας;
ΜΑΡΤΥΣ: Ναι ο κύριος Κ. Σ..
ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Εσείς δεν τα έχετε δει αυτά τα βιβλία;
ΜΑΡΤΥΣ: Όχι, μου τα είχανε πάρει. Τα είχε πάρει ο κυρ.Κ..
ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Πότε σας τα πήρανε; Πότε σας τα πήρε ο κ.Κ.; ΜΑΡΤΥΣ: Το ‘ 99 κάπου εκεί.
Σημειωτέον ότι ενώ ένα χρόνο πριν (22.3.04) για υπεξαίρεση των βιβλίων και συγκεκριμένα για το αδίκημα της "Υπεξαγωγής εγγράφων...". Αποδέχθηκα την δακρύβρεκτη συγνώμη του α’ μην/νου και τού συνεργού του (σχ. η .../04 απόφ. του Β.Τ) και ενώ τ’ ανωτέρω ψέμα, αποτελεί υψίστης σημασίας, διότι (εκτός της υποχρεώσεως προς εμέ του δανείου) γνωρίζοντας την δραστηριότητα της εταιρείας όπως ο ίδιος αναφέρει, με την απόκρυψη των βιβλίων από τα οποία προκύπτουν κέρδη μόλις 2.544.048 δρχ. αυτός με στόχο την παράνομη προσπόριση 417.269 €, μονολογεί για τεράστια κέρδη.
3. Αποκρύβοντας δολίως τις ανωτέρω προσωπικές τους ευθύνες για τις οποίες απαράδεκτα απεχώρησε. Επιρρίπτοντας μου από πάνω και ευθύνες, παραπλανητικά δηλώνει:
ΜΑΡΤΥΣ : Δεν βλέπετε τι γίνεται; Δεν γίνεται εκκαθάριση. Ο ένας παρακαλεί για την εκκαθάριση και ο άλλος (εννοώντας εμένα) κάνει τα πάντα να μην γίνει.
4. Λαβώντας υπ’ όψιν ότι από τα Δ2, Δ3, £U διαμερίσματα
της Γλυφάδος ο α’ μην/νος από 1.1.96 υπό μορφή δανείου εκμεταλλευόταν τα Δ3, Δ4 ενώ από το 2001 με κίβδηλα μισθωτήρια δηλώνων άλλοτε ιδιοκτήτης των διαμερισμάτων της εταιρείας και άλλοτε δήθεν εκπρόσωπος της συνέχισε να εισπράττει τα μισθώματα, ψευδόμενος αντιστρέφει τα αληθή γεγονότα δηλώνων:
ΜΑΡΤΥΣ: Είδα δηλαδή τον μεγάλο αδελφό, (δηλαδή τον συνεργό του) να προσπαθεί να βοηθήσει τον μικρότερο (δηλαδή εμένα) ... να παίρνει τα ενοίκια από τα τρία εκείνα στην Γλυφάδα, θυσιαζόμενος κι εκείνος σαν επαγγελματίας.
Γ. Με μοναδική σκοπιμότητα ύπαρξης της Ανωνύμου ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗΣ εταιρείας, ραδιοφωνικού της σταθμού. Α’ μοναδικό στόχο αμφοτέρων των μετόχων την πώληση του, όπως και ο ίδιος ο μάρτυς β’ μην/νος φοροτεχνικός βεβαιώνει ενόρκως και η κ. Εισηγήτρια με ερώτηση της επισημαίνει.
Με καταχρηστικές γνώσεις του μάρτυρος ο οποίος ομολογεί (Διάβασα την αγωγό". Με επιστημονικές γνώσεις, ως πτυχιούχου οικονομολόγου, γνωρίζων την επιστημονική ευθύνη. Γνωρίζοντας ότι οι ψευδορκίες του και η διπλή από κοινού απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο είτε λόγω ύψους εκάστης αγωγής (άνω των 73.000 € εκάστη). Είτε λόγω της κατ’ εξακολούθηση απόπειρας (σε δύο υποθέσεις ταυτόχρονα) αποτελεί "ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ" δηλώνει: "Το 1999 ... τελείωσαν όλα" "Μα εν μεταβιβάσθησαν πράγματι (Στο Σωματείο δικαιώματα) λέω ότι γράφει η αγωγή".
Δηλαδή, όχι μόνο αποκρύβοντας την αλήθεια, η οποία βεβαίωση είναι ότι το 1999 λόγω της επικείμενης διαγωνιστικής διαδικασίας, το ενδιαφέρον για αγορά τέτοιων φακέλων, ήταν ηυξημένο. Αλλά επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο διαψεύδοντας και αυτό το ίδιο το από 30-9-1999 συμφωνητικό περί της παραχωρήσεως του φακέλου της εταιρείας στο Σωματείο.
Εισηγήτρια: Ωστόσο αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της Α.Ε. αυτός ο σταθμός, έτσι δεν είναι; (Και αυτός παραπλανητικά αποφεύγοντας δολίως να σχολιάσει τον σταθμό) απαντά: "Ήταν μία νεκρή εταιρία...".
Εισηγήτρια: Εάν αυτός ο σταθμός ήταν έτσι ανύπαρκτος όπως λέτε, γιατί έγιναν κάποιες διαδικασίες στην πορεία για μεταβίβαση του στο Σωματείο ..., μετά σε κάποια άλλη ...; Τι είναι όλα αυτά; αφού πρόκειται για ένα σταθμό ανύπαρκτο κατ’ ουσία; (Και αυτός αποφεύγοντας δόλια την ερώτηση απαντά) "Να σας εξηγήσω, βεβαίως, όλα αυτά για μένα, προσωπική μου γνώμη,...".
Εισηγήτρια: Δεν λειτούργησε ποτέ αυτός ο σταθμός; Μάρτυς "Ποτέ, ούτε μία μέρα. Ούτε μία μέρα".
Εισηγήτρια: Συνεπώς εξέπεμπε, έστω και με αυτή την άδεια, για κάποιο χρονικό διάστημα. (Και αυτός για να υποβαθμίσει δολίως τον σταθμό ψευδώς δηλώνει) "Όχι, όχι, δεν εξέπεμψε καθόλου, ούτε στιγμή..." "ουδέποτε εξέπεμψε".
Δικηγόρος: Εδώ έχω μία επιταγή του ‘ 94 αξίας 295.000 δρχ. προς την ..., την γνωστή εταιρία μέτρησης της ακροαματικότητας και λοιπά, λοιπόν για ποιο λόγο αυτή η επιταγή που δόθηκε από τον κ. Σ. για λογ/σμό της εταιρίας, δόθηκε εφόσον λέτε ότι εσείς δεν εξέπεμψε καθόλου ή εταιρία; Αν δεν εξέπεμπε ο σταθμός, για ποιο λόγο να έχουνε αναθέσει στην ... την μέτρηση του; - Είναι η υπογραφή του εναγόμενου Α. Σ. - Είχε κάποιο λόγο δηλαδή να συναλλαχθεί με την ... αν δεν εξέπεμπε ο σταθμός αυτός; (Και αυτός επικυρώνοντας τ’ ανωτέρω ψέματα, παραπλανητικά δηλώνει) "Όχι, όχι τέτοιο πράγμα, ο μόνος που ήξερε ότι είχε παράνομο ραδιοσταθμό ήταν ο κ. Κ....". Δ. Λαβώντας λοιπόν υπ’ όψιν ότι από το 1991 έως 1995 τα έσοδα της οικοδομικής -εταιρείας -ήταν μόλις 1.867.048 δρχ: (φορολογική δήλωση 27.3.05). Σύμφωνα με την 602/06 απόφαση του Εφετείου τα 8.320.627 δρχ. του προσωπικού του δανείου καλύφθησαν από τα μόλις 186.048, συμπεραίνοντας ότι το υπόλοιπο των εσόδων διαμορφώθη σε 1.867.048-8.329.627= - 6.479.8?9 δρχ. ή -18.958 Ευρώ.
(Χωρίς βεβαίως να υπολογίσουμε ως ανωτέρω ότι υπεξαίρεσε και 4.500.000 δρχ.).
Την 3-10-07, με στόχο και πάλι να παραπλανήσει το Δικαστήριο υποστηρίζοντας ασυνάρτητα ότι με τα - 18Λ58 .’ € η εταιρεία είχε κέρδη 596.099,84 + 824.538 = 1.420.637,84 Ευρώ, μου κοιν/σε στην Νίκαια την 762/07 έφεση, δηλώνων και πάλι ψευδώς και συκοφαντικά ότι δήθεν ενεργούσα "ΠΑΡΑΝΟΜΑ και ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΑ" -Ότι δήθεν τον Ι. του ... συμφωνήσαμε την λύση της εταιρείας αποκρύβοντας ότι με δική του απόφαση, από 1.1.96 έως προ διετίας με προσωπικά μισθωτήρια δήλωνε κύριος Νομεύς και Κάτοχος των διαμερισμάτων της εταιρείας, μίσθωνε τα διαμερίσματά της παγιδεύοντας κάθε προσδοκία να εκκαθαρισθεί η εταιρεία και να εκποιηθούν τα διαμερίσματά της, που αποτελεί βεβαίως και τον σκοπό υπάρξεώς της παγιδεύοντάς με επί 12 ολόκληρα, χρόνια, μου κοιν/σε του Πρωτοδικείου την 762/2007 Έφεση, υποστηρίζοντας και πάλι την 5570/03 απατηλή του αγωγή κερδίζοντας παρανόμως περιουσιακά οφέλη 417.269 € πλέον τόκων, επισκιάζοντας παράλληλα τις 31.323.234 δρχ. υποχρεώσεις του Δανείου της εταιρείας, αποκρύβοντας και πάλι τα αληθή γεγονότα και δηλώνων ψευδή γεγονότα ως αληθή Αναφέρει:
"...στις 28-12-1995 το ενεργητικό της πιο πάνω εταιρείας που είχε προέλθει από την χρήση και αξιοποίηση του αρχικού εταιρικού Κεφαλαίου (4.000.000 δρχ.) ανήλθε σε 596.099,84 €, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των τριών διαμερισμάτων, τα οποία είχαν ανεγερθή με το σύστημα της αντιπαροχής στην Γλυφάδα Αττικής (...) και ανήκουν κατά κυριότητα στην εταιρεία.
Κατά συνέπειαν, η μέση ετήσια απόδοση του εταιρικού κεφαλαίου μέσα στην πενταετία λειτουργίας της εταιρείας (1991-1995) ανήλθε σε 119.219,96 €. Το ποσόν αυτό αντιστοιχούσε σε καθαρό κέρδος (όφελος) για τον καθένα μας 59.609,98 € (119.219,96 Χ 50%), αφού είχαν ήδη εξοφληθή τα εργατικά και υλικά για την ανέγερση και την αποπεράτωση των διαμερισμάτων, και αποτελούσε στην πραγματικότητα την κατ’ έτoς αναγωγή της απόδοσης του αρχικού κεφαλαίου μας...
Αλλά και διαφορετικά και επικουρικά, εάν υπολογίσουμε ότι ανεξάρτητα από την κεφαλαιοποίηση και επανεπένδυση των κερδών, το ελάχιστο ετήσιο ποσοστό κέρδους-απόδοσης των εταιρικών κεφαλαίων, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ανερχόταν σε 20%, συνεπάγεται ότι η ζημία που προέκυψε, στην περιουσία μου και που οφείλεται στις πιο πάνω παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες του εναγομένου, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του ..., που αποφασίσθηκε από κοινού η λύση και εκκαθάριση της εταιρείας μέχρι σήμερα, δηλαδή για το χρονικό διάστημα επτά (7) ετών ανέρχεται σε 20% Χ 7 έτη = 140%...".
Επειδή στην εκδίκαση της επίμαχης Εφέσεως θα ληφθούν υπόψιν τα Πρωτόδικα Πρακτικά - η κατάθεση του β’ μην/νου. Να ενημερωθεί και να πάρει θέση στην νέα απόπειρα απάτης του Δικαστηρίου.
Επειδή οι ανωτέρω κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση -2-ψευδορκίες και -4-απόπειρες απάτης των Δικαστηρίων, όχι μόνο αποτελούν Ποινικά αδικήματα. Αλλά για τον α’ μην/νο κατά συνήθεια αποτελούν τρόπο ζωής. Επειδή οι ανωτέρω απάτες για τον α’ μην/νο (ο οποίος σημειωτέον δεν εργάζεται) αποτελούν βιοποριστική μέθοδο.
Επιφυλασσόμενος των Νομίμων δικαιωμάτων μου.
ΜΗΝΥΩ Τους άνω μην/νους για τις παραπάνω πράξεις τους.
Δηλώνω ότι θα παραστώ ως πολιτικός ενάγων κατά την εκδίκαση ζητώντας δι’ εν έκαστον την κατά Νόμο ηθική μου ικανοποίηση.
Ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι το δικαστήριο κατά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 602/2006 απόφασης του δεν παραπλανήθηκε ούτε οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος ήταν ψευδείς, αφού οι επιταγές, συνολικού ύψους 24.418,57 ευρώ, πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην τράπεζα με χρήματα που σύρονταν από τον κοινό λογαριασμό του εγκαλούντος και κατηγορουμένου τα οποία μεταφέρονταν στο λογαριασμό του εγκαλούντος.
Επίσης, γνώριζε ότι οι υπ’ αριθμ. 7055/5-9-2003 και 7057/5-9-2003 αγωγές του (κατηγορουμένου) ήταν αβάσιμες και γι’ αυτό ορθώς εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 1399/2007 και υπ’ αριθμ. 799/2006 αποφάσεις οι οποίες τις απέρριπταν, επομένως ούτε τα ανωτέρω δικαστήρια παραπλανήθηκαν. Περαιτέρω, γνώριζε ότι με την υπ’ αριθμ. 4607/2006 απορριπτική της αγωγής, απόφαση το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε αλλά ορθώς απέρριψε την αγωγή του εγκαλούντος ως αόριστη.
Και τέλος γνώριζε ότι ο μάρτυρας Ι. Μ. δεν κατέθεσε, του ψευδή γεγονότα, αλλά κατέθεσε την αλήθεια, την οποία γνώριζε λόγω της στενής επαγγελματικής και φιλικής σχέσης που τον συνέδεε με τον εγκαλούντα. Την ανωτέρω έγκληση του ο κατηγορούμενος την υπέβαλε προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλουμένου για απάτη στο δικαστήριο και σε βάρος του Ι.
Μ. για ψευδορκία μάρτυρα και άμεση συνεργεία σε απάτη στο δικαστήριο, πλην όμως η έγκληση του αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη δυνάμει της υπ’ αριθμ, 18/2009 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά.
2)Ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλο πρόσωπο ψευδές γεγονός που μπορούσε βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αληθινό και ειδικότερα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά την euro 8.11.2007 έγκληση του, με την οποία ισχυρίστηκε σε βάρος του εγκαλούντος όσα αναφέρονται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, των οποίων ισχυρισμών έλαβαν γνώσει ο Εισαγγελέας που παρέλαβε την έγκληση, ο γραμματέας της εισαγγελίας, και ο Εισαγγελέας που χειρίστηκε την υπόθεση, ενώ γνώριζε ότι οι ισχυρισμοί που διέλαβε για τον εγκαλούντα στην προαναφερόμενη έγκληση είναι ψευδείς και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 36 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν και ήταν ψευδή, όπως εκτίθεται στη μήνυση του Α. Σ. και Ι. Μ. αιτιολογείται δε ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη [για απάτη ενώπιον δικαστηρίου, άμεση συνέργεια σ’ αυτήν, ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ’ αυτήν] με την επιβολή σχετικής εγκλήσεως, η οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης, απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 18/2009 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, β) ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ως άνω μήνυση, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ότι, δηλαδή, αυτός τέλεσε τα ανωτέρω εγκλήματα, παρουσιάζοντας αυτόν ως άτομο που ενεργεί ατιμωτικές πράξεις χωρίς ηθικές αναστολές.
Περαιτέρω, η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των από αυτόν αναφερομένων αιτιολογείται πλήρως από την έμμεση, αλλά σαφή παραδοχή ότι αυτός είχε προσωπική αντίληψη των καταμηνυθέντων ως ψευδών και του αντιστοίχου περιεχομένου της μηνύσεώς του, οπότε γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: 1]Το Τριμελές Εφετείο αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα [και την μήνυση του κατηγορουμένου] που είχαν τεθεί υπόψη του, δεν ήταν δε αναγκαίο να παρατίθεται τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. 2] δεν υπάρχει αντίφαση [όπως εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων] διότι, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, α] ως μόνος ενάγων της με αριθμό 5570/2003 αγωγής αναφέρεται ο εγκαλών Α.
Σ. [όχι και ο κατηγορούμενος, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως], β] αναφέρεται σαφώς [σελ. 6] ότι οι αντίδικοι αδελφοί είχαν κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, ο οποίος, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των, τροφοδοτούσε και τον λογαριασμό όψεως που τηρούσε στην ίδια Τράπεζα ο εγκαλών, με σκοπό να πληρώνονται απ’ αυτόν οι επιταγές που εξέδιδαν και οι δυο, γ] το σκεπτικό, αναφέροντας την φράση "ορθά απερρίφθη, με την με αριθμό 4607/2006 απόφαση, ως αόριστη και η 5570/2003 αγωγή, χωρίς το δικαστήριο να παραπλανηθεί" παραδεκτά συμπληρώνει το διατακτικό, στο οποίο επαναλαμβάνεται η ίδια φράση, χωρίς να αναφέρεται και ο ως άνω αριθμός της αγωγής.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως πλήττουσες την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Ε’ του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2015 αίτηση του Σ. Κ. του Π., για αναίρεση της με αριθμό 657/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ