1171/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1171/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τουναντίον, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και ζητείται με αυτήν η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 122/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, έχει ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά πριν από κάθε επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που εκδόθηκε κατ’ έφεση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1171 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1171/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Γ. και 2) Β. Τ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χατζηχρήστου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Σ., 2) Δ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., 3) Α. Α. του Δ., 4) Β. συζ. Α. Α., το γένος Κ. Τ., κατοίκων ... 5) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 5η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2η, 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2008 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ζ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκε με την από 4-2-2009 αγωγή του ήδη 6ου των αναιρεσιβλήτων και την από 27-1-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-5-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 5η και 6ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 58/2012 πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 13-5-2014 και με αριθμό καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Ξάνθης 67/2014 και στο Εφετείο Θράκης 30/2014 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 58/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και κατά της υπ’ αριθμ. 122/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ο δεύτερος ως απαράδεκτος και οι λοιποί ως αβάσιμοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 5ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ... /22-7-2014, ... /22-7-2014, ... /22-7-2014 και ... /22-7-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Α. Α. Α., αποδεικνύεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Τμήματος αυτού για την παρούσα δικάσιμο της 7ης Νοεμβρίου 2014, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους τέσσερεις πρώτους αναιρεσιβλήτους Χ. Κ. του Σ., Δ. Κ. του Χ., Α. Α. του Δ. και Β. συζ. Α. Α., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, αφού αυτοί κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α’ και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου" και ζητείται με αυτήν η αναίρεση της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 58/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης κατά το μη προσβληθέν με έφεση κεφάλαιό της που απέρριψε την κύρια αγωγή των ζημιωθέντων τρίτων κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", δηλαδή την αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιώσασας συζύγου του πρώτου αναιρεσιβλήτου και μητέρας της δεύτερης αναιρεσιβλήτου κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", ανεξάρτητα από το ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
στην απλή ομοδικία κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους και επομένως η ως άνω πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το απλό ομόδικο των αναιρεσειόντων "Επικουρικό Κεφάλαιο", αφού δεν προσβλήθηκε με έφεση, για να υπόκειται σε αναίρεση θα πρέπει να τελεσιδικήσει είτε με επίδοσή της και πάροδο της νόμιμης προθεσμίας από της επιδόσεώς της, είτε με πάροδο της τριετούς προθεσμίας από της δημοσιεύσεώς της, η οποία δεν είχε παρέλθει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέα κατά τα άρθρα 68, 556 και 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων να ασκήσουν αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την κύρια αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", το οποίο ήταν απλός ομόδικός τους στην κύρια αγωγή, αλλά και αντίδικός τους με αναγωγή που άσκησε εναντίον τους κατά το άρθρο 19 παρ. 4 του Π.Δ. 237/1986, αφού από την απόρριψη της κύριας αγωγής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου οι αναιρεσείοντες δεν έχουν υποστεί κάποια βλάβη, αλλ’ αντίθετα απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου και η αγωγή που άσκησε εναντίον τους το "Επικουρικό Κεφάλαιο" για να υποχρεωθούν να του καταβάλουν αυτοί ότι υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στους ως άνω ζημιωθέντες τρίτους της κύριας αγωγής και ως εκ τούτου οι αναιρεσείοντες έναντι του αναιρεσιβλήτου "Επικουρικού Κεφαλαίου" είναι νικήσαντες στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία έτσι δεν διαλαμβάνει διάταξη ή αιτιολογία επωφελή για το αναιρεσίβλητο "Επικουρικό Κεφάλαιο" και δυσμενή για τους αναιρεσείοντες.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου" και ζητείται με αυτήν η αναίρεση της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 58/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης κατά το μη προσβληθέν με έφεση κεφάλαιό της που απέρριψε την κύρια αγωγή των ζημιωθέντων τρίτων κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου" και συνακόλουθα και την αγωγή αναγωγής του τελευταίου κατά των αναιρεσειόντων, πρέπει και αυτεπάγγελτα να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος των αναιρεσειόντων προς άσκησή της.
Τουναντίον, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και ζητείται με αυτήν η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 122/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, έχει ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά πριν από κάθε επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που εκδόθηκε κατ’ έφεση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολομ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολομ.ΑΠ 9/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.ΑΠ 1/1999).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολομ.ΑΠ 24/1992, Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του παρόντος λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ 1 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 14-5-2007 με το άρθρο 17 του Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ τ. 100/14-5-2007), ορίζεται, ότι "η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει δια την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεούται εκάστοτε δι’ ίσον χρονικό διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου ως και των επομένων τοιούτων, εκτός αν 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης περιόδου εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον διά συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου.
Επί πάσης ανανεώσεως εκδίδεται νέον ασφαλιστήριον ή βεβαίωσις περί ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η σύμβαση ασφαλίσεως ανανεώνεται αυτόματα με τους ίδιους όρους, αν δεν διατυπωθεί το αντίθετο με συστημένη επιστολή που πρέπει να απευθυνθεί στο μέρος στο οποίο απευθύνεται, πριν από 30 ημέρες.
Δικαίωμα αρνήσεως συνεχίσεως της συμβάσεως έχει κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Η έκδοση νέου ασφαλιστηρίου ή βεβαιώσεως δεν τίθεται ως προϋπόθεση του κύρους της ανανεώσεως, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά αποτελεί πρόσθετη υποχρέωση στο πλαίσιο της ρυθμίσεως των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της ως άνω Κ4/585/5-4-1978 η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης επέρχεται και με καταγγελία οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος καθώς και με κατάργησή της με αντισυμφωνία των μερών κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 361 του Α.Κ. (Ολομ.ΑΠ 24/1994, ΑΠ 1116/ 2010, ΑΠ 510/2009, ΑΠ 305/2008, ΑΠ 918/2004, ΑΠ 1175/2004).
Έτσι, με βάση την από το τελευταίο τούτο άρθρο αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δύνανται οι συμβαλλόμενοι οποτεδήποτε να συμφωνήσουν τη λύση της σύμβασης με την πάροδο της συμφωνούμενης διάρκειας και μάλιστα είτε με την ίδια τη σύμβαση ασφάλισης είτε με πρόσθετη αυτοτελή και χωριστή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πράξη, ακόμη δε και με σιωπηρή συμφωνία, η οποία, ως σύμβαση, περιλαμβάνει την πρόταση για σύναψη της αντισυμφωνίας λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης και την αποδοχή της πρότασης αυτής κατ’ άρθρα 185 επ.
Α.Κ., οπότε η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων λύεται (ΑΠ 510/2009, ΑΠ 305/2008). Η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2170/1993 γνωστοποίηση της λύσεως της συμβάσεως ασφάλισης δεν ισχύει για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, αλλά για εκείνες μεταξύ ασφαλιστή και τρίτου, εφόσον σκοπός της ως άνω διατάξεως, με την οποία επιβάλλεται η γνωστοποίηση της ακύρωσης, λήξης ή αναστολής της συμβάσεως ασφαλίσεως με τον ανωτέρω τρόπο, είναι η άρση κάθε αμφισβήτησης για το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και για να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει.
Κατά συνέπεια, η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως, επιφέρει τα αποτελέσματά της για τον ασφαλισμένο χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθεί η ως άνω διαδικασία γνωστοποίησης αυτής (ΑΠ 1116/2010, ΑΠ 918/2004, ΑΠ 1175/2004, ΑΠ 1120/2000, ΑΠ 749/2000, ΑΠ 855/1999). Η διάταξη του άρθρου 11Α του Π.Δ. 237/1986 που ρυθμίζει διαφορετικά την πρόωρη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως προστέθηκε στο ως άνω Διάταγμα με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007 και ισχύει από της ισχύος του τελευταίου νόμου, δηλαδή από 14-5-2007 (βλ.
άρθρ. 18 του Ν. 3557/2007). Στην ως άνω περίπτωση που δεν απαιτείται έγγραφη ειδοποίηση (περίπτωση αντισυμφωνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστικής εταιρείας), η αντισυμφωνία μπορεί να αποδειχθεί και με μάρτυρες, ενώ στις περιπτώσεις που απαιτείται έγγραφη ειδοποίηση η απόδειξη γίνεται με αυτή και όχι με μάρτυρες (ΑΠ. 133/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε σχετικά με τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως που υπήρχε μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η προσεπικληθείσα πρωτοδίκως - παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη εκκαλούσα με το υπ’ αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε ασφαλίσει το φορτηγό των προσεπικαλούντων - παρεμπιπτόντως εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων. Η ασφάλιση διεπόταν από τους ισχύοντες κατά το χρόνο κατάρτισή της νόμους, μεταξύ των οποίων και οι διατάξεις της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 489/1976, στην οποία γινόταν ρητή αναφορά, ως τούτο προκύπτει από το ασφαλιστήριο που προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η διάρκεια της ασφάλισης ορίσθηκε κατ’ αρχήν για το χρονικό διάστημα από 4-9-2006 μέχρι 4-12-2006 και μετά από ανανέωσή της για ισόχρονο διάστημα από 4-12-2006 μέχρι 4-3-2007. Μετά το διάστημα αυτό δεν προσκομίζεται ανανεωτήριο, αλλά ούτε οι προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες επικαλούνται ότι η ασφάλιση ανανεώθηκε κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων.
Η προσεπικληθείσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίζεται ότι με προφορική αντισυμφωνία είχε λυθεί η σύμβαση ασφάλισης με το πέρας του χρονικού σημείου διάρκειάς της (4-3-2007). Κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, επιτρεπτώς μπορούσε κατά το χρόνο εκείνο που δεν ίσχυε ακόμη ο Ν. 3557/2007 (έναρξη ισχύος του από 14-5-2007) να επέλθει η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως με προφορική συμφωνία, έστω και σιωπηρή και να επέλθουν τα αποτελέσματά της για τον ασφαλισμένο χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθεί η διαδικασία γνωστοποίησης αυτής προς τον ασφαλισμένο και συνεπώς ο ως άνω ισχυρισμός είναι νόμιμος και τυγχάνει ερευνητέο αν πράγματι επήλθε συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων για λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως.
Όπως προκύπτει από την κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρος Τ. Θ., υπαλλήλου της ασφαλιστικής εταιρίας, το φορτηγό είχε ασφαλισθεί, καίτοι δεν διέθετε την κατά νόμο άδεια κυκλοφορίας. Λόγω της έλλειψης αυτής η προσεπικληθείσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία επέλεξε βραχύχρονο ανά τρίμηνο διάστημα ασφάλισης του οχήματος, ενόψει δε της παρέλευσης και του τριμήνου της ανανέωσης και προτού προβεί σε νέα ανανέωση της ασφάλισης κάλεσε τους προσεπικαλέσαντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες ασφαλισμένους της να προσκομίσουν την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και να γνωστοποιήσουν τον αριθμό κυκλοφορίας του, ως απαραίτητα στοιχεία για να ανανεωθεί περαιτέρω η ασφάλιση και να μην προχωρήσει στη λύση της, πλην όμως οι τελευταίοι δεν τα προσκόμισαν, δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σιωπηρά τη βούλησή τους να μην ανανεωθεί η ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος κατ’ αποδοχή της πρότασης της ασφαλιστικής εταιρείας ότι θα λύσει την ασφαλιστική σύμβαση για τον ως άνω λόγο.
Το γεγονός ότι οι προσεπικαλέσαντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες συμφώνησαν σιωπηρά στη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης κατ’ αποδοχή της πρότασης από την ασφαλιστική εταιρεία συνάγεται με σαφήνεια από το γεγονός ότι αυτοί έκτοτε από 4-3-2007 και μετέπειτα δεν κατέβαλαν ασφάλιστρα και δεν ενδιαφέρθηκαν για το αν εκδόθηκε ανανεωτήριο της ασφάλισης, στην έκδοση του οποίου βέβαια ουδέποτε προέβη η ασφαλιστική εταιρεία ακριβώς λόγω της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης.
Ομοίως η έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης προκύπτει και από την εξώδικη ομολογία των ασφαλισμένων - αντισυμβαλλόμενων και συγκατόχων του ζημιογόνου οχήματος ότι τούτο ήταν ανασφάλιστο στα αστυνομικά όργανα που επελήφθησαν του ατυχήματος, η οποία έχει περιληφθεί στην έκθεση αυτοψίας, που έχει συνταχθεί για το ατύχημα, καθώς και από την εξώδικη ομολογία του πρώτου προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος Τ.
Ε. που περιέχεται στην από 23-9-2007 προανακριτική του απολογία, στα πλαίσια της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε και στην οποία, απολογούμενος για την διατυπωθείσα σε βάρος του κατηγορία της κυκλοφορίας του οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας και ως ανασφάλιστου επί λέξει αναφέρει "...απευθυνθήκαμε στην Δνση Γεωργίας της Νομαρχίας Ξάνθης για έκδοση άδειας κυκλοφορίας για την οποία όμως υπήρχε δυσκολία λόγω της παλαιότητας του φορτηγού και αναμέναμε απάντηση για την έκδοση ή μη της άδειας.
Συγχρόνως, απευθυνθήκαμε και σε ασφαλιστική εταιρεία η οποία ζήτησε πρώτα την άδεια κυκλοφορίας για να ασφαλίσει το όχημα...", σημειωτέον δε ότι η τελευταία ως άνω περικοπή της εξώδικης ομολογίας του πρώτου προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος αποδεικνύει και το γεγονός ότι η ασφαλιστική εταιρεία απαίτησε για τη μη λύση της σύμβασης ασφάλισης και την περαιτέρω ανανέωση αυτής την προηγούμενη παράδοση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ’ αριθμ. 393/8-3-2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες, προς αντίκρουση της κατηγορίας που απαγγέλθηκε στο δεύτερο εξ αυτών για κυκλοφορία ανασφάλιστου οχήματος, δεν αντέτειναν κατά την απολογία τους άρνηση της κατηγορίας, ισχυριζόμενοι ότι αυτό ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως εναγομένη.
Ακριβώς δε λόγω του ότι οι προσεπικαλέσαντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες γνώριζαν ότι η ασφαλιστική σύμβαση με την προσεπικληθείσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη είχε λυθεί ήδη από την 4-3-2007 δεν προέβησαν μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη την 22-9-2007 σε δήλωση πρόκλησης ατυχήματος από ασφαλισμένο όχημα προς αυτήν.
Η μη ειδοποίηση από την ασφαλιστική εταιρεία δια συστημένης επιστολής ή δι’ άλλου τρόπου των προσεπικαλεσάντων - παρεμπιπτόντως εναγόντων δεν ασκεί καμία επιρροή ως προς τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, ως αβασίμως ισχυρίζονται αυτοί, εφόσον όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη, η τήρηση της εν λόγω διαδικασίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της λύσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως αφορά μόνο στις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος τρίτου και όχι εκείνες μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, μετά από πρόταση της προσεπικληθείσας - παρεμπιπτόντως εναγομένης, την οποία αποδέχθηκαν σιωπηρά οι προσεπικαλέσαντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες, η ασφαλιστική σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους λύθηκε με αντισυμφωνία των εν λόγω συμβαλλομένων από 4-3-2007, χωρίς να απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η έγγραφη γνωστοποίηση της λήξης της ασφαλιστικής συμβάσεως προς τους ασφαλισμένους και έτσι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε ενεργός σύμβαση ασφαλίσεως του άνευ αδείας κυκλοφορίας και κρατικών πινακίδων φορτηγού".
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Θράκης και δέχθηκε ότι είχε λυθεί η ασφαλιστική σύμβαση με αντισυμφωνία και ήταν ανασφάλιστο το φορτηγό αυτοκίνητο των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 489/1976, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 14-5-2007 με το άρθρο 17 του Ν. 3557/ 2007, 361, 185, 189 και 192 επ.
του Α.Κ., αλλ’ ούτε και τη διάταξη του άρθρου 11Α του Π.Δ. 237/1986 που τέθηκε σε ισχύ μεταγενέστερα με τα άρθρα 9 και 18 του Ν. 3557/2007, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όπως έπρεπε, υπαγάγοντας ορθά σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, καθορίζοντας ως χρονικό σημείο στο οποίο περιήλθε στην αναιρεσίβλητο ασφαλιστική εταιρεία η από μέρους των αναιρεσειόντων σιωπηρή αποδοχή της αντισυμφωνίας το χρόνο λήξεως του τριμήνου της πρώτης παρατάσεως, δηλαδή την 4-3-2007 που είχαν συμφωνήσει να λυθεί η σύμβαση ασφαλίσεως αν δεν της προσκόμιζαν άδεια κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου, οπότε και σιωπηρά αποδέχθηκαν την αντισυμφωνία για λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως μη προσκομίζοντας μέχρι τότε στην αναιρεσίβλητο ασφαλιστική εταιρεία την άδεια κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου και ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και σε αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 10 Ν. ΓπΝ/1911), προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που ως τέτοια θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και που χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 60/2014), αποτελεί λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς και όχι όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι την 22-9-2007 και περί ώρα 20:10, ο Σ. Κ., υιός των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, αδερφός της τρίτης ενάγουσας και εγγονός από μητρική γραμμή των τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων, οδηγώντας το υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τετάρτου ενάγοντος, κινείτο στην ασφαλτοστρωμένη αγροτική οδό που συνδέει τη διασταύρωση της επαρχιακής οδού ... με το χωριό ... με κατεύθυνση προς τον ως άνω οικισμό. Η ως άνω οδός είναι ευθεία σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων, χωρίς καμπές και κλίσεις, το πλάτος του ασφαλτοστρωμένου οδοστρώματος είναι 6 μέτρα, είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας και υπάρχει παρακείμενο έρεισμα στην οδό πλάτους 0,40 μέτρων μεταξύ του οδοστρώματος και των αγρών.
Κατά τον παραπάνω χρόνο οι καιρικές συνθήκες οδήγησης ήταν καλές, αφού επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία οχημάτων δεν ήταν συχνή, ενώ λόγω της ώρας δεν υπήρχε φυσικός φωτισμός, δεδομένου του πασίδηλου γεγονότος της δύσης του ηλίου περί ώρα 19.22, καθώς δεν υπήρχε και επαρκής τεχνητός φωτισμός, αφού η αγροτική οδός δεν φωτίζεται με στύλους ηλεκτροφωτισμού.
Την ίδια χρονική στιγμή στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της αγροτικής αυτής οδού και στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί προς ... ήταν σταθμευμένο με μέτωπο προς τη διασταύρωση της αγροτικής οδού με την επαρχιακή οδό Τοξοτών - Ευλάλου το ιδιωτικής χρήσης φορτηγό όχημα, συγκατοχής των δύο εναγομένων, που ως προεκτέθηκε δεν έφερε πινακίδες κυκλοφορίας και ήταν ανασφάλιστο.
Το ως άνω όχημα το είχε οδηγήσει και σταθμεύσει στο σημείο εκείνο ο πρώτος εναγομένος, με σκοπό οι εναγόμενοι να μεταφορτώσουν σε αυτό τον συλλεχθέντα αραβόσιτο, από τον καλλιεργούμενο με αυτόν αγρό του Γ. Κ., τον οποίο αμφότεροι συγκέντρωναν με τη χρήση της θεριζοαλωνιστικής μηχανής που εκμεταλλευόταν.
Το φορτηγό με πλάτος 2,20 μέτρων ήταν σταθμευμένο επί του ερείσματος του ρεύματος κυκλοφορίας, πλην όμως λόγω του μεγέθους του και του πλάτους του ρεύματος πορείας καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος αυτού και παρακώλυε την κυκλοφορία των οχημάτων που κατευθυνόταν προς ... καταλείποντας ελεύθερο τμήμα μόνο 110 εκατοστών, ως η θέση του σταθμευμένου φορτηγού, το πλάτος αυτού και το εναπομένον ελεύθερο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...
προκύπτουν από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος, που συνέταξε η επιληφθείσα αστυνομική αρχή. Όταν ο οδηγός του υπ’ αριθμ. ... αυτοκινήτου έφτασε πλησίον του σημείου της οδού όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγό, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το εμπόδιο έμπροσθεν της πορείας του, δεδομένου ότι το φορτηγό, που καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας όπου έβαινε, παρακώλυε την κανονική κίνηση του οχήματος και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του σταθμευμένου φορτηγού, λόγω δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης ο οδηγός του επιβατικού οχήματος τραυματίσθηκε θανάσιμα και επήλθε η ολοσχερής καταστροφή του οχήματος που οδηγούσε.
Οι εναγόμενοι αβασίμως ισχυρίζονται ότι η κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο στάθμευση του οχήματός τους δεν παρακώλυε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού, καθόσον απέμενε ελεύθερο τμήμα οδοστρώματος, συμπεριλαμβανομένου και του παρακειμένου του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας ερείσματος συνολικού πλάτους 4,50 μέτρων, καθόσον κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος είναι αν με τον τρόπο που στάθμευσαν το φορτηγό τους δεν παρακώλυαν την κίνηση των οχημάτων που έβαιναν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...
και στην προκειμένη περίπτωση, ως προεκτέθηκε, το σταθμευμένο φορτηγό καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας και το εναπομένον πλάτους 1,10 μέτρων δεν επαρκούσε για την ασφαλή διέλευση των οχημάτων που κινούνταν προς ... ενώ παραλόγως και παρανόμως αξιώνουν την είσοδο του οχήματος του θανόντος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που δεν προοριζόταν για την κυκλοφορία του.
Εξάλλου οι εναγόμενοι κατά τη στάθμευση του οχήματός τους και για την επισήμανση σταθερού εμποδίου έμπροσθεν της πορείας τους για τους οδηγούς που κινούνταν στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς ... δεν μερίμνησαν να τοποθετήσουν προειδοποιητικό τρίγωνο ή κώνους με φωσφορούχα βαφή, κατά παράβαση νομίμου υποχρεώσεώς τους.
Επιπλέον οι εναγόμενοι δεν είχαν ανάψει τα φώτα θέσης και τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) του σταθμευμένου φορτηγού, ώστε να γίνεται αντιληπτή η θέση του από τους χρήστες της οδού, που οδηγούσαν σε νυκτερινή ώρα. Τούτο συνάγεται από το ότι όταν οι εναγόμενοι περί ώρα 19:15 άρχισαν τις θεριζοαλωνιστικές τους εργασίες, δεν είχε νυχτώσει ακόμη και δεν είχαν λόγο να θέσουν σε λειτουργία τα φώτα του φορτηγού, γιατί επικρατούσε φως ημέρας, ενώ λόγω του ότι το φορτηγό επρόκειτο να μείνει σταθμευμένο επί μακρό χρονικό διάστημα, κατά την κοινή πείρα και λογική, θα αποφεύγετο η χρήση των φώτων, προκειμένου να μην επηρεασθεί η μπαταρία του οχήματος, ενόψει μάλιστα και της παλαιότητας αυτού.
Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι τα φώτα του φορτηγού τέθησαν σε λειτουργία μετά την επικράτηση του σκότους και πάντως πριν το ένδικο ατύχημα, διότι ο οδηγός του οχήματος εργαζόταν στον αγρό για την περισυλλογή του αραβοσίτου. Την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρεί η σχετική σημείωση στην έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος, στην οποία επισημαίνεται ότι κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων στον τόπο του συμβάντος τα φώτα θέσης και τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) του σταθμευμένου φορτηγού ήταν σε λειτουργία, καθόσον αυτά τέθηκαν σε λειτουργία από τους εναγομένους μετά την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, προκειμένου να μπορέσουν οι παρευρισκόμενοι να αντιληφθούν τις συνθήκες του ατυχήματος.
Ομοίως και οι σχετικές αναφορές των μαρτύρων της ποινικής δικογραφίας αλλά και της παρούσας δίκης περί λειτουργίας των φώτων του φορτηγού δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον η εκτίμηση των περιστάσεων του ατυχήματος άγει στο συμπέρασμα ότι τα φώτα θέσης και έκτακτης ανάγκης του φορτηγού τέθηκαν σε λειτουργία μετά το ένδικο ατύχημα, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι αν πράγματι οι εναγόμενοι ήθελαν να καταστήσουν αντιληπτή τη θέση του καταλαμβάνοντος το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας οχήματός τους, θα είχαν χρησιμοποιήσει το φάρο του φορτηγού (βλ.
προσκομιζόμενη φωτογραφία), ώστε να επισημαίνεται ο όγκος του εμποδίου, αλλά και να καθίσταται αυτό ευκόλως αντιληπτό. Άλλωστε η επικαλούμενη από τους εναγομένους επιμέλειά τους, που επέβαλε σε αυτούς τη χρήση των φώτων του εν στάσει οχήματός τους, ενόψει της εκτέλεσης νυκτερινής εργασίας, προκειμένου να γίνεται αυτό αντιληπτό από τους χρήστες της οδού, αναιρείται από το γεγονός της στάθμευσης του οχήματός τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καθίσταται ανέφικτη η χρήση του ρεύματος κυκλοφορίας από τους οδηγούς που βαίνουν προς ...
ενώ αβασίμως ισχυρίζονται ότι η χρήση των φώτων του φορτηγού εξυπηρετούσε και τους ίδιους στην εκτέλεση των γεωργικών εργασιών, δεδομένου ότι τα φώτα του φορτηγού δεν θα φώτιζαν προς τον παρακείμενο αγρό, οι δε νυκτερινές εργασίες που εκτελούσαν εξυπηρετούνταν από τον φωτισμό της θεριζοαλωνιστικής μηχανής.
Περαιτέρω, το σταθμευμένο φορτηγό δεν καθίστατο από ικανή απόσταση αντιληπτό, λόγω του μη επαρκούς τεχνητού φωτισμού της οδού, δεδομένου του σκότους που επικρατούσε, αφού ο ήλιος είχε δύσει περίπου μια ώρα πριν από το χρόνο που συνέβη το ατύχημα και η διάρκεια του λυκόφωτος κατά την ημερολογιακή περίοδο που συνέβη το ατύχημα είναι ελάχιστη.
Ο ιδιωτικός τεχνητός φωτισμός που υπάρχει στην απέναντι πλευρά της οδού, όχι όμως προς το μέρος του οδοστρώματος, αλλά προς το εσωτερικό του περιβόλου του εργοστασίου ... δεν συμβάλλει στον επαρκή τεχνητό φωτισμό της οδού και δη του ρεύματος κυκλοφορίας όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγό. Οι προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται έντονο το φως των κολώνων φωτισμού του εργοστασίου, δεν αντιστοιχούν στην αντίληψη του φωτός που εκπέμπουν και διαχέουν, όπως αυτό προσλαμβάνεται δια γυμνού οφθαλμού, καθόσον οι φωτογραφίες ελήφθησαν με τις τεχνητές δυνατότητες της φωτογραφικής μηχανής που επαυξάνουν και καθιστούν δυνατή την απεικόνιση αντικειμένων εν μέσω σκότους.
Ομοίως και ο προβολέας της θεριζοαλωνιστικής μηχανής δεν συνέβαλε στον επαρκή φωτισμό της οδού, δεδομένου ότι η δέσμη φωτός που αυτός εξέπεμπε προοριζόταν για τον φωτισμό του αγρού, όπου διενεργούνταν οι θεριζοαλωνιστικές εργασίες. Οι δύο αυτές πηγές φωτισμού που κατά προορισμό δεν αποσκοπούσαν στον φωτισμό της οδού, αλλά άλλων σταθερών σημείων και βρισκόταν ένθεν και ένθεν της οδού, δεν διευκόλυναν τον θανόντα οδηγό του επιβατικού οχήματος στην έγκαιρη αντίληψη του σταθερού έναντι της πορείας του εμποδίου (σταθμευμένο φορτηγό), αντιθέτως δε συνέτειναν στον αποπροσανατολισμό της όρασης και στην μη αντίληψη του εμποδίου.
Εξάλλου ο θανών οδηγός του επιβατικού οχήματος ασφαλώς και δεν ήταν υποχρεωμένος να προβλέψει την παράνομη στάθμευση του φορτηγού έμπροσθεν της κανονικής πορείας που ακολουθούσε στο ρεύμα κυκλοφορίας του. Οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικαλούνται οι εναγόμενοι ως εκ του ότι αυτός (θανών) χρησιμοποιούσε συχνά την οδό και γνώριζε ότι την εποχή εκείνη γινόταν η συλλογή του αραβόσιτου και ως εκ του ότι και ο ίδιος οδηγούσε φορτηγό μεταφοράς ζαχαροτεύτλων, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παράνομη στάθμευση του οχήματός τους και το επιζήμιο αποτέλεσμα που αυτή επέφερε, ενώ η επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύουν οι κάτοχοι οχημάτων κατά την κυκλοφορία τους επιβάλλεται κατ’ αντικειμενική κρίση.
Να σημειωθεί δε ότι οι επικαλούμενες από τους εναγομένους ιδιομορφίες της οδού που δεν επιτρέπουν την είσοδο οχημάτων εντός των παρακειμένων αγρών και αληθείς υποτιθέμενες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παράνομη στάθμευση του οχήματός τους, δεδομένου ότι αυτό θα μπορούσε να παρέμενε ασφαλώς σταθμευμένο σε επιτρεπόμενο χώρο και να μετέβαινε στον αγρό που εκτελούνταν οι εργασίες μόνον καθ’ όν χρόνο επιβάλετο για τη μεταφόρτωση του συλλεγέντος γεωργικού προϊόντος, την οποία θα πραγματοποιούσαν υπό ασφαλείς συνθήκες, όπως π.χ.
κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού προκληθέντα θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του επιβατικού οχήματος βαρύνει αμφότερους του εναγομένους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το όχημά τους χωρίς να επιδεικνύουν την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια και μη συμμορφούμενοι προς τους νομικούς κανόνες οδήγησης, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 4, 34 παρ. 1, 6, 35 παρ. 1 και 37 παρ. 5 ΚΟΚ.
Να σημειωθεί δε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθμ. 393/8-3-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι υφίσταται υπαιτιότητα στο πρόσωπο των εναγομένων για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των συνεπειών αυτού δεν έσφαλε κατά την αποδεικτική αξιολόγηση και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους.
Περαιτέρω όμως με συνυπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και την επίταση των συνεπειών του βαρύνεται και ο οικείος των εναγόντων - οδηγός του υπ’ αριθμ. ... επιβατικού οχήματος. Παρά το γεγονός ότι αυτός αιφνιδιάσθηκε προ του εμποδίου που συνάντησε έμπροσθεν της κανονικής του πορείας, ήτοι του σταθμευμένου αντικανονικά φορτηγού που καταλάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος πορείας όπου κινείτο, το οποίο κατ’ αντικειμενική κρίση ήταν δυσχερές να διακρίνει από μεγάλη απόσταση υπό τις συνθήκες νυκτερινής οδήγησης και ελλιπούς τεχνητού φωτισμού, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του επιβατικού οχήματος οδηγούσε με μειωμένη προσοχή, διότι παρά τη χρήση των φώτων διασταύρωσης του οχήματός του, τα οποία εξασφαλίζουν ορατότητα σε μήκος σαράντα μέτρων περίπου, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το σταθερό εμπόδιο έμπροσθεν της πορείας του, ώστε να προβεί σε αποφευκτικό της συγκρούσεως ελιγμό, είτε με έγκαιρη τροχοπέδηση του οχήματός του, είτε, λόγω της εκτάκτου ανάγκης, με είσοδο στο αντίθετο ρεύμα πορείας, καθόσον τούτο ήταν δυνατό τη στιγμή του ατυχήματος, αφού δεν αποδείχθηκε κίνηση οχήματος επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας.
Η μη έγκαιρη δε αντίληψη του σταθμευμένου φορτηγού από τον θανόντα οδηγό προκύπτει από την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος καθώς και από την ευθεία κίνησή του επί του οδοστρώματος μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης. Να σημειωθεί δε ότι η μη χρήση από τον οδηγό του επιβατικού οχήματος των φώτων πορείας (μεγάλη σκάλα) δικαιολογείται ως εκ του ότι κινείτο σε οδό που οδηγεί στην είσοδο του οικισμού, την οποία χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του οικισμού για την είσοδό τους και έξοδό τους από αυτόν και μετ’ ολίγον αναμενόταν η είσοδος του οχήματος εντός του οικισμού, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο επελεύσεως του ατυχήματος έκανε χρήση συσκευής κινητού τηλεφώνου, κατά παράβαση του άρθρου 13 παρ. 2 ΚΟΚ.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το επιβατικό όχημα έβαινε με ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας στο σημείο εκείνο της οδού, που καθορίζεται με κάθετη σήμανση σε 50 χ/ω και συγκεκριμένα έβαινε με ταχύτητα εγγίζουσα τα 70 χ/ω. Το ύψος της ταχύτητας με την οποία κινείτο το επιβατικό όχημα προκύπτει από το μέγεθος των υλικών ζημιών που υπέστη το επιβατικό όχημα στο πληγέν εμπρόσθιο τμήμα του που συνεθλίβη, λαμβανομένου βέβαια υπόψη ως προς την έκταση των ζημιών ότι αυτό προσέκρουσε σε άκαμπτο τμήμα του φορτηγού, αλλά και την περιστροφή και μετατόπισή του κατά δύο μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, λόγω της μη απορροφηθείσας κατά την σύγκρουση ταχύτητας.
Η ως άνω κρίση ως προς την ταχύτητα με την οποία κινείτο το επιβατικό όχημα επιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τους εναγόμενους τεχνική έκθεση των μηχανικών Σ. Α. και Α. Γ.. Βέβαια το γεγονός ότι ο οδηγός του επιβατικού οχήματος οδηγούσε με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατ’ ελάχιστο το όριο δεν συνέβαλε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, δεδομένου ότι εν προκειμένω η ταχύτητα του οχήματος δεν επηρέασε τη μη ολοκλήρωση αποτελεσματικού της συγκρούσεως αποφευκτικού ελιγμού στον οποίο πρότερον είχε προβεί αυτός, αφού ως προεκτέθηκε αυτός δεν είχε αντιληφθεί εγκαίρως το σταθμευμένο φορτηγό και δεν προέβη σε καμία αποφευκτική κίνηση της συγκρούσεως.
Όμως η οδήγηση του επιβατικού οχήματος με ταχύτητα ανωτέρα της επιτρεπομένης συνέβαλε στην έκταση των υλικών ζημιών που επήλθαν στο όχημά του καθώς και στον θανατηφόρο τραυματισμό αυτού κατά τη σύγκρουση. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά την οδήγηση δεν έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας του οχήματός του, γεγονός που συντέλεσε στο θανάσιμο τραυματισμό του, έστω και κατ’ ελάχιστο, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της εξ αυτού του λόγου μικρής πιθανότητας, κατά την κοινή πείρα και λογική, αποφυγής θανατηφόρων σωματικών κακώσεων.
Ως εκ τούτων ο θανών οδηγός του επιβατικού οχήματος - οικείος των εναγόντων, που οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία πρέπει να επιδεικνύει κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και μη συμμορφούμενος προς τους νομικούς κανόνες οδήγησης (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 5, 20 ΚΟΚ) βαρύνεται με συνυπαιτιότητα για την μη αποφυγή του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και για την επίταση των συνεπειών αυτού (υλικές ζημίες οχήματος και θανάσιμος τραυματισμός), το ποσοστό της οποίας ανέρχεται σε 40%.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού του επιβατικού οχήματος ανέρχεται σε 25% στην πρόκληση της σύγκρουσης και της περιουσιακής ζημίας από τις υλικές φθορές του οχήματος επαυξανόμενο κατά 10%, ήτοι σε 35% σχετικά με την πρόκληση του θανάτου του και της περιουσιακής ζημίας που συνδέεται με αυτόν (έξοδα κηδείας) έσφαλε ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση".
Με τις ως άνω παραδοχές του το Μονομελές Εφετείο Θράκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την συνυπαιτιότητα των αναιρεσειόντων και του θανόντος για την επέλευση του ατυχήματος και των συνεπειών του, αφού δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες στάθμευσαν σε νυκτερινή ώρα παράνομα και αντικανονικά χωρίς προειδοποιητικά φώτα το φορτηγό τους αυτοκίνητο επί του ρεύματος πορείας της επαρχιακής οδού, ότι η αυξημένη ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων την ώρα με την οποία έβαινε ο θανών δεν συνέβαλε στην επέλευση της συγκρούσεως των δύο οχημάτων, διότι ο θανών δεν αντιλήφθηκε το σταθμευμένο παράνομα και αντικανονικά χωρίς φώτα ή αντανακλαστικά φορτηγό αυτοκίνητο λόγω του σκότους και του ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού που υπήρχε και όχι λόγω της ως άνω ταχύτητας με την οποία έβαινε και επέπεσε σ’ αυτό με την ταχύτητα που έβαινε και χωρίς να φρενάρει, ότι αφού δεν μπορούσε να το αντιληφθεί λόγω του σκότους και του ανεπαρκούς φωτισμού δεν θα ενεργούσε αποφευκτικό ελιγμό ακόμη και αν έβαινε με 50 χιλιόμετρα την ώρα, όπως δεν ενήργησε και με την ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων την ώρα, ότι η αυξημένη κατά τα άνω ταχύτητά του συνέβαλε στη σφοδρότητα της συγκρούσεως, στην έκταση των υλικών ζημιών που επήλθαν στο όχημα που οδηγούσε καθώς και στον θανατηφόρο τραυματισμό του, ότι ο θανών δεν έφερε ζώνη ασφαλείας και αυτό συνέβαλε στο βαρύτατο τραυματισμό του, έστω και κατ’ ελάχιστο, λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως και ότι αυτός βαρύνεται με μεγαλύτερη συνυπαιτιότητα για τις ζημίες από το ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό του από τη συνυπαιτιότητα με την οποία βαρύνονται οι αναιρεσίβλητοι και με τις αιτιολογίες του αυτές καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Οι λοιπές ελλείψεις που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από τις αποδείξεις πορίσματος, το οποίο είναι σαφές, δεν συνιστούν έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά συνέπεια και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την συνυπαιτιότητα των αναιρεσειόντων και του θανόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε παραδεκτή, δηλαδή κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και ζητείται με αυτήν η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 122/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, δηλαδή στη δικαστική δαπάνη της ασφαλιστικής εταιρείας και του "Επικουρικού Κεφαλαίου", κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2014 και με αριθμό καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Ξάνθης 67/2014 και στο Εφετείο Θράκης 30/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 58/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και κατά της υπ’ αριθμ. 122/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε", την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ