1171/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1171/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ΚΠολΔ. Έννομο δε συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 8/1998).
Full text
Απόφαση 1171 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1171/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Ι. Κ. και 2. Μ. χας Ι. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Σταθόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Π. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεωργιάδη.
Του Προσθέτως Παρεμβάντος: Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Σταθόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 30-10-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 434/1998 μη οριστική, 287/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων και του προσθέτως παρεμβάντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996).Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη και τον συνδυασμό αυτής με την διάταξη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρεμβάσεως κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ. Έννομο δε συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 8/1998).
Εξ' άλλου, ως τρίτος, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, μη ταυτιζόμενος νομικώς με κάποιον από αυτούς, όπως συμβαίνει επί καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ενώ θεωρούνται ως τρίτοι, δικαιούμενοι να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση, οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, ανεξαρτήτως του χρόνου που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, προ ή κατά την διάρκεια της δίκης.
Από τις ίδιες δε ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 215 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση, εκκρεμούσης αναιρέσεως, ασκείται διά καταθέσεως δικογράφου, κοινοποιουμένου σε όλους τους διαδίκους και περιέχοντος τα στην & 1 του άρθρου 81 οριζόμενα στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Α. Α. άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 8/12/2010, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων εναγομένων.'Εχει δε έννομο συμφέρον ο ανωτέρω να παρέμβει στην εκκρεμή κύρια δίκη, γιατί, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της προσθέτου παρεμβάσεως, αποδεικνύεται δε και από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο κυρίως παρεμβάς απέκτησε την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου επί του επιδίκου ακινήτου διά της προς αυτόν από τους αναιρεσείοντες πωλήσεως του επίδικου ακινήτου με το υπ' αριθμ. .../2005 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Λυριστή- Καλαιτζάκη, νομίμως μεταγραφέν. Επομένως, η άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη λόγω υπάρξεως εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβάντος από τις αντανακλαστικές, γι' αυτόν, έννομες συνέπειες της αποφάσεως που θα εκδοθεί, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή, συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναιρέσεως.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία, και ότι εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με ειδική ή καθολική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο χρησικτησίας τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την θέληση να το έχει ιδικό του.
Eξ' άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 977 ΚΠολΔ συνάγονται, επί αποκτήσεως της νομής με ειδική διαδοχή, τα ακόλουθα: α) Επί πράγματος ευρισκομένου στην νομή κάποιου, η νομή αποκτάται από άλλον με παράδοση του πράγματος στον αποκτώντα, η οποία γίνεται με την βούληση του έως τώρα νομέως.
β) Η συμφωνία του έως τώρα νομέως με τον αποκτώντα περί της από αυτόν, τον δεύτερο, κτήσεως της νομής αρκεί για την μεταβίβαση της νομής, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός, ο δεύτερος, είναι σε θέση να ασκεί την φυσική εξουσία επί του πράγματος. γ) Παράδοση στον αποκτώντα υπάρχει και όταν συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του μεταβιβάζοντος έως τώρα νομέως ότι τρίτος, ευρισκόμενος στην κατοχή του πράγματος με βάση κάποια έννομη σχέση, θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση την ίδια έννομη σχέση, με διαφορετικά όμως υποκείμενα, ήτοι τον τρίτο και τον αποκτώντα (στην θέση του έως τώρα νομέως), σ' αυτήν δε την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτή στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι ή περί μεταβιβάσεως της νομής συμφωνία, είναι άτυπη, μη υποκειμένη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ, ούτε και σε μεταγραφή, κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ, και αφηρημένη δικαιοπραξία, επιφέρουσα το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της υποκειμένης αιτίας ή της εγκυρότητος αυτής.
Επομένως, διά της σωματικής παραδόσεως του πράγματος, ο αποκτών γίνεται νομέας, έστω και αν η υποκειμένη σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Στην περίπτωση δε που ενεφιλοχώρησε κάποιο ελάττωμα στην περί μεταβιβάσεως της νομής, αφηρημένη, σύμβαση, τότε δεν επέρχεται μεν μεταβίβαση της νομής παραγώγως, πλην όμως είναι δυνατή η απόκτηση της νομής πρωτοτύπως, εφόσον ο αποκτήσας την φυσική εξουσία επί του πράγματος σε εκτέλεση της ακύρου ή ακυρωσίμου περί μεταβιβάσεως της νομής συμβάσεως την ασκεί με διάνοια κυρίου, δυνάμενος να μεταβιβάσει την νομή σε κάποιον τρίτο, παραγώγως.
Ο τρίτος που απέκτησε την νομή από τον μέχρι τούδε επιλήψιμο νομέα δι' ειδικής διαδοχής, καθιστάμενος και αυτός επιλήψιμος νομέας μόνον εάν εγνώριζε το επιλήψιμο της νομής ( άρθρο 984 παρ. 2 ΑΚ), δεν κωλύεται, ένεκα του επιληψίμου της προς αυτόν μεταβιβασθείσης νομής, να αρχίσει να χρησιδεσπόζει επί του πράγματος, αποκτώντας την επ' αυτού κυριότητα δι' εκτάκτου χρησικτησίας, ανεξαρτήτως του εάν εγνώριζε η όχι την ύπαρξη του εν λόγω ελαττώματος, γιατί επί της εκτάκτου χρησικτησίας δεν απαιτείται το στοιχείο της καλής πίστεως, όπως επί της τακτικής χρησικτησίας, κατά το άρθρο 1041 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 982 επ. και 994 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση είναι αντιπρόσωπος του νομέως στην άσκηση της νομής και επί αντιποιήσεως αυτής, συνισταμένης στην μεταστροφή της διανοίας του από διάνοια κατόχου ή βοηθού νομής σε διάνοια κυρίου, δεν δύναται να αντιτάξει κατά του νομέως ή των συννομέων κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν γνωστοποιήσει σ' αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο την βούλησή του να νέμεται το πράγμα για ιδικό του αποκλειστικά λογαριασμό.
Τοιαύτη, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν ο τρίτος δεν αντιποιείται την νομή, αλλά την αποκτά παραγώγως, ή πρωτοτύπως, αφού, στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος δεν χρησιδεσπόζει, αντιποιούμενος την νομή των λοιπών συννομέων, αλλ' ως αποκτήσας ο ίδιος το δικαίωμα της νομής εφ' ολοκλήρου του πράγματος, έστω και επιληψίμως.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο ήτοι παλαιά διώροφη οικοδομή εμβαδού το ισόγειο 77,70 τ.μ, ο πρώτος όροφος 73 τ.μ. και ο ακάλυπτος χώρος 44,45 τ.μ. που ευρίσκεται στη θέση "Γιαλός" της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του Ι.
και Μ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Σ., βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία αγνώστων, ανήκε κατά συγκυριότητα κατ' ισομοιρία στους αδελφούς Ι. και Μ. Κ. του Κ., λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος πατέρα τους Κ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα λόγω αγοράς δυνάμει του υπ' αριθμό .../11.1.1865 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Σύμης Ιερομονάχου Νοταρίου Φιλαρέτου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα τότε τηρούμενα και μη διασωθέντα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης.
Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο λόγω δανείου του ενός συγκύριου Ι. Κ. του Κ. 500 λιρών Αγγλίας που είχε λάβει το 1926 με ετήσιο τόκο 9% από τον Κ. Π., οι δύο προαναφερόμενοι αδελφοί συγκύριοι, κατ' ισομοιρία του επίδικου ακινήτου, Ι. και Μ. Κ., το υποθήκευσαν ως εμπράγματη ασφάλεια του δανείου, δυνάμει του με επίκληση προσκομιζόμενου φωτοτυπικού αντιγράφου υπ' αριθ. .../15.11.1926 συμβολαίου ενυπόθηκου δανείου του τότε Δημάρχου Σύμης και συμβολαιογραφούντος Ιταλού De Stefani Giovanni νόμιμα μεταγεγραμμένου στα τηρούμενα τότε και μη διασωθέντα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης.
Με την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου ενυπόθηκου δανείου, το προπεριγραφόμενο επίδικο ακίνητο παραδόθηκε στο δανειστή Κ. Π., το οποίο ο τελευταίος το είχε στη διακατοχή του και είχε, κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, δικαίωμα να εκπλειστηριάσει το υποθηκευμένο επίδικο ακίνητο, αν δεν εξοφλείτο το εις πρώτη αναζήτηση το ασφαλιζόμενο δάνειο 400 λιρών Αγγλίας μετά των τόκων 9% ετησίως, κατά τις τότε ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 3 και 118 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 376, 396, 397, 701 και 756 επί του Οθωμανικού ΑΚ (βλ.
ΑΠ 92/1925 ΕλλΔ/νη 3 (1925) 416), και κατά τα αναφερόμενα στο παραπάνω συμβόλαιο ενυπόθηκου δανείου επι λέξει "εκ του εκπλειστηριάσματος αυτού λάβη το δάνειον του μετά των τόκων και των δικαστικών εξόδων και τελών, επιστρέφον το προκύψαν περίσσευμα προς τον οφειλέτην (δηλαδή τον Ι. Κ. του Κ.) ο οποίος άλλως υποχρεούται και εις το ενδεχόμενον έλλειμμα".
Έκτοτε το επίδικο ακίνητο το είχε στην διακατοχή της συνεχώς και αδιαλείπτως η οικογένεια Κ. Π., και συγκεκριμένα οι τρεις γιοι του, Ν., Φ. και Α. Π. του Κ., οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στη νήσο Σύμη όπου λειτουργούσαν διάφορες επιχειρήσεις, ο Φ. διατηρούσε εμπορικό κατάστημα υφασμάτων και φωτογραφείο, ο Α. διατηρούσε μπακάλικο και ήταν υπεύθυνος στο οικογενειακό εργαστήριο κρασιών που διατηρούσαν και ο Ν.
διατηρούσε εντός του επίδικου ακινήτου στον πρώτο όροφο επιχείρηση ξυλείας και στο ισόγειο κατάστημα με ναυτιλιακά είδη, μπογιές, σκοινιά και καρφιά. Μετά το έτος 1935 που απεβίωσε ο Ν. Π. η επιχείρηση ξυλείας έμεινε κλειστή, ενώ το κατάστημα με τα ναυτιλιακά είδη συνέχισε να το λειτουργεί εκ των δύο άλλων αδελφών Π.
ο Α. μέχρι το έτος 1946 που οι κληρονόμοι του προαποβιώσαντος του Ν., Κ. Π., προέβησαν μεταξύ τους σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του, κατά την οποία άτυπη αυτή διανομή η αξίωση του ανεξόφλητου προμνημονευόμενου δανείου των 400 λιρών Αγγλίας νομιμότοκο με 9% ετησίως και η διακατοχή του επιδίκου ακινήτου περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κατά το έτος 1935 αποβιώσαντος Ν.
Π. του Κ.. Τη 17.4.1950 ο εγγονός του αρχικού οφειλέτη Ι. Κ. και γυιος του γυιου του Κ., Ι. Κ. του Κ. κατέβαλε το ποσόν των 2.000.000 δραχμών στους εκ των κληρονόμων του Κ. Π., Φ. Π. του Κ., Ε. χήρα Ν. Π., Κ. Π. του Ν. και Μ. Π. του Α., ως πρώτη δόση εκ των 8.000.000δρχ. συμφωνηθέντων για την εξάλειψη της υποθήκης της διώροφης επίδικη οικοδομής έναντι οφειλής του Ι.
Κ. εκ 500 λιρών Αγγλίας στον δανειστή του Κ. Π. κατά τα αναφερόμενα στην με επίκληση προσκομιζόμενη σε φωτοτυπικό αντίγραφο από 17.4.1951 σχετική απόδειξη καταβολής του ποσού των 2.000.000 δρχ., υπογεγραμμένη από τους ανωτέρω αναφερόμενους. Έκτοτε όμως μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το υπόλοιπο ποσό του δανείου 6.000.000 δρχ.
δεν εξοφλήθηκε. Περί το έτος 1955 που επρόκειτο η Ε. χήρα Ν. Π. να παντρέψει την 26χρονη τότε κόρη της, ενάγουσα στην πρώτη αγωγή με τον 32χρονο τότε αστυνομικό στο επάγγελμα Π. Π., ζήτησε από τον Κ. Κ. του Ι., γυιο του έχοντος ήδη αποβιώσει αρχικού δανειστή Ι. Κ. του Κ. να της εξοφλήσει το υπόλοιπο του δανείου 6.000.000 δρχ.
για να τα δώσει ως προίκα στην κόρη της. Αυτός όμως της δήλωσε ότι δεν έχει τη δυνατότητα της εξόφλησης του δανείου και να λάβει πίσω το επίδικο ακίνητο, αλλά να μείνει το ακίνητο στην οικογένειά τους, οπότε η Ε. χήρα Ν. Π. μεταβίβασε λόγω άτυπης προίκας το επίδικο ακίνητο στην κόρη της ενάγουσα στην πρώτη αγωγή η οποία εκείνο το έτος παντρεύτηκε.
Έκτοτε η τελευταία νέμεται με διάνοια κυρίας συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο ακίνητο από το 1955 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής της 14.4.1997, ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση του και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής. Συγκεκριμένα το επέβλεπε το συντηρούσε αλλάζοντας κατά καιρούς τα κεραμίδια και τα παράθυρα και το εκμίσθωσε κατά τα έτη 1956 έως το 1964 στο Γ.
Σ. κάτοικο Σύμης, από το 1969 έως το 1983 το εκμίσθωσε στο Φ. Ο., από το 1983 έως το 1994 το εκμίσθωσε ως αποθήκη στον εναγόμενο στη δεύτερη αγωγή Κ. Φ., από το 1994 έως το 1998 το εκμίσθωσε ως μπαρ στη σύζυγο του τελευταίου μισθωτή Ά. σύζ. Κ. Φ., το γένος Γ. Κ., αντί μηνιαίου μισθώματος 100.000δρχ. το πρώτο έτος, 120.000δρχ. το δεύτερος έτος και 150.000δρχ.
το τρίτο έτος, αναπροσαρμοζόμενο από το τέταρτο κατά 30% ετησίως δυνάμει του από 17.4.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης καταστήματος, το οποίο κατατέθηκε αυθημερόν στην αρμόδια ΔΟΥ Ρόδου με αριθμό 854/11.4.1994, όπως αυτό προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο φωτοτυπικό αντίγραφο του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού μίσθωσης, από 1.5.1999 το έχει εκμισθώσει ως μπαρ στο Χ.
Π. του Ι. για εννέα έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 200.000δρχ. το πρώτο έτος, 250.000δρχ. το δεύτερο έτος, 300.000δρχ. το τρίτο έτος αναπροσαρμοζόμενο από το τέταρτο έτος 10% ετησίως, δυνάμει του με επίκληση προσκομιζόμενου από 22.4.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο κατατέθηκε στην ίδια ανωτέρω ΔΟΥ Ρόδου με αριθμό 1405/23.4.1999.
Υπό τα δεδομένα αυτά κύρια του επίδικου ακινήτου κατέστη η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ) αφού το νεμήθηκε σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια διάνοια κυρίου επί εικοσαετία και πλέον κατά τα προαναφερθέντα και δη από το 1955 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής της 14.4.1997. Ο ισχυρισμός των εναγόντων στη δεύτερη αγωγή ότι αυτοί είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 31/32 ο 1ος και 1/32 η 2η και δη ο: 1) κατά τα 8/32 ποσοστό δυνάμει του υπ' αριθμ. .../31.12.1993 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Αθηνάς Κουταλιανού, νόμιμα μεταγεγραμμένου τη 16.2.1994 λόγω αγοράς από τους αδελφούς Ι.
και Φ. Π. του Α., 2) κατά τα 4/32 ποσοστά δυνάμει του υπ' αρ. .../27.1.1994 συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Ρόδου νόμιμα μεταγεγραμμένου τη 16.2.1994 λόγω δωρεάς εν ζωή από τη Σ. σύζ. Μ. Δ., το γένος Κ. Κ., 3) κατά τα 4/39 ποσοστά δυνάμει του υπ' αριθ. .../30.6.1994 τη ιδίας και πάλι συμβολαιογράφου Ρόδου, νόμιμα μεταγεγραμμένου την 24.7.1994 λόγω αγοράς από το Μ.
Μ. του Κ., 4) κατά τα 4/32 ποσοστά δυνάμει του υπ' αριθ. .../20.12.1994 συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου Ρόδου, νόμιμα μεταγεγραμμένου την 21.1.1995 λόγω αγοράς από τον ίδιο αμέσως ανωτέρω πωλητή Μ. Μ. του Κ., 5) κατά τα 8/32 ποσοστό δυνάμει του υπ' αριθ. .../29.12.1994 συμβολαίου της άνω συμβολαιογράφου Ρόδου, νόμιμα μεταγεγραμμένου την 21.1.1995 λόγω αγοράς από τη Σ.
χήρα Ε. Κ., το γένος Δ. Μ. και 6) κατά τα υπόλοιπα 2/32 ποσοστά ο 1ος και 1/32 η 2η λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του κατά την 3.9.1992 αποβιώσαντος Ι. Κ. του Κ., πατέρα του 1ου και συζύγου της 2ης, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν με τη νόμιμη μεταγραφή του υπ' αριθ. .../1994 κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά τους ανωτέρω όμως χρόνους1994 και 1995 που μεταγράφηκαν οι τίτλοι κυριότητας των εναγόντων στη δεύτερη αγωγή, κύρια του επιδίκου ακινήτου ήτοι της διώροφης οικοδομής μετά του ακαλύπτου αυτής χώρου 44,45τ.μ.
είχε καταστεί στο έτος 1976 η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή με έκτακτη χρησικτησία, αφού όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία και πλέον ήτοι από το 1955 έως την άσκηση της αγωγή της 14.4.1997. επομένως οι ανωτέρω συμβάσεις πώλησης, δωρεάς εν ζωή και κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, έναντι της ενάγουσας στην πρώτη αγωγή, αληθινής κυρίας του επιδίκου ακινήτου, δεν είναι ισχυρές, καθ' όσον για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται αυτός που μεταβιβάζει ή αυτός που κληρονομείται να είναι κύριος και ως εκ τούτου οι ενάγοντες στη δεύτερη αγωγή εξαιτίας της έλλειψης αυτής δεν απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 287/ 2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 11/4/1997 αγωγή της αναιρεσιβλήτου και την ανεγνώρισε κυρία του στην αγωγή αυτή περιγραφομένου ακινήτου . Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου πρωτοτύπως, ήτοι δι' εκτάκτου χρησικτησίας, δια της ασκήσεως διακατοχικών πράξεων, αδιαλείπτως, επί χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, ήτοι από του έτους 1955, που έγινε νομέας με πρωτότυπο τρόπο και μετά μέχρι την άσκηση της αγωγής της.
Επίσης ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, και δεν τις παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται στην απόφαση: α) Η υπό της αναιρεσιβλήτου γενομένη γνωστοποίηση προς άλλους, τυχόν, υπάρχοντες συννομείς ή συγκυρίους, της βουλήσεώς της να νέμεται από του έτους αυτού εξ' ολοκλήρου το επίδικο, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη δεν απέκτησε την νομή επί του επιδίκου δι' αντιποιήσεως, τελούσα μέχρι το έτος 1955 στην κατοχή του πράγματος με βάση κάποια έννομη σχέση και εκδηλώσασα, κατά το έτος αυτό, εναντία βούληση να νέμεται δηλαδή κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα το επίδικο αποκλειστικώς για δικό της λογαριασμό, αλλά κατόπιν της προς αυτήν μεταβιβάσεως της νομής λόγω προικός, από την μητέρα της, η οποία είχε καταστεί νομέας με τη βούληση του κληρονόμου των αδελφών Κ., Κ.
Κ. του Ι., οποιοδήποτε δε ελάττωμα και εάν ενεφιλοχώρησε στην εν λόγω μεταβιβαστική της νομής δικαιοπραξία, δεν εκώλυε την έναρξη και την συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας από την αναιρεσίβλητη ακόμα και εάν, ως τελούσα εν γνώσει του ελαττώματος αυτού, είχε την ιδιότητα της επιληψίμου νομέως.
Ανεξαρτήτως δε αυτών η σαφής παραδοχή του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη επελήφθη corpore et animo της νομής του επιδίκου κατά το έτος 1955, την οποία ασκούσε αδιαλείπτως έκτοτε επί συνεχή εικοσαετία, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της προηγηθείσης προ του έτους αυτού νομικής και πραγματικής καταστάσεως επί του επιδίκου.
β) Η τυχόν (μέχρι το έτος 1955) ύπαρξη και άλλων συννομέων επί του επιδίκου, αφού η ύπαρξή των δεν εμπόδιζε την έκτακτη χρησικτησία από την αναιρεσίβλητη από του έτους 1955 και μετά που αυτή απέκτησε την νομή εφ' ολοκλήρου του ακινήτου, μη εφαρμοζομένης, στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 982 AΚ.
Περαιτέρω, δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση από πού συνήγαγε το Εφετείο, ότι η υποθήκη που συνεστήθη με το υπ' αριθμ. .../15.11.1926 συμβόλαιο ενυποθήκου δανείου του τότε Δημάρχου Σύμης, ως συμβολαιογραφούντος, De Stefani Giovanni, αφορούσε ολόκληρη την επίδικη διώροφη οικία και όχι μόνον το ισόγειο, αφού η παραδοχή του Εφετείου περί της ασκήσεως της νομής από την αναιρεσίβλητη από του έτους 1955 και μετά επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και είναι άνευ εννόμου σημασίας το αντικείμενο της προμνησθείσης υποθήκης, ακόμα και ο τρόπος, κατά το τότε ισχύον Οθωμανικό Δίκαιο, της νομίμου συστάσεώς της, (σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 3 και 118 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 376, 396, 397, 701 και 756 και επ.
του Οθωμ. Αστ. Κώδικα), ενόψει και του ότι η υποθήκη δεν προβελπόταν ως θεσμός του Οθωμανικού Δικαίου, αλλά αντ'αυτής συνεφωνείτο σύμβαση πώλησης με σύμφωνο εξωνήσεως, με βάση την οποία ο μεν δανειστής αποκτούσε τη νομή και κατοχή του πωληθέντος, ενώ ο οφειλέτης μόνο τη κατοχή με βάση την ίδια σύμβαση (χρησιδανείου) λαμβανομένου υπόψη και του νομικού αντικειμένου της δίκης που δεν ήταν το περιεχόμενο της υποθήκης, η δε αναφορά του Εφετείου στην σύστασή της γίνεται ιστορικώς ( όπως και η αναφορά στην σύσταση της προικός), απλώς προς δικαιολόγηση της αιτίας για την οποία η νομή του επιδίκου περιήλθε στην αναιρεσίβλητη, η οποία, όμως, αιτία, όπως ελέχθη, δεν επηρεάζει την έναρξη και την συμπλήρωση της εικοσαετούς κτητικής παραγραφής στην ένδικη διαφορά από την αναιρεσίβλητη.
Επίσης, μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση όλες οι επι μέρους διακατοχικές πράξεις, όπως είναι και οι επανειλημμένες μισθώσεις του επιδίκου για μεγάλο χρονικό διάστημα, τις οποίες, κατά τις σαφείς στο σημείο αυτό παραδοχές της αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη συνήπτε με τρίτους, ως νομέας του επιδίκου, για δικό της, αποκλειστικά, λογαριασμό, και όχι ως αντιπρόσωπος τρίτων.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ήτοι περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ρηθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και περί ελλείψεως νομίμου βάσεως, που περιέχονται στους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερο κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, και έκτο μέρος, λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, αντίθετα προς το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρος Π. Π., ήχθη στο αποδεικτικό πόρισμα περί συνάψεως της περί μεταβιβάσεως της νομής συμβάσεως προς εξόφληση του κατά το έτος 1926 συναφθέντος ενυποθήκου δανείου.
Η αιτίαση αυτή, ως πλήττουσα την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι "πράγματα", με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά τη οποία το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολογήσεως του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβεστέρου προσδιορισμού, κατά τον χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων, των στην αγωγή εκτιθεμένων πραγματικών περιστατικών, συγκροτούντων την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτής δεν επάγεται αλλοίωση, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία, τού, στην αγωγή περιγραφομένου, βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας εννόμου συνεπείας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσιβλήτου, όπως ορθώς εκτιμάται, αυτή, προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητός της επί του επιδίκου, ερειδομένης επί της εκτάκτου χρησικτησίας, επικαλέσθηκε, τόσο την αδιάλειπτη άσκηση της νομής της αμέσου δικαιοπαρόχου, στο δικαίωμα νομής, μητέρας της Ε.
χήρας Ν. Π., από του έτους 1929, (που αυτή απέκτησε παραγώγως με σύμβαση, καταρτισθείσα κατά το έτος αυτό με τους τότε συννομείς και συγκυρίους Ι. και Μ. Κ.) και μετά μέχρι το έτος 1955, όσο και την αδιάλειπτη νομή της ιδίας (αναιρεσιβλήτου) από του έτους 1955, που απέκτησε την νομή από την μητέρα της λόγω ατύπου προικοδοτήσεώς της, μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Με την υπ' αριθμ. 434/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ετάχθη θέμα αποδείξεως και διά μαρτύρων για τα εν λόγω περιστατικά. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, ότι η άμεση δικαιοπάροχος της αναιρεσιβλήτου στο δικαίωμα της νομής, δεν ενεμήθη το επίδικο από του έτους 1929, αλλ' απέκτησε την νομή σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, προς εξόφληση του ενυποθήκου (υπολοίπου) χρέους, καθώς και ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη από την απόκτηση της νομής δια μεταβιβάσεως από την μητέρα της κατά το έτος 1955 άσκησε, αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, από του έτους αυτού και μετά μέχρι την άσκηση της αγωγής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας όλες τις προσήκουσες στην φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις.
Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, προσδιορίζοντας ακριβέστερα τον χρόνο μεταβιβάσεως της νομής προς την άμεση δικαιοπάροχο της αναιρεσιβλήτου, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 β και 10 του ΚΠολΔ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 8β'και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, και τον δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος, λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα άνω περιστατικά και αυτοτελείς αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσιβλήτου κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στην αγωγή (της αναιρεσιβλήτου) και για τα οποία δεν ετάχθη το οικείο θέμα αποδείξεως διά της προαναφερομένης προδικαστικής αποφάσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Παρεκτός του ότι το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες ως άνω σφάλμα της αποφάσεως αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η σαφής παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη ενέμετο αδιαλείπτως το επίδικο επί εικοσαετία και πλέον από του έτους 1955 και μετά, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως του χρόνου αποκτήσεως της νομής από την άμεση δικαιοπάροχό της και ανεξαρτήτως του ότι ο ενυπόθηκος δανειστής Κ.
Π. είχε με την επίμαχη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου καταστεί νομέας και όχι κάτοχος του ενυπόθηκου ακινήτου, με την επισήμανση ότι τόσο κατά το Οθωμανικό Δίκαιο, όσο, και κατά το Β.Ρ.Δ. η έννοια της "διακατοχής" ήταν ταυτόσημη με εκείνη της νομής η άσκηση δε διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου επί μια 30ετία οδηγούσε σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (θεσμός άγνωστης στο Οθωμ.Α.δίκαιο).
ΙV. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτό, εκ της εν λόγω δε συνεκτιμήσεως άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' αριθμ. .../15.11.1926 συμβολαίου ενυποθήκου δανείου του τότε Δημάρχου Σύμης και συμβολαιογραφούντος de Stefani Giovanni, δια του οποίου, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, συνεστήθη υποθήκη προς εξασφάλιση δανείου μόνον επί του ισογείου της επιδίκου οικίας, όχι όμως και επί του δευτέρου αυτής ορόφου, οδηγήθηκε στην καταφατική κρίση περί της αποκτήσεως της κυριότητος επί του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, ορθώς αναγιγνώσκοντας το εν λόγω έγγραφο, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, σχημάτισε την ανωτέρω δικανική του κρίση από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, όπως μάρτυρες και λοιπά έγγραφα που έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως κτητικής παραγραφής στην ένδικη διαφορά από την αναιρεσίβλητη, μη μορφώνοντας την εν λόγω κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του ως άνω έγγραφο. Επομένως ο προαναφερόμενος(τρίτος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο για τον σχηματισμό του άνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που αυτή προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν και ειδικότερα: 1. Κυρωμένο αντίγραφο της 5.10.1983 αποδείξεως ποσού 24.000 δρχ. του Σ. Π. και φωτογραφία μιας πλευράς του επιδίκου. 2. Κυρωμένο φωτοαντίγραφο του από Αυγούστου 1985 σχεδιαγράμματος του μηχανικού Α. Φ. και κυρωμένο φωτοαντίγραφο αποδείξεως δρχ. 6.000 του Ι. Μ.. 3. Την υπ' αριθμ. 6305/24.8.1992 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας Ρόδου ... με την συνημμένη σ' αυτήν από 31.7.1992 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση. 4. Κυρωμένο φωτοαντίγραφο του από 11.4.1994 μισθωτηρίου. 5. Κυρωμένο φωτοαντίγραφα της 1.6.1994 εγκλήσεως και της 8/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύμης. 6. Κυρωμένο αντίγραφο της από 31/5/1994 αιτήσεως για λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Ρόδου καθώς και του από 18/4/1995 σημειώματος των αιτούντων. 7. Κυρωμένο αντίγραφο της 150/1995 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου και των ταυταρίθμων πρακτικών. 8. Κυρωμένα αντίγραφα των 50/2005, 26/2005, 1/2007 εκθέσεων του Εισηγητή Δικαστή Ρόδου. 9. Κυρωμένο αντίγραφο των 2/ 2003, 1/2005 και 2/2006 εκθέσεων του ειρηνοδίκη Κρωπίας ως ενταλμένου δικαστή.
Όπως όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και τα προαναφερόμενα έγγραφα, καίτοι μη ειδικώς μνημονευόμενα και αξιολογούμενα. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ το άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ της αναιρεσίβλητης αφού η τελευταία δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα προς αντίκρουση της πρόσθετης παρέμβασης.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 20 Ιουνίου 2010 αίτηση των Κ. Κ. και Μ. χήρας Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 156/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου με την από 22/11/2010 του πρόσθετη παρέμβαση του Α. Α. υπέρ των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτει την εν λόγω αίτηση αναίρεσης, καθώς και την πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ