Legislator Case Law & Legislation
1171/2007 AI generated

1171/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1171/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1171/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λπ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1171 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1171/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "TASTE΄ S HOUSE AE ΝΤΟΚΟΣ Κ. ΕΝΩΜΕΝΑ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ. ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ - ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΩΝ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΕΞΑΓΩΓΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ - ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ - ΜΠΙΛΙΑΡΔΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαφιλίππου. Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8736/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3009/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. 6864/ στ της 30-6-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., ακριβές φωτοαντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.-

2.- Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Εξάλλου, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λπ..

Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (βλ.

σχ. ΑΠ 135/2003 Ελλ. Δικ. 44, 1320). ΄Ετσι, για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή δεν χρειάζεται να αναφέρονται σ΄ αυτήν οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών ενώ, πλέον τούτου, δεν χρειάζεται να αναφέρονται τα σχετικώς στον ίδιο τον ενάγοντα καταβληθέντα έναντι των αξιώσεών του χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ΄ ένσταση (άρθρο 416 ΑΚ) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση.

Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι η ένδικη από 22-8-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν αόριστη κατά το μέρος της που αφορούσε την επιδίκαση αποδοχών λόγων μη ληφθείσας άδειας κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002, καθώς και επιδόματος αδείας για τα ίδια έτη, επειδή δεν αναφέρονταν σ΄ αυτήν ούτε τα σχετικώς σ΄ αυτόν καταβληθέντα μερικότερα χρηματικά ποσά, αλλ΄ ούτε και οι νόμιμες κρατήσεις που είχαν γίνει από την αναιρεσείουσα.

Ακόμη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το ένα μέρος του προβάλλεται ότι η ίδια (ένδικη) αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν σ΄ αυτήν αν οι αποδοχές που δέχεται ο αναιρεσίβλητος ότι καταβλήθηκαν σ΄ αυτόν ήταν μεικτές (δηλαδή υπολογίζονταν σ΄ αυτές οι εισφορές του ως εργαζομένου, καθώς και ο μισθός του) ή καθαρές (δηλαδή είχαν αφαιρεθεί από αυτές οι εισφορές του ως εργαζομένου).

Προβάλλεται δε περαιτέρω ότι, μολονότι αμφότεροι οι ως άνω για αοριστία της ένδικης αγωγής ισχυρισμοί είχαν προταθεί με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας που αυτή υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις αυτό παρά το νόμο δεν κήρυξε την από τις ανωτέρω αιτίες ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν χρειαζόταν να αναφέρονται στην ένδικη αγωγή και τα περαιτέρω στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω σε κάθε έναν από τους λόγους αυτούς αναιρέσεως, εφόσον, αντίστοιχα, αφενός κατά την εκτέλεση της αποφάσεως θα έπρεπε να παρακρατηθούν από την αναιρεσείουσα, με συνυπολογισμό και των ήδη τυχόν παρακρατηθέντων, εκείνα τα χρηματικά ποσά που θα έπρεπε να αποδοθούν στους τρίτους κατά το νόμο δικαιούχους και αφετέρου, αν τυχόν η αναιρεσείουσα είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο οποιαδήποτε χρηματικά ποσά για τις αιτίες που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, η καταβολή αυτών θα έπρεπε να προταθεί από την ίδια κατ΄ ένσταση κατά το άρθρο 416 του ΑΚ.-

3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

ΑΠ 469/1984, 1044/1992). Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, οι ισχυρισμοί για το νομικά αβάσιμο της αγωγής. Εξάλλου, ο από τη διάταξη της β΄ περιπτώσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος (της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης) δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι αυτή είχε εξοφλήσει όλες τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου με καταβολές. Ακόμη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά ένα από τα μέρη του προβάλλεται, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν αόριστη κατά το μέρος της που αφορούσε την επιδίκαση αποδοχών λόγω μη ληφθείσας άδειας κατά τα έτη 1998, 1999, 200, 2001 και 2002, καθώς και επιδόματος άδειας για τα ίδια έτη, επειδή δεν αναφέρονται σ΄ αυτήν ούτε τα σχετικώς καταβληθέντα σ΄ αυτόν μερικότερα χρηματικά ποσά, αλλ΄ ούτε και οι νόμιμες κρατήσεις που είχαν γίνει από την αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, με τον τρίτο κατά ένα από τα μέρη του λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν σ΄ αυτήν αν οι αποδοχές που δέχεται ο αναιρεσίβλητος ότι καταβλήθηκαν σ΄ αυτόν ήταν μεικτές ή καθαρές υπό την πιο πάνω στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενη έννοια.

΄Ολοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη αφενός την προαναφερόμενη ένσταση εξοφλήσεως της αναιρεσείουσας, την ερεύνησε και τελικά, δέχτηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της και την απέρριψε κατά το υπόλοιπο μέρος της ως ουσιαστικά αβάσιμη και αφετέρου έλαβε υπόψη του τους ως άνω για αοριστία της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους ερεύνησε και τελικά, τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Ακόμη, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έναντι των ένδικων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου καταβλήθηκαν σ΄ αυτόν τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, μολονότι οι καταβολές αυτές δεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, ως χωρίς έννομο συμφέρον προβαλλόμενος (άρθρο 68 ΚΠολΔ), αφού και υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ως άνω καταβολές χωρίς αυτές να έχουν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο εκ τούτου εν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως, ακριβώς διότι η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν υπέστη βλάβη, αλλ΄ αντιθέτως αποκόμισε ωφέλεια.

Και αυτό πέραν του ότι το Εφετείο τις όποιες καταβολές δέχτηκε τις δέχτηκε όχι μόνο στα πλαίσια των όσων σχετικώς δεχόταν με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, αλλά και στα πλαίσια της ενστάσεως καταβολής του, κατά τα πιο πάνω, είχε προτείνει η ίδια η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, με τον τρίτο κατά ένα από τα μέρη του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για το ότι η ένδικη αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, ώστε να στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως. Θα πρέπει δε εδώ να σημειωθεί ότι με το λόγο αυτόν αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, δεν προβάλλεται και περαιτέρω συγκεκριμένη και ορισμένη αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πολλώ μάλλον εφόσον δεν αναφέρεται ως παραβιασθείσα κάποια συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.-

4.- Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων μαρτυρικών καταθέσεων και ένορκων βεβαιώσεων, και όλων γενικά των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλες τις έγγραφες και από τον αναιρεσίβλητο υπογεγραμμένες αποδείξεις που αναφέρονται στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση) η αναιρεσείουσα, έστω και αν, ίσως λόγω της πληθώρας τους, δεν τις μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τις αξιολογεί χωριστά. Επομένως ο αμέσως πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως παραπάνω εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.-

5.- Επειδή, τέλος, με τον τρίτο κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του για τις οφειλόμενες στον αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών, αφαιρεί τις καθαρές αποδοχές που δέχεται ότι ελάμβανε από τις μικτές αποδοχές που προβλέπονται από την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας, με αποτέλεσμα να του επιδικάσει όχι οφειλόμενες αποδοχές, αλλά τις ασφαλιστικές εισφορές, δηλ. τις νόμιμες κρατήσεις, παρότι αυτές έχουν καταβληθεί και δεν οφείλονται. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι με αυτόν προβαλλόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πολλώ μάλλον εφόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, κατά την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως θα πρέπει να παρακρατηθούν από την αναιρεσείουσα, με συνυπολογισμό και των ήδη τυχόν παρακρατηθέντων, εκείνα τα χρηματικά ποσά που θα έπρεπε να αποδοθούν στους τρίτους κατά το νόμο δικαιούχους.-

6.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ζήτημα επιδικάσεως ή μη δικαστικής δαπάνης υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν τίθεται, εφόσον δεν υποβλήθηκε από αυτόν, ο οποίος δεν παραστάθηκε, σχετικό αίτημα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Μαρτίου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TASTE HOUSE AE", κ.λ.π. για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 3009/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ