Legislator Case Law & Legislation
1170/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment due to inadmissible procedural grounds and substantive lack of merit.

Case Number 1170/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling confirming land ownership through adverse possession. The State argued the land was forested in 1945, but the court found the appeal procedurally inadmissible because the opposing party failed to appear and the lower court's decision contained sufficient reasoning for review. Substantively, the court held that since ownership via adverse possession was already established in 1915, later forestry laws could not retroactively alter the title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 2; Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or participate properly, and substantive arguments challenging a final judgment based on facts already conclusively determined by the lower court are rejected as inadmissible and without merit.

Keywords

AI generated
adverse possession land ownership inadmissible appeal procedural default retroactive application forest land status adverse possession completion

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Law 1539/1938

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1170 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1170/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ΤΜ 210/2007 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ι. Σ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-3-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1 - 3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο διάδικο, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 963/2022, ΑΠ 1195/2022).

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διάδικου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 1894/2022, ΑΠ 1091/2022, ΑΠ 1059/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 03-03-2021 αίτηση για αναίρεση της 34/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 06-12-2023. Όπως προκύπτει, από τη με αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, την πράξη του Αντιπροέδρου του ανωτέρω Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 06-12-2023, και την κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της παρούσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ε. Π. και η υπόθεση αναβλήθηκε, λόγω συμμετοχής αυτής στην αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο. Όμως, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ νέα κλήση της δεν απαιτείται, διότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διάδικους.

Επομένως, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Με την κρινόμενη από 03-03-2021 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 34/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 17-12-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 25/2010, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ΤΜ 210/2007 αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος.

Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ιδίου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε, ως άρθρο 57, στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§ 1, 2, 3 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας". Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων 3§§1, 2 και 3 του ν. 998/1979 "1.

Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).", "2.

Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά." και "3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών. .....".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασόβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (Α.Ε.Δ. 27/1999).

Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 111/2023, ΑΠ 809/2021, ΑΠ 385/2021). [2] Επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον, πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν άσκησης νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο ειδικός διάδοχος αυτού, που επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, σύμφωνα με το ν.

της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 1289/2016) ή καθολικός διάδοχος, που επερχόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2), προκειμένου περί εκούσιων ή εξωτικών κληρονόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος και οι ενήλικοι κατιόντες, ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16) προκειμένου περί οικείων, δηλαδή για τα ανήλικα τέκνα του κληρονομούμενου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1357/2014). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 1187/2022). Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως των άρθρων 49 του ν. 2052/1920, 117, 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1530/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής, ότι στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ.86/1969), ότι (άρθρο 58 παρ.4), μόνη η βοσκή στα δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά (ΑΠ 1228/2020,), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και, συνεπώς, στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή εκ μέρους αυτού τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω βδ της 17-11/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 809/2021, ΑΠ 27/2019 ΑΠ 1753/17). [4] Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των άρθρων 974, 1045, 1046 και 1094 ΑΚ, 1,3,4 παρ. 1, 6 παρ 1, 2,3,9,10 και 11 του Ν. 2664/1998, που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο αναφορικά με τη λέξη "άγνωστος" ως δικαιούχου κυριότητας ακινήτου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα - πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο:

α) ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε τέτοια κυριότητα στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, καθόσον κρίσιμος χρόνος για την έναρξη εμπράγματος δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή, όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για τις παλιές κτηματογραφήσεις και μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και ήδη με τον Ν. 4512/2018 για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ "Ελληνικό Κτηματολόγιο" και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 (ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 239/2021).

Για την επίκληση κυριότητας αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο ενάγων επί εικοσαετία και μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο ακίνητο συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλ.

να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019), β) περιγραφή του επίδικου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του Κωδικού Αριθμού Ειδικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) και γ) την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου γεωτεμαχίου, και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος" (ΑΠ 1070/2023).

Ειδικότερα, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου απαιτείται τέτοια περιγραφή ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 982/2021).

Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 982/2021).

Η αναφορά του κωδικού αριθμού Κτηματολογίου του επίδικου ακινήτου, ο οποίος είναι δωδεκαψήφιος και μοναδικός για κάθε ακίνητο, προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Η σύνδεση του ακινήτου με το ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου ως νόμου (ΑΠ 1620/2023). [5] Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι πράγμα ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό, επίσης, πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτηση κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος ή δημόσιο κτήμα περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015). [6] Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 12/2023, ΑΠ 1070/2023), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1145/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέρος, προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Ι. Σ. του Α., στην ένδικη από 23-08-2006 αγωγή του, αφού εξέθετε ότι είναι κύριος, με τον αναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ, ενός αγρού, έκτασης 1.565 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αιτωλικού, και στην ειδικότερη θέση "...", μετά των επ' αυτού εικοσιπέντε ελαιοδένδρων, ηλικίας 60 ετών, που συνορεύει ανατολικά με ελαιοστάσιο του ιδίου, βόρεια και νότια με ελαιοστάδιο Σ.

Σ. και δυτικά με ελαιοστάσιο του ιδίου και ιδιοκτησία Σ. Σ., και ότι φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ... που καταχωρίστηκε στο, επισυναπτόμενο στην αγωγή, κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Αιτωλικού, στο οποίο φέρεται εγγεγραμμένο το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον, εκθέτοντας ότι ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, περιποιούμενος και φροντίζοντας αυτόν και τα ελαιόδενδρα, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο, από το έτος 1970, οπότε του παρέδωσε τη νομή ο πατέρας του, Α.

Σ., ο οποίος είχε αποκτήσει αυτό ως τμήμα μείζονος αγρού τριάντα (30) στρεμμάτων, προσμετρώντας και τις εμφανείς πράξεις νομής αυτού, επιτήρησης, φροντίδας και καλλιέργειας αυτού με ελαιόδενδρα, στου οποίου την κυριότητα είχε περιέλθει ο μείζων αγρός, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Μεσολογγίου Μ.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον Δ. Π. του Β., και έκτοτε ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη, με επιτήρηση, φροντίδα και καλλιέργεια αυτού, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επ' αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού αναφέρονται με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύει το επίδικο ακίνητο και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς και ο μοναδικός αριθμός ΚΑΕΚ αυτού, και, επιπροσθέτως, στην προκείμενη περίπτωση επισυνάπτεται και το προαναφερθέν κτηματολογικό φύλλο.

Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνται άλλα, επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση του ένδικου ακινήτου (ανατολικό, δυτικό κλπ.) ως τμήμα του μεγαλύτερου, από το έτος 1970 κατατμηθέντος, αγρού των 30 στρεμμάτων. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε την ένσταση αοριστίας, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, και, συνεπώς, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Επίσης, δεν απαιτείτο να αναφέρονται στην αγωγή οι ειδικότερες πράξεις νομής διανοία κυρίου των απώτερων δικαιοπαρόχων του Ι. Σ. μέχρι την 11-09-1915, διότι η αγωγή στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία των άρθρων 1045, 974, 1051 ΑΚ, και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσια δασική έκτασης, ως μέρος ευρύτερης δασοβιοκοινότητας, αποτελεί ένσταση, και το γεγονός ότι δεν έχει την ιδιότητα της δημόσιας δασικής έκτασης, ως καλυπτόμενη από το υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμηρίου του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, υποχρεούται να αποδείξει ο ιδιώτης, δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης - ενάγων, ο οποίος, καθ' υποφοράν στην αγωγή περιγράφει ότι στον Δ.

Π. του Β. είχε περιέλθει με ενεργή ανάμειξη στην κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1903 πατέρα του Β. Π., στον οποίο είχε περιέλθει από το έτος 1860, ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής διανοία κυρίου, και με καλή πίστη, επιτήρησης και φροντίδας αυτού. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο επανέφερε την ένσταση αοριστίας ως προς τη μη αναφορά πράξεων νομής διανοία κυρίου μέχρι την 11-09-1915 από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος δεν απέρριψε την ένσταση αοριστίας λαμβάνοντας γεγονότα (πράξεις νομής) που δεν αναφέρονται στην αγωγή, και, ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση παράβαση ουσιαστικού κανόνα κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μίας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 1978/2017), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 14/2012, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2021, ΑΠ 1052/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 2079/2022).

IV. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει του υπ' αριθμό ...-1917 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο Αιτωλικού (τόμος ... και αριθμός ...), ο πατέρας του ενάγοντος Α.

Σ. του Σπυρίδωνος απέκτησε με αγορά από το Δ. Π. του Β., ένα αγρό έκτασης περίπου 30 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Αιτωλικού, το οποίο συνόρευε ανατολικά με αγρό Φ. Μ. και όμοιο Δ. Τ., δυτικά με αγρό κληρονόμων Σ. Κ., βόρεια με λιβάδι Γ. και ήδη προικώο Ζ. Λ. και αγρό Σ.

Τ. και νότια με αγρό Φ. Μ. Ο ανωτέρω πωλητής είχε αποκτήσει τον ανωτέρω αγρό από την κληρονομιά του πατέρα του Β. Π., που απεβίωσε κατά το έτος 1903 και τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο αυτού με την υπ' αριθμό ... δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Ι. Π. Κατά το έτος 1970 ο πατέρας του ενάγοντος μεταβίβασε σ' αυτόν ατύπως, λόγω του επικείμενου γάμου του και για την επαγγελματική του αποκατάσταση, τμήμα του ανωτέρω αγρού έκτασης 1.565 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με ελαιοστάσιο του ιδίου, βόρεια και νότια με ελαιοστάσιο του ιδίου και εν μέρει με ιδιοκτησία Σ.

Σ. Τόσο, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ως νομείς και κάτοχοι του παραπάνω μείζονος αγρού των 30 στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το αποκτηθέν κατά το έτος 1970 από τον ενάγοντα εδαφικό τεμάχιο έκτασης 1.565 τ.μ., δηλαδή ο Β. Π. από το έτος 1860 έως το έτος 1903, ο Δ. Π. από το έτος 1903 έως το έτος 1917 και ο πατέρας του ενάγοντος από το έτος 1917 έως το έτος 1970, όσο και ο ίδιος ο ενάγων από το έτος 1970 έως το θάνατό του κατά το έτος 2010, ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι τα ανωτέρω ακίνητα, στα οποία ασκούσαν νομή, με εμφανείς πράξεις φύλαξης και καλλιέργειας αυτού αρχικά με καπνό και αργότερα με ελαιόδενδρα, ανήκουν στους ίδιους κατά κυριότητα.

Επομένως, ο ενάγων με την προσμέτρηση του χρόνου των άνω δικαιοπαρόχων του ασκούσε τη νομή και κατοχή του άνω ακινήτου 1.565 τ.μ. με καλή πίστη και διάνοια κυρίου έκτασης συνεχώς επί 110 έτη, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τούτο με έκτακτη χρησικτησία. Ωστόσο, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής ο ενάγων εξ αιτίας προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε παράλειψε να δηλώσει στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΚΧΕ την ανωτέρω ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα το ανωτέρω επίδικο ακίνητο να καταχωριστεί στους κτηματολογικούς πίνακες με ΚΑΕΚ ...

ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη κυριότητα. Σύμφωνα με την από 10-1-2007 έκθεση φωτοερμηνείας, που έχει συντάξει ο ανωτέρω μάρτυρας του εναγομένου με την ιδιότητα του δασολόγου, υπηρετούντος στη Διεύθυνση Δασών Αιτωλοακαρνανίας, το επίδικο ακίνητο καλύπτεται από ελαιόδενδρα ηλικίας μεγαλύτερης των 15 ετών, όπως και όλες οι γειτονικές εκτάσεις.

Περιβάλλεται δε βόρεια, νότια και ανατολικά με ελαιώνες και αγροτικές εκτάσεις. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο εντοπίστηκε σε στερεοσκοπικά ζεύγη αεροφωτογραφιών και ψηφιακών ορθοφωτογραφιών που ελήφθησαν κατά τα έτη 1945, 1960, 1986 και 1994. Από την ερμηνεία αυτών προκύπτει ότι μόνο κατά το έτος 1945 η επίδικη έκταση καλύπτεται από "δασική και φρυγανική θαμνώδη βλάστηση άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό χαμηλού ύψους".

Κατά το έτος 1960 η επίδικη έκταση εμφανίζεται ως αγροτική με ίχνη αγροτικής καλλιέργειας, μάλλον αροτριαίας. Κατά τα έτη 1986 και 1994 η επίδικη έκταση εμφανίζεται να καλύπτεται από ελαιόδενδρα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο με οποιονδήποτε τρόπο αμφισβήτησε έως το χρόνο του θανάτου του ενάγοντος το δικαίωμα κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο, ούτε ότι το ίδιο (εναγόμενο) άσκησε με κάποιο τρόπο πράξεις νομής ή κατοχής ή εκμετάλλευσης αυτού, έως το χρόνο του θανάτου του ενάγοντος.

Εξάλλου, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ήταν δάσος ..., δηλαδή ότι ανήκε σε ένα οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, λόγω της μεταξύ τους απόστασης, της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές) ή ότι ανήκε σε περιοχή με οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτήν (περιοχή) την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.

Αλλά, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε σε δασική περιοχή, η κυριότητα αυτού περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Β. Π., ο οποίος σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ασκούσε τη νομή στη μείζονα έκταση των 30 στρεμμάτων, στην οποία ανήκε και το επίδικο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνεχώς από το έτος 1860 έως το θάνατό του κατά το έτος 1903, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο των 30 ετών.

Επομένως, είχε συμπληρωθεί ήδη από το έτος 1903, ο απαιτούμενος κατά τις διατάξεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του Α.Κ. χρόνος των 30 ετών διαρκούς και συνεχούς εξουσίασης του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος όσο και οι προαναφερόμενοι μετά από αυτόν κύριοι, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους, να έχουν καταστεί κύριοι ολόκληρου του ανωτέρω ακινήτου έκτασης 30 στρεμμάτων, στο οποίο ανήκει και το επίδικο, με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους επαναφέρει με τους λοιπούς λόγους της υπό κρίση έφεσης, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στο ίδιο ως δημόσια δασική έκταση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία. Όμοια λοιπόν αφού έκρινε και η εκκαλουμένη, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία επιτρεπτά συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ως προς την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από τον ενάγοντα και αφού δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη και κατ' ουσία, αναγνώρισε αυτόν ως κύριο του επιδίκου, διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, ώστε να γίνει καταχώρηση στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ότι ο ενάγων έχει αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας στην ανωτέρω εδαφική έκταση, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, δεν έσφαλε περί ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων και περί την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, όλοι οι λοιποί λόγοι της υπό κρίση έφεσης, δηλαδή ότι η επίδικη εδαφική έκταση ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου, λόγω του χαρακτήρα της ως δημόσιας δασικής έκτασης (πρώτος και τρίτος λόγοι της έφεσης) και επειδή δεν αποδείχθηκε η απόκτηση της κυριότητας του εναγόμενου (τέταρτος λόγος της έφεσης), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία,..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης στο ακίνητο και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Ειδικότερα, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Ι.

Σ. του Α. - ενάγων, κατέστη κύριος αγρού, έκτασης 1.565 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Αιτωλικού, το οποίο φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ... του Κτηματολογικού Γραφείου Αιτωλικού, με άσκηση επ' αυτού εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου, φύλαξης και καλλιέργειας αυτού αρχικά με καπνό και στη συνέχεια με ελαιόδενδρα, από το έτος 1970, οπότε του παρέδωσε τη νομή ο πατέρας του Α.

Σ., μέχρι την έναρξη λειτουργίας του ανωτέρω Κτηματολογικού Γραφείου αλλά και μέχρι την άσκηση της αγωγής, προσμετρώντας και τη νομή του ανωτέρω άμεσου δικαιοπαρόχου του, στου οποίου την κυριότητα είχε περιέλθει, με το με αριθμ. ...-1917 συμβόλαιο του συμβ/φου Μεσολογγίου Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς σε μείζονα έκταση αγρού 30 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει γύρωθεν ανατολικά, δυτικά, νότια με αγρούς, και βόρεια με λιβάδι (προικώο Ζ.

Λ.) και αγρό, από τον πωλητή Δ. Π. του Β., στον οποίο είχε περιέλθει με την ενεργή ανάμειξη στην εκ διαθήκης (παραπάνω ... δημόσια διαθήκη), κληρονομία του αποβιώσαντος, το έτος 1903, πατέρα του Β. Π., ο οποίος από το έτος 1860 μέχρι το 1903, οι λοιποί δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, από το έτος 1903 έως 1917 ο Δ.

Π., από το έτος 1917 έως 1970 ο Α. Σ. και από το 1970 έως την έναρξη λειτουργίας του ανωτέρω Κτηματολογικού Γραφείου ο Ι. Σ., ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου φύλαξης και καλλιέργειας αυτού αρχικά με καπνό και αργότερα με ελαιόδενδρα. 2) Ότι το επίδικο ακίνητο από το έτος 1860 ήταν ιδιωτικός αγρός και ότι το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, ούτε το ίδιο (εναγόμενο) άσκησε με κάποιο τρόπο πράξεις νομής ή κατοχής ή εκμετάλλευσης αυτού. 3) Επικουρικά αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δασική έκταση, αυτή ως τμήμα του μείζονος ακινήτου περιήλθε στην κυριότητα του Β.

Π., με άσκηση επ' αυτού εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου, φύλαξης και εποπτείας αυτού, με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι ανήκει στην κυριότητά του και δεν βλάπτονται εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, από το έτος 1860 μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό του το έτος 1903, και στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητα του Δ.

Π., ως αναμειχθέντος στην παραπάνω εκ διαθήκης κληρονομία, με τις αυτές πράξεις νομής, ήτοι για χρόνο μεγαλύτερο της τριακονταετίας μέχρι την 11-09-1915, με αποτέλεσμα να καταλυθεί η κυριότητα του αναιρεσείοντος επ' αυτού, την οποία το αναιρεσείον ουδέποτε επανέκτησε και ότι το αναιρεσείον ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο. [2]Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα κτήσης κυριότητας από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης - ενάγοντα, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας επί του επίδικου ακινήτου και της μη κτήσης κυριότητας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επ' αυτού, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051, 974 ΑΚ, 51 ΕισΝΑΚ, 1, 2 και 3 του β.δ.

της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ. (41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) ερμήνευσε και εφάρμοσε ενώ τις διατάξεις του άρθρ. 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης - ενάγοντος τόσο με τις διατάξεις του ΑΚ όσο και με τις διατάξεις του β.ρ.δ.

επί του επίδικου αγρού, το οποίο, στις 11-09-1915, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα, ήταν δεκτικό χρησικτησίας, και, συνεπώς, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου - αγρού τόσο από τον ενάγοντα - δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις του Α.Κ., όσο και από τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Α.

Σ. με παράγωγο τρόπο και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, όσο και από τους απώτερους δικαιοπαρόχους, Δ. Π. και Β. Π., με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ, και ότι η εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Αιτωλικού, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρίστηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.

Επομένως, οι από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Το αναιρεσείον με τους αυτούς παραπάνω λόγους, κατά τα οικεία μέρη αυτών, πλήττει την προσβαλλόμενη, για πλημμέλειες από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι με δεδομένο το δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου επειδή ήδη το έτος 1945, σύμφωνα με την αεροφωτογραφία, έφερε το χαρακτήρα δάσους, ήταν δασική κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του βδ/τος της 17.11/1.12.1836, οι δεκτές με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενες πράξεις διάνοια κυρίου καλλιέργειας του επίδικου δεν προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό αυτού ως δημόσιας δασικής έκτασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των 2 παρ. 2 εδ.

α, περ. α του αν. 1539/1938, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες : 1) λόγω αλυσιτέλειας, διότι το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίχθηκε αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία ότι το επίδικο ακίνητο αποτέλεσε από το έτος 1860 αγρό, δεκτικό καλλιέργειας, και στην (επικουρική) αιτιολογία ότι αν είναι δημόσια δασική έκταση η κτήση κυριότητας με χρησικτησία συμπληρώθηκε ήδη στις 11-09-1915, και η πρώτη δεν πλήττεται επιτυχώς, και 2) διότι υπό την επίφαση των ανωτέρω αιτιάσεων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1459/2023), και σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμες διότι κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία συμπληρώθηκε πριν την 11-09-1915, και, συνεπώς, οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον μεταγενέστερες διατάξεις του ν. 1539/1938 δεν έχουν εφαρμογή.

IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, λόγω της ερημοδικίας και έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-03-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 34/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος Α.Π.