Legislator Case Law & Legislation
1170/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural time bar and inadmissible arguments on evidence evaluation.

Case Number 1170/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on the grounds of procedural time bar and inadmissible arguments. The appellant argued for a new trial based on alleged errors in evidence assessment and the abuse of litigation rights, while the respondent maintained the lower court's findings were correct. The court rejected the appeal because the statutory limitation period for filing the appeal had expired and the substantive arguments regarding evidence evaluation fall outside the Supreme Court's jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 564, 74 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review factual findings and evidence evaluation, and appeals filed after the expiration of the statutory limitation period are inadmissible.

Keywords

AI generated
procedural time bar abuse of litigation rights evidence evaluation Supreme Court jurisdiction statutory limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 599 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1170 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1170/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. - Π. Μ. του Α., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βασιλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ι. Α., το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μέλισσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4090/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2020 αίτησή του και τους από 28-1-2022 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 26-10-2020 [αριθμ καταθ. 8324/991/2020], αίτηση αναιρέσεως κατά της 4090/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των άρθρων 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4337/2015, επί εφέσεως κατά της 78/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Και ναι μεν η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13-8-2018, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 27-10-2020, πλην όμως δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (κατάθεσης της αίτησης αναιρέσεως) η διετής προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4690/2020 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων, μετά την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19), στην οποία ορίζεται ότι: "1.

Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των Δικαστηρίων, Συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία....". Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, η διετής προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αναιρέσεως, που άρχιζε την 14-8-2018 (επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως) και έληγε στις 14-8-2020, διεκόπη στις 13-3-2020 και συνεχίσθηκε εκ νέου στις 31-5-2020, οπότε υπολειπόταν χρονικό διάστημα ογδόντα ημερών για να συμπληρωθεί η ως άνω διετής προθεσμία, η οποία συνακόλουθα συμπληρωνόταν στις 2-11-2020, απορριπτομένου του περιεχομένου στις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) αντιθέτου ισχυρισμού της αναιρεσιβλήτου περί εκπροθέσμου ασκήσεως.

Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι από 28-1-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577) παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί οριζοντίου ιδιοκτησίας" που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ και 1117 ΑΚ προκύπτει, ότι κοινόχρηστα μέρη οικοδομής αποτελούν μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή χρήση όλων των συγκυρίων όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή, οι φωταγωγοί κλπ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου προκύπτει περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δεν θα μειώνει την ασφάλεια του οικοδομήματος και δεν θα μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό τους.

Μπορεί όμως με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε ορισμένο ή ορισμένους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων. Όμως, το με τέτοια συμφωνία παρεχόμενο σε συνιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει και εξουσία άρσης του προβλεπόμενου προορισμού του.

Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας.

Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Έτσι, η "χρήση", με την οποία βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή και επέρχεται μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών, είναι αόριστη νομική έννοια, η εξειδίκευση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οικοδομής νοείται η βελτίωση, που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ` αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά ένα ή μερικούς μόνο από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών.

Το αν οι παραπάνω μεταβολές του κοινού μέρους είναι επιτρεπτές ή όχι, με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας (ΑΠ 381/2009, ΑΠ 827/2005).

Εξάλλου, οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις (Ολ.ΑΠ 380/1977, Ολ.ΑΠ 583/1983, Ολ.ΑΠ 7/1992).

Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1002 του ΑΚ και 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5, 13 του Ν. 3741/1929, προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατά ανάλογη μερίδα επί του εδάφους και των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες, όμως, δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του "ορόφου" και "διαμερίσματος ορόφου". Από το πνεύμα, εν τούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από τον σκοπό τους, που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ` ύψος επέκταση των πόλεων - καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα, από την κοινή πείρα και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρ. 11 του Γεν.

Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973), συνάγεται, ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το ανυποχώρητο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, (διαιρετά ή αδιαίρετα), τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη, (άρθρα 1002 εδ. β` ΑΚ και 1 παρ. 2 Ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).

Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. Α`του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.

Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του ΝΔ 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του ΝΔ 205/1974, προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων.

Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάστηκε πιλοτή (άρθρο 1 παρ. 5γ` Ν. 960/1979, όπως αντικ. με Ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περιπτ. Αι` και 9 παρ. 10 ΓΟΚ/1985), είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι` αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της πιλοτής που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες, είτε σε ιδιοκτήτες ορόφων της ιδίας οικοδομής είτε σε τρίτους, θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (αρθρ. 174 ΑΚ), και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα.

Αν, όμως, προβλέπεται στην άνω συμφωνία ότι στα πιο πάνω τμήματα της πιλοτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους που θα κατασκευαστούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους επάγεται τυχόν υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι πάντως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973 - που ορίζουν ότι ο χώρος της πιλοτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός - αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας, όπως προαναφέρθηκε.

Σημειώνεται, τέλος, ότι η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των Ν. 960/1979 και Ν. 1221/1981 για τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. α` και β` του Ν 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981, προβλέπουν, ότι προκειμένου για θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση σταθμεύσεως αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με το κτίριο.

Με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που δεν είναι περίκλειστοι, αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ` εξαίρεση του κανόνα ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικά, όμως, για την πιλοτή το τελευταίο εδάφιο γ` της παρ. 5 του άνω άρθρου ορίζει ότι οι δημιουργούμενες στην πιλοτή θέσεις σταθμεύσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις και ιδίως αυτές των εδαφίων α` και β`, καθώς και εκείνη του εδαφίου γ`, θα ήταν ασφαλώς περιττές, αν ήταν δυνατό, με βάση τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις, να συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί ορισμένων ανοικτών χώρων του κοινού ακινήτου, για να χρησιμοποιηθούν ως θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων.

Ενόψει αυτών γίνεται φανερό ότι ο χώρος της πιλοτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού δεν ήταν δυνατό ούτε πριν ούτε μετά από τους Ν. 960/1979 και 1221/1981, να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιoκτησίας και συνεπώς οι χώροι της πιλοτής ανήκαν και τότε και ανήκουν και μετά στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 13 Ν. 3741/1929 μπορούσε μόνο να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής (Ολ.ΑΠ 23/2000, Ολ.ΑΠ 5/1991, ΑΠ 547/2021, ΑΠ 566/2020, ΑΠ 25/2019).

Τέλος, το γεγονός ότι υφίσταται αναγκαστική συγκυριότητα επί των κοινών πραγμάτων της οικοδομής, από την πράξη της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ή εκ του νόμου, δεν αποκλείει να συμφωνηθεί από όλους τους συνιδιοκτήτες, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που πρέπει να μεταγραφεί, η αποκλειστική χρήση ορισμένου από τα εν λόγω κοινά πράγματα υπέρ του ενός ή και περισσοτέρων εξ αυτών, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων, δεδομένου ότι με την συμφωνία αυτή, δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά η χρήση.

Οι συμφωνίες αυτές δεσμεύουν όχι μόνον τους συμβληθέντες ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των αλλά και όσους προσχωρούν στον κανονισμό μεταγενέστερα (ΑΠ 166/2020, ΑΠ 519/2019, ΑΠ 1096/2015, ΑΠ 1300/2014). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 59/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια που αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αποτελεί ο κανονισμός της πολυκατοικίας, δηλ.

η νομική πράξη, με την οποία ρυθμίζονται δεσμευτικά για τους κυρίους των οριζόντιων ιδιοκτησιών και για τους διαδόχους τους θέματα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της έννομης σχέσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, ρυθμίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οροφοκτητών τόσο υπό την ιδιότητά τους ως συγκυρίων των κοινών μερών όσο και υπό την ιδιότητά τους ως αποκλειστικών κυρίων διαμερισμάτων.

Ο κανονισμός, παρά τη δεσμευτικότητά του έναντι των συνιδιοκτητών, των διαδόχων τους κ.λπ., δεν αποβάλλει τον κατά τα άρθρα 4, 13 και 14 του ν. 3741/1929 δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα, ούτε μετατρέπεται σε κανόνα δικαίου (ΑΠ 514/2021, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 1207/2011, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 907/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 4090/2018 απόφασή του, δέχθηκε, μετά από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες από αυτούς φωτογραφίες, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''....

Η ομόρρυθμος τεχνική και εμπορική εταιρία με την επωνυμία "..." της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές τυγχάνουν οι Μ. Α. του Ι. και η Ε. Α. το γένος ... (εναγομένη), δυνάμει του νομίμως μεταγεγραφέντος με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Ε. Δ. Κ., κατέστη αποκλειστική κυρία ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, επιφανείας 600 τ.μ. (κάθετης ιδιοκτησίας), που κείται στην ...

επί της οδού .... Δυνάμει της με αριθμό 14584/14.7.2005 πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, νομίμως μεταγραφείσας, της Συμ/φου Αθηνών Κ. συζύγου Θ. Π., η ως άνω οικοπεδούχος εταιρία ανήγειρε πολυόροφη οικοδομή (πολυκατοικία) για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 202/2005 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Αθηνών Δ/νση Πολεοδομίας …..

και υπήγαγε την όλη πολυκατοικία στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του Ν.Δ. 1024/1971. Η εν λόγω πολυκατοικία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο - pilotis, πρώτο (Α) όροφο, δεύτερο (Β) όροφο, τρίτο (Γ) όροφο πάνω από το ισόγειο - pilotis ορόφους και δώμα. Ο ενάγων δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Κ.

Π., νομίμως μεταγραφέντος, κατέστη κύριος του υπό στοιχεία Β-2 διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου της εν λόγω πολυόροφης οικοδομής, εμβαδού 85,38 τ.μ, της υπό στοιχεία ΑΠ-2 αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 6,77 τ.μ. και του υπό στοιχεία G-7 χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου του υπογείου, εμβαδού 10,13 τ.μ. Η εναγομένη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Π. που μετεγράφη νόμιμα, κατέστη κυρία του υπό στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της εν λόγω πολυόροφης οικοδομής, εμβαδού 85,38 τ.μ., της υπό στοιχεία ΑΠ-1 αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 6,64 τ.μ., των υπό στοιχεία G-1, G-2, G-3, G-4 κλειστών θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ισογείου (pilotis), εμβαδού 17,50 τ.μ., 17,00 τ.μ., 17,85 τ.μ.

και 18,40 τ.μ. αντιστοίχως, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Π. που μετεγράφη νόμιμα, κατέστη κυρία της υπό στοιχεία G-11 κλειστής θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου του υπογείου, εμβαδού 10,13 τ.μ. Με την υπ' αριθμ. ... πράξη τροποποιήσεως της ως άνω πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω Συμβ/φου Αθηνών, νομίμως μεταγραφείσης, η προαναφερομένη οικοπεδούχος ομόρρυθμος εταιρίας, προέβη στην τροποποίηση του σχεδίου ανοικοδόμησης του ισογείου ορόφου, προβαίνοντας σε ανακατατάξεις, μεταθέσεις, καταργήσεις των υφιστάμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών στο ισόγειο - πιλοτή και των κοινόχρηστων χώρων.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την περιγραφή των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, ως και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων του ισογείου-πιλοτής ορόφου και ιδία από τον Νοεμβρίου 2005 προσαρτηθέν στην ως άνω τροποποιητική συμβολαιογραφική πράξη σχέδιο του Πολιτικού Μηχανικού Μ. Α., προκύπτει ότι οι μέχρι τότε εμφαινόμενοι ως κοινόχρηστοι χώροι της πιλοτής με στοιχεία 3, 4 και 5 στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα, καταργήθηκαν ως ελεύθεροι χώροι της πιλοτής και ενσωματώθηκαν με τις υπό στοιχεία G-1, G-2, G-3 και G-4 αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (κλειστοί χώροι στάθμευσης του ισογείου-pilotis ορόφου).

Επίσης καταργήθηκε το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως της με στοιχεία Ρ-2 ανοικτής θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ισογείου-pilotis του με στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου και τέθηκε τούτο στην αποκλειστική χρήση και διαρκή εξυπηρέτηση του με στοιχεία Α-1 διαμερίσματος (οριζοντίου ιδιοκτησίας) του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο-pilotis ορόφου ιδιοκτησίας της ως άνω οικοπεδούχου-εργολήπτριας εταιρίας.

Τέλος, τέθηκε στην αποκλειστική χρήση και διαρκή εξυπηρέτηση του άνω με στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο-pilotis ορόφου, το εμφαινόμενο στο από Νοεμβρίου 2005 σχεδιάγραμμα κατόψεως pilotis του πολιτικού μηχανικού Μ. Α. που προσαρτάται στην ως άνω τροποποιητική πράξη υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α, μη κοινόχρηστο τμήμα του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, επιφανείας 130,39 τ.μ.

Η ως άνω τροποποίηση της συστατικής πράξεως οριζοντίου ιδιοκτησίας στην οποία προέβη η ως άνω οικοπεδούχος ομόρρυθμη εταιρία έγινε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 της ανωτέρω πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, κατά το οποίο αυτή δικαιούτο να προβαίνει μονομερώς σε τροποποίηση της συστατικής πράξεως και του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δε θα έθιγαν τις διηρημένες ιδιοκτησίες άλλων συνιδιοκτητών και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας.

Ο όρος αυτός τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της συνιδιοκτησίας και προς αποτροπή αυθαίρετων ενεργειών εκ μέρους της οικοπεδούχου, η οποία είχε δικαίωμα να τροποποιήσει μονομερώς τον κανονισμό, κατά τα αναφερθέντα. Όμως, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η τροποποίηση της συστατικής πράξεως με την υπ' αριθ. ...

πράξη …….της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Π., δεν είχε μεταβιβασθεί καμία οριζόντια ιδιοκτησία της εν λόγω πολυκατοικίας (βλ. από 4.12.2005 επικυρωμένο φύλλο μερίδας του βιβλίου μεταγραφών του Υποθ/κείου …..), επομένως εγκύρως η οικοπεδούχος προέβη στην τροποποίηση της ως άνω συστατικής πράξεως, καθορίζοντας διαφορετικά τους κοινόκτητους και κοινόχρητους χώρους και τις θέσεις σταθμεύσεως, αφού με την τροποποίηση αυτή δεν έθιγε δικαίωμα από την συνιδιοκτησία, μη υπάρχοντος άλλου ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω, η αναφερθείσα ήδη ενσωμάτωση, με την ως άνω τροποποιητική πράξη, του ελεύθερου χώρου της πιλοτής που εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα της αγωγής με αριθμό 4, προκύπτει από την αντιπαραβολή της περιγραφής των υπό στοιχείων G-1, G-2, G-3 και G-4 κλειστών θέσεων σταθμεύσεως στην τροποποιητική πράξη, σε σχέση με την περιγραφή στην συστατική πράξη.

Ειδικότερα, ενώ στην αρχική συστατική πράξη οι με στοιχεία G-1, G-2, κλειστοί χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτου, αναφέρεται ότι συνορεύουν νοτίως με ελεύθερο χώρο του ισογείου, στην τροποποιητική πράξη αναφέρεται ότι αυτοί συνορεύουν νοτίως με τις υπό στοιχεία G-3, G-4 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου. Κατ' ακολουθία, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας που προβάλλει με τους 1°, 2° και 4° λόγους της εφέσεώς της, ότι η ως άνω τροποποιητική πράξη πάσχει από ακυρότητα λόγω αντιθέσεώς της στον ν. 3741/1929, στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και στον ως άνω όρο κανονισμού της πολυκατοικίας, οι οποίοι απαγορεύουν την ενσωμάτωση κοινόκτητων και κοινοχρήστων σε αυτοτελείς κλειστές θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου, είναι αβάσιμος, τυχόν δε αντίθεση της ως άνω τροποποιητικής πράξεως σε διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας έχει διοικητικές μόνο συνέπειες και δεν πλήττει την εγκυρότητα αυτής (...).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως επί των ως άνω ζητημάτων, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως οι λόγοι αυτοί της εφέσεως (1ος, 2ος, 4ος) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2006 μετέβαλε αυθαιρέτως τη χρήση των ως άνω κλειστών θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου της πιλοτής υπό στοιχεία G-3, G-4 σε χώρους κυρίας χρήσεως (κατοικίας).

Ο ενάγων, όταν αγόρασε τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Π., τελούσε εν γνώσει της ως άνω συστατικής πράξεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της ως άνω τροποποιητικής πράξης αυτής, εγνώριζε επίσης ότι με την τροποποιητική πράξη οι υπό στοιχεία 3, 4 και 5 ελεύθεροι χώροι της πιλοτής, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της αγωγής, είχαν ενσωματωθεί στις ως άνω κλειστές θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου στην πιλοτή, ανέχθηκε δε η χρήση των τελευταίων να μετατραπεί από την εναγομένη αυθαιρέτως σε κατοικία.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο ενάγων από τον Ιούνιο του έτους 2007 δυστροπούσε στην καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών που τον βάρυναν, με συνέπεια να δημιουργηθούν διενέξεις μεταξύ αυτού και των λοιπών συνιδιοκτητών, να ασκηθεί δε αγωγή εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τη διαχειρίστρια Α.

Α. (αριθμ. εκθ. καταθ. 57244/1774/2010), με αίτημα να υποχρεωθεί στην καταβολή των κοινοχρήστων δαπανών για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2007 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2010, ύψους 2.924,26 ευρώ, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1911/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία τον υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού αυτού.

Διενέξεις επίσης δημιουργήθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της συνοικούσης μητέρας του Θ. Μ. αφενός και της εναγομένης και του συζύγου της Ι. Α., οι οποίοι πολλές φορές είχαν διαμαρτυρηθεί στην τοπική αστυνομική αρχή για αντικοινωνική συμπεριφορά του ενάγοντος και της μητέρας του πριν την έγερση της αγωγής του ενάγοντος (βλ.

προσκομιζόμενα αποσπάσματα βιβλίου συμβάντων Α.Τ. …… της 27.5.2009, 30.5.2009, 1/2. 6.2009, 11.12.2009). Εξάλλου, η εναγομένη προέβη στην τακτοποίηση από πολεοδομικής πλευράς των υπέργειων κλειστών χώρων (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφα καταβολής εισφοράς τακτοποίησης χώρου της Δ/νσεως Πολεοδομίας του …..), κατέβαλε δε στην Δ.Ο.Υ.

……, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσόν των 15.961,14 ευρώ (βλ. υπ' αριθμ. ...). Η άσκηση της αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος με αίτημα την καθαίρεση των κλειστών οριζοντίων ιδιοκτησιών (θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου) του ισογείου (πιλοτής) της εν λόγω πολυόροφης οικοδομής υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η αγωγή ασκήθηκε εκ μέρους του όχι για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του, αλλά από λόγους εκδικήσεως κατά της εναγομένης, με την οποία ήλθε σε προστριβές και διενέξεις για τους λόγους που εκτέθηκαν, η καθαίρεση δε των κτισμάτων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημία στην εναγομένη, η οποία προέβη στην από πολεοδομικής απόψεως τακτοποίηση των υπέργειων κλειστών χώρων, καταβάλλοντας το προβλεπόμενο υψηλό ποσόν εισφοράς που αναφέρθηκε.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση της εναγόμενης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του ενάγοντος, καθ' όσον με αυτή ο τελευταίος ζητούσε την καθαίρεση των ως άνω χώρων, ορθά ερμήνευσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα διατείνεται ο ενάγων με τον 3° λόγο της εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι στο τμήμα του κοινόκτητου χώρου της πολυόροφης οικοδομής που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της αγωγής με στοιχεία ΑΒΙΓΚΕΖΑ, εμβαδού 110,00 τ.μ. (το οποίο ανήκει στην αποκλειστική χρήση της εναγόμενης), δυνάμει της ως άνω τροποποιητικής πράξεως, κατά τα εκτεθέντα, η περίφραξη και η πέργκολα που τοποθέτησε η εναγομένη, επηρεάζουν αρνητικά την αισθητική της οικοδομής και είναι ακαλαίσθητες, ώστε να τίθεται ζήτημα αφαιρέσεώς τους εκ μέρους της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο απέρριψε σιγή το αγωγικό αίτημα αφαιρέσεως της περιφράξεως και της πέργκολας από τον ως άνω χώρο, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον 5° (και τελευταίο) λόγο της εφέσεώς του, είναι αβάσιμα ......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την από 8-9-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 78/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας κατ' ουσία την από 29-7-2009 [αριθμ.

καταθ. 146125/5180/2009] αγωγή του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 1, 2, 3, 4 παρ. 1, 2, 5 και 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των διατάξεων αυτών.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η αναιρείβλητη, νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της οικοπεδούχου ομόρρυθμης τεχνικής και εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." με την 14584/14-7-2005 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, ανήγειρε πολυόροφη οικοδομή και υπήγαγε αυτή στις διατάξεις του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 του ΑΚ και του ν.δ/τος 1024/1971, η δε 14779/28-11-2005 πράξη τροποποίησης της ως άνω πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία προέβη η ως άνω οικοπεδούχος, έγινε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 της ως άνω πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, σύμφωνα με το οποίο αυτή είχε δικαίωμα να προβαίνει, μονομερώς, σε τροποποίηση της συστατικής πράξης και του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτές δε θα θίγονταν οι διηρημένες ιδιοκτησίες άλλων συνιδιοκτητών και οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι της οικοδομής, είναι έγκυρη καθόσον κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η τροποποίηση της 14584/14-7-2005 συστατικής πράξης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, με την 14779/28-11-2005 πράξη, με την οποία καθορίστηκαν διαφορετικά οι κοινόκτητοι και κοινόχρητοι χώροι και οι θέσεις στάθμευσης στο ισόγειο, δεν είχε μεταβιβασθεί καμία οριζόντια ιδιοκτησία της εν λόγω πολυκατοικίας και με την τροποποίηση αυτή δεν θίχτηκαν τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, μη υπαρχόντων άλλων ιδιοκτητών.

Κατ` ακολουθία, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, δεύτερος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και έκτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αυτής, που επιτρεπτά ερευνώνται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, ισχυριζόμενος, κατ` εκτίμηση όσων προβάλλει με τους λόγους αυτούς, ότι η 14779/28-11-2005 τροποποιητική πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας πάσχει από ακυρότητα (άρθρ. 174 του ΑΚ), λόγω αντίθεσής της στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 3741/1929 και σ' αυτές των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Οι ίδιοι δε λόγοι, που ιδρύονται μόνο σε περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος που αφορούν παραβίαση των άρθρων 4, 7 και 8 παρ. 6 του κανονισμού και συγκεκριμένα την 14584/14-7-2005 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στον κανονισμό της οικοδομής, ο οποίος όμως δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως έχει προεκτεθεί, στην οικεία νομική σκέψη.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 116/2020). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 57/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 779/2019].

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την με αριθμ. 14585/14-7-2005 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, το έγγραφο δε αυτό, ο αναιρεσείων, νόμιμα, είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, με τις έγγραφες προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, προς υποστήριξη της έφεσής του και συγκεκριμένα ότι " η προσβαλλόμενη εδέχθη ως εγκύρως συσταθείσα την 14779/28-11-2005 πράξη τροποποίησης, χωρίς να λάβει υπόψη την 14585/14-7-2005 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, νομίμως μεταγραμμένης, της Συμ/φου Αθηνών Κ.

συζύγου Θ. Π. ...... Η εγκυρότητα δε ή μη της 14779/28-11-2005 πράξης τροποποίησης αποτελεί ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η ακυρότητα της ως άνω πράξης τροποποίησης θα οδηγούσε ευθέως σε πλήρη αποδοχή της αγωγής του". Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση, ρητή, βεβαίωση [5ο φύλλο], ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την με αριθμ. 14585/14-7-2005 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας και δεν την αγνόησε.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε ανάγνωση της 14585/14-7-2005 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας και της 14779/28-11-2005 τροποποιητικής αυτής, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της ότι "..... η ως άνω τροποποίηση της συστατικής πράξεως οριζοντίου ιδιοκτησίας στην οποία προέβη η ως άνω οικοπεδούχος ομόρρυθμη εταιρία έγινε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 της ανωτέρω πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, κατά το οποίο αυτή δικαιούτο να προβαίνει μονομερώς σε τροποποίηση της συστατικής πράξεως και του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δε θα έθιγαν τις διηρημένες ιδιοκτησίες άλλων συνιδιοκτητών και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας.

Ο όρος αυτός τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της συνιδιοκτησίας και προς αποτροπή αυθαίρετων ενεργειών εκ μέρους της οικοπεδούχου, η οποία είχε δικαίωμα να τροποποιήσει μονομερώς τον κανονισμό, κατά τα αναφερθέντα. Όμως, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η τροποποίηση της συστατικής πράξεως με την υπ' αριθ. 14779/28-11-2005 πράξη της Συμβ/φου Αθηνών Κ.

Π., δεν είχε μεταβιβασθεί καμία οριζόντια ιδιοκτησία της εν λόγω πολυκατοικίας, επομένως εγκύρως η οικοπεδούχος προέβη στην τροποποίηση της ως άνω συστατικής πράξεως ......". Επομένως, ο πρώτος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος δε λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Για να είναι δε ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ως παραμορφωθέν, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος αναιρετικός λόγος που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Επιπλέον από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 323/2018).

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στην διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 595/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, "παρέλειψε να αναγνώσει ορθά και ολοκληρωμένα την πλήρη περιγραφή, στην 14779/28-11-2005 πράξη τροποποίησης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, των με στοιχείων G1, G2, G3 και G4 κλειστών χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων, η οποία περιγραφή συνίσταται όχι μόνο στη διάταξή τους στο χώρο, ήτοι με ποιες άλλες ιδιοκτησίες συνορεύουν, αλλά και στην επιφάνειά τους, στον ιδιόκτητο όγκο τους, στην αναλογία όγκου κοινοχρήστων, στον συνολικό τους όγκο, στο ποσοστό συνιδιοκτησίας τους στο όλο οικόπεδο, στο ποσοστό τους στις δαπάνες κοινοχρήστων και στις ψήφους που αναλογούν σε αυτές".

Η παραδεκτά επισκοπούμενη, σε σχέση με τον επικαλούμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, προσβαλλόμενη απόφαση έχει τις ακόλουθες παραδοχές " Η εναγομένη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Π. που μετεγράφη νόμιμα, κατέστη κυρία του υπό στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της εν λόγω πολυόροφης οικοδομής, εμβαδού 85,38 τ.μ., της υπό στοιχεία ΑΠ-1 αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 6,64 τ.μ., των υπό στοιχεία G-1, G-2, G-3, G-4 κλειστών θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ισογείου (pilotis), εμβαδού 17,50 τ.μ., 17,00 τ.μ., 17,85 τ.μ.

και 18,40 τ.μ. αντιστοίχως, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Π. που μετεγράφη νόμιμα, κατέστη κυρία της υπό στοιχεία G-11 κλειστής θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου του υπογείου, εμβαδού 10,13 τ.μ. Με την υπ' αριθμ. ... πράξη τροποποιήσεως της ως άνω πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω Συμβ/φου Αθηνών, νομίμως μεταγραφείσης, η προαναφερομένη οικοπεδούχος ομόρρυθμος εταιρίας, προέβη στην τροποποίηση του σχεδίου ανοικοδόμησης του ισογείου ορόφου, προβαίνοντας σε ανακατατάξεις, μεταθέσεις, καταργήσεις των υφιστάμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών στο ισόγειο - πιλοτή και των κοινόχρηστων χώρων.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την περιγραφή των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, ως και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων του ισογείου-πιλοτής ορόφου και ιδία από τον Νοεμβρίου 2005 προσαρτηθέν στην ως άνω τροποποιητική συμβολαιογραφική πράξη σχέδιο του Πολιτικού Μηχανικού Μ. Α., προκύπτει ότι οι μέχρι τότε εμφαινόμενοι ως κοινόχρηστοι χώροι της πιλοτής με στοιχεία 3, 4 και 5 στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα, καταργήθηκαν ως ελεύθεροι χώροι της πιλοτής και ενσωματώθηκαν με τις υπό στοιχεία G-1, G-2, G-3 και G-4 αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (κλειστοί χώροι στάθμευσης του ισογείου-pilotis ορόφου)........

Περαιτέρω, η αναφερθείσα ήδη ενσωμάτωση, με την ως άνω τροποποιητική πράξη, του ελεύθερου χώρου της πιλοτής που εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα της αγωγής με αριθμό 4, προκύπτει από την αντιπαραβολή της περιγραφής των υπό στοιχείων G-1, G-2, G-3 και G-4 κλειστών θέσεων σταθμεύσεως στην τροποποιητική πράξη, σε σχέση με την περιγραφή στην συστατική πράξη.

Ειδικότερα, ενώ στην αρχική συστατική πράξη οι με στοιχεία G-1, G-2, κλειστοί χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτου, αναφέρεται ότι συνορεύουν νοτίως με ελεύθερο χώρο του ισογείου, στην τροποποιητική πράξη αναφέρεται ότι αυτοί συνορεύουν νοτίως με τις υπό στοιχεία G-3, G-4 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αβάσιμος, καθόσον από την περιγραφή στην 14779/28-11-2005 τροποποιητική πράξη, των ορίων των θέσεων στάθμευσης του ισογείου-pilotis, συγκριτικά προς την αντίστοιχη περιγραφή της αρχικής 14584/14-7-2005 συστατικής πράξης, την αποτύπωση των θέσεων στάθμευσης στα συνοδευτικά σχεδιαγράμματα τόσο της τροποποιητικής όσο και της αρχικής πράξης και τη μνεία των επιφανειών των θέσεων αυτών, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στην διαμόρφωση της κρίσεώς του και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ` αυτό ή κυρίως σ` αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, στην περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2016, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1370/2019).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, 6/2016 ο.π., ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 399/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι` αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι η αιτιολογία περί εκδικητικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους του λόγω διενέξεων που είχε με την αναιρεσίβλητη, εμπεριέχει αντιφάσεις, καθώς οι διενέξεις τους ξεκίνησαν με την από το έτος 2010 με αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 57244/1774/2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως διαχειρίστριας εναντίον του, ενώ αυτός είχε ήδη προηγουμένως ασκήσει κατά αυτής την από 5-8-2009 ένδικη αγωγή και επομένως ουδέν κίνητρο εκδίκησης συνέτρεξε εκ μέρους του, ενώ με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως περί προσχώρησής του στην 14779/28-11-2005 τροποποιητική πράξη, περί ανοχής της μετατροπής των χώρων του ισογείου-πυλωτής από θέσεις στάθμευσης σε κατοικία και περί πολεοδομικής τακτοποίησης της αυθαίρετης αλλαγής χρήσης και πληρωμής μεγάλου ποσού από την αναιρεσίβλητη, δεν επαρκούν για την εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού από τις παραδοχές αυτές δεν προκύπτει συμπεριφορά του η οποία να δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του από την συνιδιοκτησία και επομένως η άσκησή του [δικαιώματος] δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σχετικά με την παραδοχή της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη είχε προβάλει προς απόκρουση της ως άνω αγωγής, δέχθηκε, μετ` ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη: ''.....

αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2006 μετέβαλε αυθαιρέτως τη χρήση των ως άνω κλειστών θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου της πιλοτής υπό στοιχεία G-3, G-4 σε χώρους κυρίας χρήσεως (κατοικίας). Ο ενάγων, όταν αγόρασε τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, δυνάμει του υπ' αριθμ. 15209/21-11-2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Π., τελούσε εν γνώσει της ως άνω συστατικής πράξεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της ως άνω τροποποιητικής πράξης αυτής, γνώριζε επίσης ότι με την τροποποιητική πράξη οι υπό στοιχεία 3, 4 και 5 ελεύθεροι χώροι της πιλοτής, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της αγωγής, είχαν ενσωματωθεί στις ως άνω κλειστές θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου στην πιλοτή, ανέχθηκε δε η χρήση των τελευταίων να μετατραπεί από την εναγομένη αυθαιρέτως σε κατοικία.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο ενάγων από τον Ιούνιο του έτους 2007 δυστροπούσε στην καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών που τον βάρυναν, με συνέπεια να δημιουργηθούν διενέξεις μεταξύ αυτού και των λοιπών συνιδιοκτητών, να ασκηθεί δε αγωγή εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τη διαχειρίστρια Α.

Α. (αριθμ. εκθ. καταθ. 57244/1774/2010), με αίτημα να υποχρεωθεί στην καταβολή των κοινοχρήστων δαπανών για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2007 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2010, ύψους 2.924,26 ευρώ, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1911/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία τον υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού αυτού.

Διενέξεις επίσης δημιουργήθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της συνοικούσης μητέρας του Θ. Μ. αφενός και της εναγομένης και του συζύγου της Ι. Α., οι οποίοι πολλές φορές είχαν διαμαρτυρηθεί στην τοπική αστυνομική αρχή για αντικοινωνική συμπεριφορά του ενάγοντος και της μητέρας του πριν την έγερση της αγωγής του ενάγοντος (βλ.

προσκομιζόμενα αποσπάσματα βιβλίου συμβάντων Α.Τ. Γλυφάδας της 27.5.2009, 30.5.2009, 1/2.6.2009, 11.12.2009). Εξάλλου, η εναγομένη προέβη στην τακτοποίηση από πολεοδομικής πλευράς των υπέργειων κλειστών χώρων (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφα καταβολής εισφοράς τακτοποίησης χώρου της Δ/νσεως Πολεοδομίας του …..), κατέβαλε δε στην Δ.Ο.Υ.

….., για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσόν των 15.961,14 ευρώ (βλ. υπ' αριθμ. ...). Η άσκηση της αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος με αίτημα την καθαίρεση των κλειστών οριζοντίων ιδιοκτησιών (θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου) του ισογείου (πιλοτής) της εν λόγω πολυόροφης οικοδομής υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η αγωγή ασκήθηκε εκ μέρους του όχι για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του, αλλά από λόγους εκδικήσεως κατά της εναγομένης, με την οποία ήλθε σε προστριβές και διενέξεις για τους λόγους που εκτέθηκαν, η καθαίρεση δε των κτισμάτων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημία στην εναγομένη, η οποία προέβη στην από πολεοδομικής απόψεως τακτοποίηση των υπέργειων κλειστών χώρων, καταβάλλοντας το προβλεπόμενο υψηλό ποσόν εισφοράς που αναφέρθηκε.....''.

Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διατάξεως, εκθέτοντας στην ελάσσονα πρότασή του τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού της διατάξεως αυτής, για την επέλευση της έννομης συνέπειας την οποία απήγγειλε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, η επικαλούμενη πλημμέλεια ότι η αιτιολογία περί εκδικητικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους του αναιρεσείοντος λόγω διενέξεων που είχε με την αναιρεσίβλητη, εμπεριέχει αντιφάσεις, καθώς οι διενέξεις τους ξεκίνησαν με την από το έτος 2010 με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 57244/1774/2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως διαχειρίστριας εναντίον του, ενώ αυτός είχε ήδη προηγουμένως ασκήσει κατά αυτής την από 5-8-2009 ένδικη αγωγή και επομένως ουδέν κίνητρο εκδίκησης συνέτρεξε εκ μέρους του, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και συνεπώς δεν ιδρύει λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι δεν συντρέχει περίπτωση όπου τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης αποφάσεως και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, δηλαδή για ζήτημα που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης περίπτωσης στο πραγματικό του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της παρούσας περίπτωσης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ήδη ο αναιρεσείων από τον Ιούνιο του έτους 2007 δυστροπούσε στην καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών που τον βάρυναν, με συνέπεια να δημιουργηθούν διενέξεις μεταξύ αυτού και των λοιπών συνιδιοκτητών, διενέξεις δε δημιουργήθηκαν και πριν την έγερση της αγωγής του αναιρεσείοντος αφενός μεταξύ αυτού και της συνοικούσης μητέρας του Θ.

Μ. και αφετέρου της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της Ι. Α., οι οποίοι πολλές φορές είχαν διαμαρτυρηθεί στην τοπική αστυνομική αρχή για αντικοινωνική συμπεριφορά του [αναιρεσείοντος] και της μητέρας του. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Επομένως, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, αναφορικά με το ως άνω κεφάλαιο αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2020 [αριθμ καταθ. 8324/991/2020], αίτηση αναιρέσεως και τους από 28-1-20220[αριθμ. καταθ. 21/31-1-2022] πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 4090/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ