Legislator Case Law & Legislation
1170/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds for former public employee's claim against company.

Case Number 1170/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment. The appellant, a former public employee, sued the company for damages, but the court found the claim time-barred under the two-year limitation period starting from his departure in May 2010. The court ruled that the limitation defense was valid and correctly applied, rejecting the appellant's arguments regarding procedural errors and applicable civil code provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 48, 52 of Law 496/1974; The statute of limitations for civil claims expires two years after the event giving rise to the claim, barring any action filed after this period unless interrupted by specific legal acts.

Keywords

AI generated
statute of limitations public employee claim limitation period civil procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Law 735/1977
Law 2687/1999
Law 496/1974
Civil Code Articles 250, 251, 277
Articles 8 and 9 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1170 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1170/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Ι., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Κορομπόκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Θ.- HELEXPO A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Γκιθκοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσειόντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 651/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που διορθώθηκε με την 8911/2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1469/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-8-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 27 παρ.1 εδάφ. α, β του ν. 735/1977, συνιστάται ανώνυμη εταιρία, με την ελληνική επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε" ή κατά συντομογραφία "ΔΕΘ Α.Ε." και από της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού (14-10-1977) καταργείται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" και η "ΔΕΘ ΑΕ" υποκαθίσταται αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, σε όλα γενικά τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ν.π.δ.δ., της μεταβίβασης αυτής υλοποιούμενης με καθολική διαδοχή.

Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι η ΔΕΘ Α.Ε., λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας .Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις του ν. 2687/1999 "Αναμόρφωση και εκσυγχρονισμός της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης", συνιστάται ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ." ("Δ.Ε.Θ.

Α.Ε."), η οποία διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 (άρθρο 1 παρ. 1), το σύνολο των μετοχών της οποίας ανήκα στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1 παρ. 7). Επίσης, συνιστάται και ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELLEXPO Α.Ε.", που διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 2 παράγρ. 1), οι μετοχές της οποίας ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 2 παρ. 6).

Η εταιρία του ν. 735/1977 παύει να υφίσταται, μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των αποφάσεων, που προβλέπονται στις παραγράφους 6 του άρθρου 1 και 5 του άρθρου 2 του νόμου αυτού (άρθρο 3 παρ. 3 εδάφιο α' του ν. 2687/1999), που προβλέπουν τα του διορισμού των μελών του πρώτου διοικητικού συμβουλίου, του Προέδρου, του Διευθύνοντος συμβούλου, των ως άνω εταιριών.

Η συνιστώμενη με το άρθρο 1 του νόμου αυτού εταιρία (ΔΕΘ ΑΕ. του Ν. 2687/1999) αναλαμβάνει το σύνολο των υποχρεώσεων της συσταθείσας με το ν. 735/1977 εταιρίας, έναντι τρίτων και οι σχετικές δίκες συνεχίζονται κατ' αυτής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διατύπωση (άρθρο 3 παρ. 4). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου πιο πάνω νόμου (2687/1999), που αφορά στα θέματα προσωπικού της Δ.Ε.Θ., ορίζεται, ότι "Μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των αποφάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 6 του άρθρου 1 και 5 του άρθρου 2, το υπηρετούν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην εταιρία του ν. 735/1977 προσωπικό μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στην εταιρία του άρθρου 1.

Το προσωπικό αυτό, εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της προβλεπομένης στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου απόφασης, δύναται να ζητήσει τη μεταφορά του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς των υπηρεσιών του Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης ή υπηρεσιών άλλων Υπουργείων, οι οποίες έχουν την έδρα τους στην περιφέρεια του Νομού Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Νομού Θεσσαλονίκης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που έχουν την έδρα τους στο νομό Θεσσαλονίκης, ή και σε κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς δημοσίων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που έχουν την έδρα τους και εκτός του Νομού Θεσσαλονίκης.

Η μεταφορά αυτή γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μακεδονίας - Θράκης σε κλάδους ιδίων ή συναφών τυπικών προσόντων της ιδίας εκπαιδευτικής βαθμίδας. Οι μεταφερόμενοι κατατάσσονται βαθμολογικά και μισθολογικά ανάλογα με τα τυπικά προσόντα και το συνολικό χρόνο της υπηρεσίας τους στην παραπάνω εταιρία.

Ως προς τις αποδοχές των μεταφερομένων έχουν εφαρμογή α διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 2516/1997 (παρ. 1). Ύστερα από αίτηση των υπηρετούντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην εταιρία του ν. 735/1977 είναι δυνατή κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας του άρθρου 2, η επιλογή ορισμένων από αυτούς γη τη μεταφορά τους και τη συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης στην εταιρία του άρθρου αυτού (άρθρο 2 παρ. 2).

Το, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσωπικό της εταιρίας του ν. 735/1977, που δεν ζήτησε τη μεταφορά του στις υπηρεσίες της παραγράφου 1 ή δεν επιλέχθηκε για τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους όρους που ισχύουν σήμερα στη συνιστώμενη με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου εταιρία.

Με απόφαση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου Εκτελεστικής Γραμματείας, εφόσον το όργανο αυτό έχει συσταθεί, άλλως του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω εταιρίας, που εγκρίνεται από τη Γ ενική της Συνέλευση, προσδιορίζεται ονομαστικά το πλεονάζον προσωπικό της, το οποίο μεταφέρεται, με την ίδια σχέση, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μακεδονίας - Θράκης σε κενές ή προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς των υπηρεσιών που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος νόμου και έχουν την έδρα τους στην περιοχή του Νομού Θεσσαλονίκης.

Οι μεταφερόμενοι κατατάσσονται βαθμολογικά και μισθολογικά ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους στην εταιρία του ν. 735/1377. Ος προς την επιλογή του φορέα μεταφοράς και τις αποδοχές των μεταφερομένων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997.

Επίσης, με την 1763/11.3/1.4.81 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ Β' 188/1981) εγκρίθηκε και δημοσίευθηκε ο κανονισμός προσωπικού και λειτουργίας των υπηρεσιών της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης Α.Ε. Ο Κανονισμός αυτός, καταρτίστηκε και εγκρίθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του ν.735/1977, και ως εκ τούτου έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα και δη σε σχέση με τις αποδοχές των υπαλλήλων της Δ.Ε.Θ.

ΑΕ ότι είναι οι προβλεπόμενες από την εργατική νομοθεσία, μη δυνάμενες να υπολείπονται των αντιστοίχων των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., επί των οποίων εφαρμόζεται ο δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας. Για τον χρόνο παραγραφής των ως άνω αξιώσεων των υπαλλήλων δεν υπάρχει πρόβλεψη στον κανονισμό. Ορίζεται όμως ειδικά στο άρθρο 56 αυτού (κανονισμού) ότι "τυχόν διαπιστούμενα κενά του παρόντος Κανονισμού πληρούνται με ανάλογη εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων για τους υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ.".

Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον επιτρέπει αυτό κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα ο κανονισμός προσωπικού και λειτουργίας, ορίζεται ότι: "Κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι: "Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού, ότι: "Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".

Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος: "Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Η προβλεπόμενη, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 του Α.Κ., για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας), έχει θεσπισθεί, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη, για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες, με την καταβολή φόρων (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 1286/2013).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ του ΝΔ 496/1974, η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ.3 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος παραγραφή των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων του λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ'ενός η γέννηση της αξίωσης και εντεύθεν η έναρξη του χρόνου παραγραφής και αφετέρου συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου πριν από την άσκηση της αξίωσης (ΑΠ 15/2020, 1444/2019, 533/2018).

Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά." Με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νόμιμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων, επιδιώκεται η κατοχύρωση της ουδετερότητας του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί.

Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει υπέρ των ν.π.δ.δ., έχει θεσπισθεί γιο λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εντεύθεν δε ευλόγως η πρόνοια του νομοθέτη του ν.δ. 496/1974 δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη, στην επιμέλεια των οργάνων της διοικήσεως ή των νομικών παραστατών των ν.π.δ.δ. για πρόταση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στην κατά το όρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Συγκεκριμένα, η προβολή της ένστασης της παραγραφής, που γενικώς (ΑΚ 277), ως ένσταση "συνειδήσεως", απόκειται στη βούληση ενός εκάστου (ιδιώτη) οφειλέτη και στις υποκειμενικές εκάστοτε σταθμίσεις αυτού, δεν ενδείκνυται, ακριβώς χάριν της τήρησης της ισότητας, να επαφεθεί στις, κατ' ανάγκη εκάστοτε ποικίλλουσες, υποκειμενικές σταθμίσεις των κάθε φορά πληρεξουσίων των ν.π.δ.δ., τα οποία, πάντως, δεν στερούνται της δυνατότητας, όταν οι διοικήσεις τους κρίνουν ότι συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι, να προβαίνουν κατά τη νόμιμη διαδικασία σε αναγνώριση των κατ' αυτών απαιτήσεων.

Επίσης, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω εγγυήσεις. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του ν.π.δ.δ.

από τη δυνατότητα να προβάλουν καθ' υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, ενώ η προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης. (ΟλΑΠ 38/2005).

Ακολούθως, το άρθρο 22 του Ν. 735/1977, υπό τον τίτλο "Έξοδος εκ της υπηρεσίας" ορίζει τα εξής: "I. Στο πάσης φύσεως τακτικό υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της ΔΕΘ Α.Ε., και τον Νομικό Σύμβουλο της ΔΕΘ, εξερχόμενων της υπηρεσίας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του είτε υπό της ΔΕΘ Α.Ε., είτε υπό του ιδίου ή γι' οιονδήποτε άλλο λόγο, καταβάλλεται αποζημίωση ίση προς την οριζόμενη υπό του άρθρου 11 του από 27.11.1956 β.δ. (περί εγκρίσεως του οργανισμού των υπηρεσιών της ΔΕΘ γι' ορισμένες περιπτώσεις απολύσεις τακτικού προσωπικού της ΔΕΘ), εφόσον το ως άνω εξερχόμενο της υπηρεσίας/ προσωπικό έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστο παρά τη ΔΕΘ και τη ΔΕΘ-Α.

Ε. υπηρεσία άλλως αποζημιώνεται κατά τις κοινές διατάξεις". Εξάλλου/ το άρθρο 11 του β.δ. της 27-11-1956 ορίζει τα εξής: "Το πάσης φύσεως τακτικό προσωπικό της ΔΕΘ απολυόμενο: 1)..., β)..., ε) λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας δικαιούται αποζημιώσεως εις βάρος του Ταμείου της ΔΕΘ ίσης... 4) προς τις αποδοχές του, επτά μηνών εφ' όσον υπηρέτησε πλέον των πέντε ετών και μέχρι δέκα και 5) γι' υπηρεσία από δέκα ετών συμπληρωμένων και άνω χορηγείται αποζημίωση τόσων μηνών όσα είναι τα έτη υπηρεσίας.

Πάντως η αποζημίωση αυτή δεν δύναται να ανέλθει πέραν του συνόλου των αποδοχών είκοσι τεσσάρων (24) μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αποζημίωση του άρθρου 22 του Ν. 735/1977 είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, υπό την έννοια της παροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα για την προσφερόμενη εργασία.

Επομένως, η αξίωση καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως υπόκειται στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Λ. 496/1974, κατ' αναλογία εφαρμοζόμενης σύμφωνα με το άρθρο 56 του Κανονισμού της ΔΕΘ ΑΕ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, τον λόγο αυτό αναίρεσης στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή, δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1344/2015, 1677/2010, 1255/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αγωγή εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη την 24-3-1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ηλεκτρολόγος, προσέφερε δε έκτοτε σ'αυτή τις υπηρεσίες του με την ως άνω ιδιότητα μέχρι την 10-12-2001, οπότε βάσει της υπ'αριθ.101362/24-8-2000 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Μακεδονίας - Θράκης, Οικονομικών και του Υφυπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, σε συνδυασμό με την υπ'αριθ…./…/…-2-2000 απόφαση του Δ.Σ.

της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του άρθρου 4 παρ.2, 3 και 4 του Ν.2687/1999 και της ΔΙΠΙΔΔ/Φ.22Α/983/19117/1999 ΚΥΑ, μεταφέρθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ιδιωτικού δικαίου ως πλεονάζον προσωπικό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης. Ότι επί αγωγής του, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως του ΔΣ της εναγομένης της καταχρηστικής, εξεδόθη η υπ'αριθ. 30913/2011 καταστάσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της, ως άνω απόφασης.

Ότι ακολούθως, επί αγωγής του, με την οποία ζητούσε διαφορές αποδοχών λόγω της κατά τα άνω άκυρης μετάταξης του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2009 εξεδόθη η υπ' αριθ. 26994/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αυτή, ακολούθως δε επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως εξεδόθη η υπ'αριθ.2019/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Ζήτησε δε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1-1-2010 έως 15-5-2010 το ποσό των 7.966,51 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει αυτή να του καταβάλει το ποσό των 38.577,96 ευρώ ως υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης και αυτό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 651/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διορθώθηκε με την υπ'αριθ. 8911/2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ακολούθως δε, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατ'αυτής, εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι η αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για την καταβολή του υπολοίπου αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως του από την υπηρεσία ποσού 38.577,96 ευρώ έχει υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ. 4196/1974, την οποία έλαβε υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ.γ'του άνω νομοθετικού διατάγματος αυτεπαγγέλτως, αφού η περί παραγραφής ένσταση δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, ούτε είχε επαναφερθεί σε αυτό νομίμως με συγκεκριμένη αναφορά κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ σε σχετικό μέρος των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης.

Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως προς την ως άνω ένδικη αξίωση: Ότι η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος, για την καταβολή (υπολοίπου) αποζημιώσεως αποχώρησης, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 735/1977, ύψους 38.577,96 ευρώ, η οποία δεν αφορά χρηματική αξίωση, που αναγνωρίστηκε με την άνω τελεσίδικη απόφαση (έχει υποπέσει στη ανωτέρω βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, η οποία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που αναλυτικά διατυπώθηκαν στη προηγούμενη μείζονα πρόταση της παρούσας, δεν αντίκειται στην καθιερούμενη, από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.ΑΑ, που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974.

Ειδικότερα, η ως άνω αξίωση έχει παραγραφεί, καθόσον από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε αυτή και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρο 49 του ν.δ/τος 496/1974), ήτοι από την ημερομηνία αποχώρησης του από την υπηρεσία (Μάιος 2010), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 9-7-2013, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 318Δ/9-7-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Φ.

Ε., έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της διετίας. Κατά συνέπεια, η και αυτεπαγγέλτως ερευνωμένη, ένσταση παραγραφής (άρθρο 48 παρ. 3 και 52 εδ. γ' του ν.δ/τος 496/1974) .....πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Ο ενάγων δεν επικαλείται κάποιο λόγο διακοπής της παραγραφής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων, που αναφέρθηκαν στη προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, όπως οι ειδικότερες πλημμέλειες προσδιορίζονται ανωτέρω.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εφόσον μπορούσε να λάβει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή της σχετική αξίωσης του ενάγοντος, καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου προέκυπτε η επικαλούμενη παραγραφή. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ορθώς εφάρμοσε εν προκειμένω την διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 ΝΔ 496/1974 σχετικά με την διετή παραγραφή της ένδικης αξίωσης και όχι αυτές των άρθρων 250, 251 και 277 του ΑΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη διαφορά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ενώ επίσης ορθώς, έκρινε ότι ο Κανονισμός Προσωπικού και Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, ο οποίος καταρτίσθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και εγκρίθηκε από τον Υπουργό Εμπορίου με την υπ'αριθ.1763/11-3/1-4-81 απόφασή του σύμφωνα με την ρητή εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 15 του Ν.735/1977, δημοσιευθείς δε (ΦΕΚ Β' 188/1981) απέκτησε ισχύ νόμου και βάσει του άρθρου 56 αυτού ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 ΝΔ 469/1974.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (αρθ.176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-8-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.1469/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ