Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding compensation identity and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision on compensation identity and procedural grounds. The appellants argued that the specific identity of the compensation provider did not match the legal requirement, while the court found the lower court's reasoning sufficient and based on actual facts. Consequently, the appeal was dismissed, costs were assigned to the appellants, and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 481 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The identity of the compensation provider is established by the actual payment made by the state, and procedural defects are not grounds for appeal if the lower court's reasoning is adequate and based on true facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1170 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1170/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Π., 2) Ε. συζύγου Χ. Μ., 3) Α Μ. του Χ., κατοίκων ... και 4) Α. Λ. του Π., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παυλάκη, ενώ οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: … αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει άλλως είναι εγκατεστημένη στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος της αναιρεσίβλητης ιταλικής αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (...).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3959/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2812/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως το βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται κατ'αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.
Ωστόσο, όπως από το ανωτέρω άρθρο προκύπτει, σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1399/2018, ΑΠ 1623/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 1.6.2000 ύστερα από διεθνή μειοδοτικό διαγωνισμό για την πτητική εκμετάλλευση των ελικοπτέρων (Ε/Π) ιδιοκτησίας του ΕΚΑΒ νπδδ, στον οποίο αναδείχθηκε μειοδότρια η εναγομένη (αναιρεσίβλητη), υπογράφηκε μεταξύ αυτής ως αναδόχου εταιρείας και του ΕΚΑΒ σύμβαση για την εκτέλεση του έργου της αεροδιακομιδής με τα ελικόπτερα ιδιοκτησίας του, ασθενών στον ελλαδικό χώρο, ενώ λίγες μέρες μετά (27.6.2000) υπογράφηκε η συμπληρωματική της άνω αρχικής σύμβαση.
Με τις συμβάσεις αυτές (αρχική και συμπληρωματική) η εναγομένη,.... προσέλαβε Κυβερνήτες (Κ/Β) και Συγκυβερνήτες (Σ/Κ) με πτυχίο χειριστού νύκτας πτήσεων με όργανα (lnstrument Flight Rules/ IFR) και χειριστές ημέρας χωρίς πτυχίο IFR, των ελικοπτέρων ιδιοκτησίας του ΕΚΑΒ, τα οποία ήσαν τύπου AUGUSTA 190 E Power, διασκευασμένα για αεροκομιδές με χωρητικότητα πέντε (5) ατόμων και ικανότητα πτήσεων IFR.
Στις 12.55' ώρα UTC... δηλαδή, στις ( UTC + 2 h) 14.55' τοπική ώρα, της 14ης Ιανουαρίου 2001, διαβιβάστηκε τηλεφωνικώς από το συντονιστικό κέντρο του ΕΚΑΒ, αίτηση αεροδιακομιδής καρδιακού ασθενούς από την ….. προς την ….. η οποία εν συνεχεία διαβιβάστηκε στο γραφείο επιχειρήσεων της εναγομένης και ακολούθως στον εκείνη την ώρα, εν υπηρεσία τελούντα συγκυβερνήτη, με σκοπό ο τελευταίος να ενημερώσει σχετικά τον κυβερνήτη της πτήσεως.
Ο τελευταίος, αποδέχθηκε την αποστολή, αφού προηγουμένως ο συγκυβερνήτης ενημερώθηκε τηλεφωνικά για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στη νήσο ... και ειδικώς, για την σταδιακή επιδείνωση του καιρού στην περιοχή των …., από το μετεωρολογικό κέντρο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ). Μάλιστα, ο προγνώστης επαγρύπνησης της ΕΜΥ συνέστησε στον συγκυβερνήτη να επικοινωνούσε ξανά μαζί του και δη πριν την επιστροφή του ελικοπτέρου που θα πραγματοποιούσε την αεροδιακομιδή, στην Αθήνα, ώστε να λάβει την τελευταία ενημέρωση για τον ταχύτατα επιδεινούμενο καιρό των Αθηνών.
Στις 13.46' ώρα UTC (με βάση την οποία εκτίθενται τα παρακάτω περιστατικά) έλαβε χώρα απογείωση του ελικοπτέρου ΕΚΑΒ 2 από τον αεροδιάδρομο του Ελληνικού, με πλήρωμα τέσσερα άτομα και συγκεκριμένα: Τον A. V. ως Κυβερνήτη του ελικοπτέρου, τον Π. Κ. ως Συγκυβερνήτη, την ιατρό Σ. Μ. (θυγατέρα των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων (αναιρεσειόντων), αδελφή της τρίτης των εναγόντων και σύζυγο του τετάρτου αυτών) και τον Γ.
Λ., νοσηλευτή.... Η προσγείωση του ελικοπτέρου στην ... προκειμένου να γίνει η παραλαβή του καρδιοπαθούς ασθενή..., ο οποίος είχε υποστεί νέο καρδιακό επεισόδιο, έγινε στις 15.22, χρόνος κατά τον οποίο ο συγκυβερνήτης του ελικοπτέρου ενημερώθηκε με συνομιλία μέσω τηλεφώνου από τον βοηθό του Γραφείου Επιχειρήσεων της εναγομένης, ότι ο καιρός στην …..ήταν πολύ άσχημος, λόγος για τον οποίο ζήτησε από τον άνω βοηθό να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την ενεργοποίηση του αεροδρομίου της …..
στο οποίο ενδεχομένως θα προσγειωνόταν το ελικόπτερο κατά την πορεία επιστροφής του, λαμβανομένου υπόψη του ότι η ….. διέθετε οργανωμένο νοσοκομείο για την περίθαλψη του διακομιζομένου ασθενούς. Την ίδια ώρα, ο ίδιος (συγκυβερνήτης του ελικοπτέρου) επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη σύζυγό του στην Αθήνα, η οποία επίσης τον ενημέρωσε για τις πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί και μάλιστα, του συνέστησε να μην φύγουν από την ..., πλην όμως, αυτός της δήλωσε, ότι θα ταξίδευαν οπωσδήποτε μέχρι τη ...
και αφού προσγειώνονταν εκεί, θα εκτιμούσαν την κατάσταση σχετικά με την δυνατότητα επιστροφής τους στην ….. Στις 15.36' και αφού στο ελικόπτερο επιβιβάστηκε και o άνω ασθενής, έγινε η απογείωση με κατεύθυνση προς ….και πιθανή ώρα άφιξης την 16.30', όπως την ώρα αυτή γνωστοποίησε ο κυβερνήτης του ελικοπτέρου στον ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας του αεροδρομίου της ...υ, το οποίο εν τω μεταξύ, μέσω των αρμοδίων οργάνων του, τέθηκε σε επιχειρησιακή λειτουργία προκειμένου να υποδεχθεί το υπόψη ελικόπτερο λόγω της επικρατούσας κακοκαιρίας στον αερολιμένα προορισμού του (….).
Στις 15.53' ο συγκυβερνήτης του ελικοπτέρου ΕΚΑΒ 2 κάλεσε το ραντάρ "ΜΟΥΣΑ" της πολεμικής αεροπορίας, του έδωσε τη θέση του - 15 ναυτικά μίλια ανατολικά του αεροδρομίου της ...- και του ζήτησε να διαβιβάσει στη ... με την οποία δεν είχε επαφή, ότι θα περνούσε πάνω από το αεροδρόμιο στα 1.500 πόδια και θα συνέχιζε τη πορεία του προς ... - Κέα.
Το ραντάρ τον ενημέρωσε για τη διαβίβαση της αναφοράς και τον προέτρεψε να καλέσει το αεροδρόμιο της ... προς ενημέρωση. Στις 15.58 το ΕΚΑΒ 2, το οποίο ίπτατο υπό κανόνες πτήσεως εξ όψεως (VFR) νύκτα δηλαδή, υπό συνθήκες πλήρους σκότους, πέτυχε ραδιοτηλεφωνική επαφή με τη ..., την οποία ενημέρωσε ότι θα συνέχιζε το δρομολόγιό του προς …...
Ένα λεπτό αργότερα (15.59') η ...ς ενημέρωσε το ΕΚΑΒ ότι η ….. είναι κλειστή λόγω καιρού, ότι μερικές πτήσεις της ... είχαν ήδη προσγειωθεί στη …., λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και ρώτησε τον κυβερνήτη, ποιο ήταν το εναλλακτικό αεροδρόμιο. Τα ΕΚΑΒ 2 απήντησε ότι είναι αυτό της ...υ και ζήτησε από τη ... τον "τελευταίο καιρό" των …..
Στις 16.02' ο ελεγκτής εναερίου κυκλοφορίας της ... πληροφορηθείς από κάποια Υπηρεσία της Εναερίου Κυκλοφορίας Αθηνών τις επικρατούσες στην ….. καιρικές συνθήκες προ είκοσι περίπου λεπτών, δηλαδή αυτές της 15.20' ώρας, και αγνοώντας ότι στις 15.50' είχε ήδη εκδοθεί νέο μετεωρολογικό δελτίο, μετέδωσε στο ΕΚΑΒ 2 τον εξής καιρό: "Άνεμος από 120ο 16 κόμβοι με ριπές έως 40 κόμβους, ορατότητα 7 χιλιομέτρων, ασθενής βροχή, σύννεφα 3-4/8 στα 1.000 πόδια, 1-2/8 στα 1.500 πόδια και με καταιγιδοφόρα νέφη 3-4/8 στα 2.000 πόδια με πυργοειδείς σωρείτες, 5-7/8 στα 3.000 πόδια, θερμοκρασία 150 σημείο δρόσου 121, βαρομετρική πίεση 1010", ενώ ο καιρός στις 15.50' επιδεινωθείς ραγδαίως ήδη, είχε στην πραγματικότητα ως εξής: "Άνεμος από 300ο/25 κόμβοι, με ριπές 42 κόμβων, ορατότητα 1.000 μέτρα, ισχυρά βροχή, σύννεφα 5-7/8 στα 1.000 πόδια, 3-4/8 καταιγιδοφόρα στα 1.500 πόδια, 5-7/8 πυργοειδείς σωρείτες στα 2.000 πόδια, θερμοκρασία 11ο, σημείο δρόσου 09, και κατά περιόδους καταιγίδα με βροχή".
Τη λήψη και κατανόηση του μεταδοθέντος καιρού της 15.20' ώρας (και όχι του πλέον προσφάτου της 15.50' ώρας) επιβεβαίωσε το ΕΚΑΒ 2, το οποίο εν συνεχεία γνωστοποίησε προς το αεροδρόμιο ...υ την ειλημμένη ήδη πρόθεση του κυβερνήτη να συνέχιζε την πτήση του προς ….., ο οποίος, σε νεότερη επικοινωνία του την 16.081 ώρα, ανέφερε επί λέξει, προς τον ελεγκτή της ...: "Θα δοκιμάσουμε μέχρι την …..
κι αν δεν μας επιτρέψει η ….να πάμε, θα έρθουμε στο δικό σας το νοσοκομείο για το περιστατικό". Λίγο αργότερα (16.13') το ΕΚΑΒ 2 ζήτησε από την υπηρεσία Ελέγχου Προσεγγίσεως (Approach) των …. να του έκανε καθοδήγηση μέσω ραντάρ προκειμένου να προσήγγιζε το αεροδρόμιο …. με το Σύστημα Προσγείωσης δι' Οργάνων (lnstrument Landing System).
Ακολούθως, και για χρονικό διάστημα πέντε λεπτών και 28 δευτερολέπτων μετά, το ΕΚΑΒ 2 ουδεμία απάντηση έλαβε από τον ελεγκτή του Approach, με αποτέλεσμα να ίπταται πλέον αυτό άνωθεν της νήσου ….. Από εκεί, ο κυβερνήτης του ελικοπτέρου επανέλαβε την κλήση προς το Approaoh …..στις 16.19' και δήλωσε την κατεύθυνσή του προς …..
Την επικοινωνία αυτή ακολούθησε και πάλι εξάλεπτος διακοπή κάθε ραδιοτηλεφωνικής επαφής λόγω προφανούς απασχολήσεως του ελεγκτή του Approach ….με τη διεκπεραίωση της λοιπής κυκλοφορίας, και τούτο καθόν χρόνο το ΕΚΑΒ 2 είχε πλέον αρχίσει τη σταδιακή του κάθοδο από τα 2.100 πόδια με κανόνες πτήσεως VFR (κανόνες πτήσεως εξ όψεως), χωρίς όμως τις αναγκαίες προϋποθέσεις, και αντιμετωπίζοντας έντονα καιρικά φαινόμενα και συγκεκριμένα, καταιγίδα, ισχυρές αναταράξεις, αστραπές, ισχυρά καθοδικά ρεύματα και ισχυρή βροχόπτωση με χαλάζι, λόγος για τον οποίο ο κυβερνήτης του αποφάσισε την 16.24' ώρα, να αλλάξει πορεία 180ο προκειμένου να απέφευγε τον εξαιρετικά δυσμενή και απροσπέλαστο (όπως δύο πεπειραμένοι χειριστές της ΟΑ που πετούσαν την ίδια χρονική στιγμή τον χαρακτήρισαν) καιρό.
H αιφνίδια είσοδος του ελικοπτέρου κατά την κάθοδό του προς προσγείωση, στο παραπάνω εξόχως απαγορευτικό και επικίνδυνο κλιματικό περιβάλλον, ανάγκασε τον κυβερνήτη του να εκτελέσει σταδιακές και με μεγάλο βαθμό στροφής αλλαγές πορείας 45ο, 75ο και 98ο προκειμένου να απέφευγε την σφοδρή κακοκαιρία και να αναζητήσει οπτικά συγκριτικά στοιχεία επί του εδάφους, τα οποία όμως δεν κατέστη δυνατό να ανεύρει λόγω της βάσης των νεφών σε σημείο χαμηλότερο της πτήσης του ελικοπτέρου, αλλά και της έλλειψης φωτεινού σημείου επί των ακτών, εξ αιτίας της τότε επισυμβάσας διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή του …...
Παρότι το επικίνδυνο περιβάλλον της καταιγίδας δεν επέτρεπε την απώλεια περαιτέρω ύψους στο ελικόπτερο, ο κυβερνήτης του, αμελώς φερόμενος, επέμεινε στην εσφαλμένη από την άποψη εκτίμησης του κινδύνου, όπως αποδείχθηκε, απόφασή του, να προσεγγίσει με το άνω σύστημα κανόνων πτήσεως εξ όψεως την Αίγινα, αντί της εν προκειμένω ενδεδειγμένης ενέργειας να εκτελούσε στροφή 180ο με κατεύθυνση προς τη νήσο ..., όπου επικρατούσε ηπιότερος καιρός, και έτσι λίγα δευτερόλεπτα μετά, αποσυνέδεσε αυτός τον αυτόματο πιλότο και με βίαιους χειρισμούς επιχείρησε τρείς απότομες αριστερές στροφές με συνολική αλλαγή πορείας του ελικοπτέρου αυτή των 250ο.
Οι κινήσεις αυτές του κυβερνήτη, σε συνδυασμό με την αποσύνδεση του αυτόματου πιλότου, και την ελάττωση της ταχύτητας του ελικοπτέρου εξ αιτίας του μεγάλου αεροδυναμικού φόρτου που συνεπάγονταν οι απότομες στροφές, έκαναν τον έλεγχο του ελικοπτέρου εξαιρετικά δυσχερή και προδήλως.... επέφεραν απώλεια προσανατολισμού στον χώρο (spatial disorientation) στον κυβερνήτη και εντεύθεν απώλεια ελέγχου της πτήσεως, με συνέπεια, το ΕΚΑΒ 2 να εισέλθει σε αριστερή στροφή με κλίση 30ο και βύθιση επίσης 30ο μέχρι της τελικής συντριβής του στην επιφάνεια της θαλάσσης, ενώ τούτο είχε ήδη από τις 16.24' ώρα εξαφανισθεί από τις οθόνες των τριών ραντάρ του συστήματος ΠΑΛΛΑΣ (Ελληνικού, Υμηττού και Μερέντα).
Κατά την πρόσκρουση του ελικοπτέρου στη θάλασσα προξενήθηκε ο ακαριαίος θάνατος απάντων των επιβαινόντων σε αυτό καθώς και η ολοσχερής καταστροφή αυτού (ελικοπτέρου) και των ιατρικών εργαλείων και οργάνων που βρίσκονταν μέσα σ' αυτό. Περαιτέρω,... αποδείχθηκε, ότι ο ιταλός Κυβερνήτης του ελικοπτέρου, μέτριος γνώστης της Αγγλικής γλώσσας και καθόλου της Ελληνικής, ήταν χειριστής στρατιωτικών και πολιτικών ελικοπτέρων, με πτυχία αναγνωρισμένα στην ημεδαπή και είχε μεγάλη επαγγελματική πτητική εμπειρία σε αποστολές διασώσεως υπέργειες και παράκτιες με ελικόπτερα, όπως αυτό ιδιοκτησίας του ΕΚΑΒ, ενώ αντίθετα είχε πολύ περιορισμένη εμπειρία σε πτήσεις εντός καιρού ή κατά τη διάρκεια της νύκτας, και μάλιστα άνωθεν του Αιγαίου Πελάγους.
Αυτός, παράλληλα με τα χειριστικά του καθήκοντα ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης της εναγομένης στη ……, όπου ήταν και η μόνιμη κατοικία του. Ο συγκυβερνήτης του ελικοπτέρου ήταν Έλληνας, αποστρατευθείς από τον ελληνικό στρατό το έτος 1998 με το βαθμό του ταγματάρχη, κάτοχος πτυχίων χειριστή ελικοπτέρου, προγνώστη μετεωρολόγου Β τάξεως, ειδικότητας πτήσεως δι' οργάνων (Π.Δ.Ο.) και χειριστή στροφειοπτέρων, με μικρή εμπειρία στις πτήσεις IPR, ενώ του είχε απονεμηθεί η ικανότητα κυβερνήτη από την ΥΠΑ από το έτος 2000.
Το εν λόγω ελικόπτερο, το οποίο διέθετε πιστοποιητικό πτητικής ικανότητας, ήταν ιταλικής κατασκευής, εξοπλισμένο με ραδιοβοηθήματα και ραντάρ καιρού και ήταν πλήρως συντηρημένο μέχρι το χρόνο του ατυχήματος. Όπως, όμως αποδείχθηκε, κατά παράβαση της υπογραφείσας σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και του ΕΚΑΒ, δεν είχαν εγκατασταθεί από την εναγομένη, στο Γραφείο Επιχειρήσεων αυτής, δύο πομποδέκτες UHF και δύο VHF και αντίστοιχοι αναμεταδότες, συμβατοί με τα επικοινωνιακά μέσα του ελικοπτέρου, ώστε να εξασφαλίζεται η αμφίπλευρος επικοινωνία μεταξύ του ελικοπτέρου και του Γραφείου Επιχειρήσεων της εναγομένης, ούτε εξ άλλου είχε ενεργοποιηθεί από την εναγομένη η απ' ευθείας και σε συνεχή βάση (on line-real time) επικοινωνία με την ΕΜΥ για λήψη μετεωρολογικών δεδομένων, με αποτέλεσμα, η επικοινωνία των πληρωμάτων με το Γραφείο Επιχειρήσεων της εναγομένης να υλοποιείται μέσω κινητών τηλεφώνων, με τα οποία εξοπλιζόταν το πλήρωμα του ελικοπτέρου και το Γραφείο Επιχειρήσεων.
Επί πλέον, και ειδικά την ημέρα του ατυχήματος, ουδείς αρμόδιος βρισκόταν στο Γραφείο Επιχειρήσεων της εναγομένης, που όπως αποδείχθηκε ήταν υποτυπωδώς οργανωμένο και στελεχωμένο με μη πεπειραμένους βοηθούς επιμελητές πτήσεων, προκειμένου να παρακολουθεί την πορεία της πτήσης, και τούτο παρόλο που ο καιρός ήταν ιδιαίτερα δυσμενής, ...
ενώ ουδείς αρμόδιος φορέας της εναγομένης φρόντισε να μεταβεί αυτοπροσώπως στο Μετεωρολογικό Γραφείο του Αερολιμένος …. για την πλήρη ενημέρωσή του επί του επικρατούντος καιρού και την παραλαβή των σχετικών εντύπων και χαρτών. Οι ελλείψεις αυτές της εναγομένης, τόσο κατά το τεχνικό όσο και κατά το οργανωτικό μέρος, υπήρξαν ουσιώδεις, σηματοδοτούσαν την ανυπαρξία αναγκαίας οργανωτικής και διοικητικής υποδομής αυτής, σε συνδυασμό δε, με την προεκτεθείσα αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης (κυβερνήτη και συγκυβερνήτη), οι οποίοι αμφότεροι φέροντες την ευθύνη της ασφαλούς πορείας του ελικοπτέρου, ...
δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν και ηδύναντο κατά τις περιστάσεις να επιδείξουν, καθόσον δεν αξιολόγησαν ορθά και σύμφωνα με την εμπειρία τους, ιδίως δε αυτή του κυβερνήτη, το βαθμό επικινδυνότητας της πτήσης τους υπό τις ανωτέρω συνθήκες, και δη νύκτα, και δεν επέλεξαν να προσγειωθούν σε αεροδρόμια άλλων νήσων των Κυκλάδων, τούτο δε, παρότι τους είχε καταστεί πλήρως και εγκαίρως γνωστό ότι άλλα αεροσκάφη, είχαν διακόψει τις πτήσεις τους προς …..
κατά τον υπόψη κρίσιμο χρόνο, συνέβαλαν αιτιωδώς στη πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και καίρια συνετέλεσαν σ' αυτή, ανεξαρτήτως τυχόν υπαιτιότητας άλλων εμπλεκομένων στο υπόψη ατύχημα φορέων. Τούτο διότι, εξ αιτίας των παραπάνω οργανωτικών ελλείψεων, που οφείλονται στην υπαιτιότητα της εναγομένης εταιρείας, ο κυβερνήτης και συγκυβερνήτης του ενδίκου ελικοπτέρου, ενημερωνόταν τηλεφωνικά για τον καιρό της αναληφθείσας διαδρομής από τον εν υπηρεσία τελούντα μετεωρολόγο της ΕΜΥ, και όχι αυτόματα μέσω on line σύνδεσης του Γραφείου Επιχειρήσεων της εναγομένης με την ΕΜΥ.
Η έλλειψη αυτόματης ενημέρωσης για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την ημέρα του ατυχήματος, και η λήψη των σχετικών ενημερώσεων από το πλήρωμα του ελικοπτέρου τηλεφωνικά, αποδείχθηκε πλημμελής, και αιτιωδώς οδήγησε στο ζημιογόνο αποτέλεσμα που προεκτέθηκε, καθόσον δεν ήταν σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η εναγομένη, ούτε εξ άλλου με τους κατά πάσα περίπτωση, ενδεδειγμένους τεχνικά κανόνες επικοινωνίας, οι οποίοι απαιτούσαν την εγκατάσταση ασυρμάτου συστήματος, είχε δε, ως άμεσο αποτέλεσμα την καθυστερημένη γνώση του πληρώματος του ελικοπτέρου συναφώς, και την εξ αυτού του λόγου παροχή πληροφοριών για τον επικρατούντα καιρό, που ήσαν εσφαλμένες, δεδομένου ότι, ...
οι χειριστές του ελικοπτέρου έλαβαν γνώση του μεταδοθέντος καιρού της 15.20' ώρας και όχι του πλέον προσφάτου και ήδη εκδοθέντος της 15.50' ώρας, γεγονός που υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την εξακολούθηση της πορείας του ελικοπτέρου προς τον αεροδιάδρομο των ….., ενώ αν ο κυβερνήτης του ελικοπτέρου γνώριζε μέσω της αυτόματης συνεχούς επικοινωνίας των σταθμών VI-IF (μη εγκατεστημένων εν προκειμένω,...) στον προσήκοντα χρόνο, δηλαδή εν τη γενέσει τους, τις πράγματι επικρατούσες καιρικές συνθήκες της περιοχής (ισχυρά καταιγιδοφόρα νέφη) δεν θα συνέχιζε την πορεία του προς …., αλλά θα ενεργοποιούσε το επικουρικό σχέδιο πτήσης που αφορούσε την επιστροφή και προσγείωση στη ..., όπου θα ήταν επί πλέον δυνατή η παροχή ιατρικών υπηρεσιών στον μεταφερόμενο ασθενή.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης αερομεταφορέως και της ιδίας αυτοτελώς,... που είχαν ως αποτέλεσμα τον αιφνίδιο και τραγικό θάνατο της Σ. Μ., οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), υπό την άνω συγγενική τους σχέση έκαστος με την θανούσα, δοκίμασαν έντονα συναισθήματα λύπης και υπέστησαν έτσι ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας προσήκει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων (όπως αυτά προεξετέθησαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας) ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ για έκαστο των γονέων και στο ποσό των 80.000 ευρώ για έκαστο των λοιπών εναγόντων (αδελφή και σύζυγο της θανούσας)...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφενός μεν απέρριψε την έφεση των τριών πρώτων αναιρεσειόντων (εναγόντων) κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει δεκτή την αγωγή τους ως βάσιμη, αφετέρου δε, δέχθηκε την έφεση του τετάρτου αναιρεσείοντος (ενάγοντος), λόγω της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό, εξαφάνισε ως προς αυτόν την ανωτέρω απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας κατ' ουσίαν, δέχθηκε την απορριφθείσα πρωτοδίκως αγωγή και ως προς αυτόν και καθόρισε το ύψος της δικαιούμενης από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 80.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, και καθ' υπέρβαση, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ επιδίκασε σε αυτούς τα ποσά των 100.000 ευρώ σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη και το ποσό των 80.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη και τέταρτο ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της Σ.
Μ., τα οποία δεν είναι δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από της συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 926 ΑΚ, αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον.
Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 ΑΚ, και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον (ΑΠ 901/2004).
Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων υπόχρεων, καθιερώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη περισσοτέρων προσώπων, είτε επειδή η ζημία προκλήθηκε από κοινή πράξη αυτών, είτε επειδή τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται κατά το νόμο το καθένα αυτοτελώς για την αποκατάσταση της ζημίας, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε, στην περίπτωση της σωρευτικής ή διαζευκτικής αιτιότητας, ήτοι, όταν η ζημία προήλθε από αυτοτελείς και διακεκριμένες ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, που η καθεμία από αυτές από μόνη της συνιστά αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, με την έννοια της προσφορότητας να προκαλέσει, αυτή καθεαυτή, ολόκληρη τη ζημία, χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτή η εξακρίβωση, ποιος αληθινά είναι ο πρόξενος της ζημίας ή ποιο το ποσοστό συμβολής του κάθε δράστη στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1694/2017).
Ειδικότερα, ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας.
Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση (ΑΠ 1229/2013), όπως επίσης και η σωρευτική αιτιότητα, όταν δηλαδή η ζημία επήλθε από τις ενέργειες δύο ή περισσοτέρων προσώπων, από τις οποίες όμως μπορούσε καθεμία μόνη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1805/2014). Στην ανωτέρω περίπτωση η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής.
Υπάρχει δηλαδή ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεως αυτής και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο (ΑΠ 283/2013, ΑΠ 81/1991). Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον ΑΚ ή σε ειδικούς νόμους.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν ευθύνονται πολλοί σε αποζημίωση από αδικοπραξία κατ' άρθρο 926 ΑΚ, έναντι του δικαιούχου της αποζημιώσεως ενέχονται όλοι εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του βαθμού πταίσματος εκάστου, αντιστοίχως δε, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς απαιτώντας ολόκληρη την αποζημίωση, ανεξαρτήτως του ποσοστού συμμετοχής (βαθμού πταίσματος) στην τέλεση της αδικοπραξίας εκάστου συνυπαίτιου, ο οποίος δεν δύναται να ζητήσει να προσδιοριστεί ο βαθμός του πταίσματός του, καθόσον ο προσδιορισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΣτΕ 1029/2018, ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 871/2010).
Και τούτο, διότι προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή ή, έστω, η δυνατότητα κοινής εναγωγής από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 462/2017, ΑΠ 1229/2013). Επομένως, εις ολόκληρον ευθύνη κατ' άρθρο 926 ΑΚ υφίσταται και όταν η μη κοινή εναγωγή όλων των συνυπαιτίων δεν αποτελεί επιλογή του ζημιωθέντος, αλλά οφείλεται σε δικονομικούς λόγους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο ένας συνυπαίτιος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο δανειστής στραφεί κατά ενός μόνον συνυπαιτίου, είτε αναγκαστικά για νομικούς λόγους είτε με δική του πρωτοβουλία ασκώντας το δικαίωμα επιλογής του συνοφειλέτη από τον οποίο θα απαιτήσει την παροχή, εάν ικανοποιηθεί πλήρως από το συνοφειλέτη αυτόν, το δικαίωμα αναλίσκεται, αφού μόνο μία φορά μπορεί να αξιώσει την εκπλήρωση της παροχής και δεν μπορεί αυτός να αξιώσει εκ νέου την παροχή ή μέρος της από τους λοιπούς συνοφειλέτες.
Εάν, όμως, η παροχή εκπληρωθεί κατά ένα μόνο μέρος, η οφειλή εξακολουθεί να υπάρχει για το ανεκπλήρωτο τμήμα της εις ολόκληρον μεταξύ των οφειλετών. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 416 επ. ΑΚ, προβλέπονται οι τρόποι απόσβεσης της ενοχής. Μεταξύ αυτών είναι και η καταβολή (άρθρο 416 ΑΚ). Τα άρθρα 483 έως 485 ΑΚ καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ' αυτά αναφερόμενων γεγονότων στην περίπτωση που περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.
Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής με καταβολή της από οποιοδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και επομένως αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ' ίσο με την καταβολή μέρος (ΑΠ 630/2015), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 του ΑΚ.
Η τελευταία μάλιστα είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία (ΑΠ 890/2005). Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, όταν ο θάνατος κάποιου προσώπου προήλθε από πράξεις περισσοτέρων προσώπων, τα οποία ενέχονται παθητικώς εις ολόκληρον, τότε κάθε μέλος της οικογένειας του θανόντος έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς απαιτώντας από καθένα ολόκληρη τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη, αφού και στην περίπτωση αυτή υπάρχει ταυτότητα παροχής με την έννοια που αναφέρθηκε, η οποία ουδόλως αναιρείται από το ότι είναι δυνατόν για κάθε υπόχρεο να προσδιοριστεί διαφορετικό ύψος χρηματικής ικανοποίησης, λόγω του ότι τα επιμέρους προσδιοριστικά στοιχεία αυτής είναι πιθανόν να διαφέρουν για κάθε συνυπαίτιο (ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 1823/1981).
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος συνυπαίτιος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, αφού όπως αναφέρθηκε, προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης αποτελεί μόνον η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά και, συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή ουδόλως επηρεάζεται η ουσία, το περιεχόμενο και η έκταση της αξίωσης.
Κατά συνέπεια, εφόσον για έκαστο των συνυπαιτίων και εις ολόκληρον ευθυνομένων προσώπων προσδιοριστεί η οφειλόμενη χρηματική ικανοποίηση, ενιαία ή διαδοχικά, στο αυτό χρηματικό ποσό, υπάρχει πλήρης ταυτότητα παροχής και ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει ολόκληρο το ποσό αυτό από οποιονδήποτε υπόχρεο, ενώ σε περίπτωση που καθοριστεί, ενιαία ή διαδοχικά, ως χρηματική ικανοποίηση διαφορετικό ποσό για έκαστο υπόχρεο, εις ολόκληρον οφειλή υφίσταται μόνο στο βαθμό που οι υποχρεώσεις αλληλοκαλύπτονται, ήτοι μόνο κατά το ποσό που ευθύνονται όλοι οι υπόχρεοι.
Επομένως, στην περίπτωση που κάποιος από τους συνυπόχρεους κατέβαλε το ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση, δεν δικαιούται ο δικαιούχος να στραφεί πλέον για το ποσό αυτό κατά των υπολοίπων, καθώς η καταβολή αναπτύσσει αντικειμενική ενέργεια υπέρ των υπολοίπων συνυπόχρεων, οι οποίοι δικαιούνται να προβάλουν τη σχετική από το άρθρο 483 ΑΚ ένσταση (ΑΠ 328/1981).
Εάν όμως η καταβολή από κάποιο συνοφειλέτη αφορά μέρος της χρηματικής ικανοποίησης, επιφέρει απαλλαγή των λοιπών συνυπόχρεων μόνο κατά το μέρος τούτο και ο δικαιούχος δικαιούται να απαιτήσει από τους συνοφειλέτες το υπόλοιπο μη αποσβεσθέν μέρος της απαίτησής του. Σημειώνεται ότι, εάν δεν έχει καθοριστεί η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβάλει καθένας των συνοφειλετών, το δικαστήριο πρέπει, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, να προσδιορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που είναι εύλογο και στη συνέχεια να κρίνει εάν, με τον αντικειμενικό λόγο που προβάλλεται, έχει αποσβεστεί ολόκληρη η σχετική απαίτηση του δικαιούχου ή απομένει υπόλοιπο που πρέπει να πληρώσει ο συγκεκριμένος οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται αυτός (AΠ 1694/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, και ειδικότερα του δικογράφου της από 25-11-2015 έφεσης της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή προέβαλε, με το δεύτερο λόγο έφεσης, την ένσταση περί ολοσχερούς εξόφλησης των ένδικων απαιτήσεών των αναιρεσειόντων, καθόσον αυτές καλύπτονται από την γενομένη καταβολή σε αυτούς από το Ελληνικό Δημόσιο, ως εις ολόκληρον υποχρέου από την αυτή αδικοπραξία, συνολικού ποσού 929.109,10 ευρώ (για κεφάλαιο, τόκους κλπ), σε εκτέλεση αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της Σ.
Μ. το ποσό των 200.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων και το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων. Από την επισκόπηση δε του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, πέραν των παραδοχών που αναφέρθηκαν παραπάνω, έκρινε ότι η ανωτέρω ένσταση εξοφλήσεως παραδεκτώς προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρο 527 και 269 περ.
γ Κ.ΠολΔ, ως αποδεικνυόμενη από δικαστική ομολογία των αναιρεσειόντων (άρθρ. 261, 352 ΚΠολΔ) που περιλαμβανόταν στις προτάσεις αυτών στην έκκλητη δίκη, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν ειδικώς την εκ μέρους τους είσπραξη από το Δημόσιο των παραπάνω ποσών, τα οποία υπερκαλύπτουν τα επιδικασθέντα από το Εφετείο ποσά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση εξοφλήσεως ως ουσιαστικά βάσιμη και, στη συνέχεια, κατά παραδοχή της έφεσης αυτής (αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (η οποία είχε ήδη εξαφανιστεί ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα κατά τυπική παραδοχή της δικής του έφεσης) και ως προς τους τρεις πρώτους των αναιρεσειόντων και απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους αναιρεσείοντες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση εξόφλησης που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926 και 481 ΑΚ, αφού, με βάση τα ανελέγκτως ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, επήλθε, πράγματι, απόσβεση της ένδικης απαίτησης των αναιρεσειόντων, λόγω καταβολής από το συνυπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο του ποσού της επιδικασθείσας σε αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καθόσον, ειδικότερα το Εφετείο, α) δέχθηκε ότι η ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι τελευταίοι από το θάνατο του συγγενικού τους προσώπου οφείλεται στις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις και παραλείψεις της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων από αυτή οργάνων της (κυβερνήτη και συγκυβερνήτη), οι οποίες συνέβαλαν αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, και ότι ως εκ τούτου δικαιούνται της ανωτέρω επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως από την αναιρεσίβλητη, και β) διέλαβε, με παρεμπίπτουσα κρίση, τις συγκεκριμένες παραλείψεις των οργάνων του (μη διαδίκου) Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες, συνδεόμενες και αυτές αιτιωδώς, παράλληλα με τις παραλείψεις της αναιρεσίβλητης, με την πρόκληση του ατυχήματος και την πρόκληση ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες, θεμελιώνουν την υπαιτιότητά τους στην τέλεση της ένδικης αδικοπραξίας, δεχόμενο, ακολούθως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως ευθυνόμενο εις ολόκληρον έναντι των αναιρεσειόντων από την ίδια ως άνω αδικοπραξία λόγω των εν λόγω παραλείψεων, έχει ήδη καταβάλει στους αναιρεσείοντες, κατά συναγόμενη ομολογία αυτών, ως χρηματική ικανοποίησή τους και για την ίδια ως άνω αιτία, δηλαδή σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής, τα αναφερόμενα ως άνω ποσά, που υπερβαίνουν και καλύπτουν πλήρως το επιδικασθέν σε έκαστο αναιρεσείοντα με βάση την ένδικη αγωγή, χρηματικό ποσό.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού, προβάλλεται, αντίστοιχα, η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, έκανε δεκτή την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση εξοφλήσεως, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, καθόσον α) η ένδικη αδικοπραξία δεν υπάγεται σε κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 926 ΑΚ περιπτώσεις, ειδικότερα δε, αυτή δεν προήλθε από κοινή πράξη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και της αναιρεσίβλητης, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ήταν ικανή και επέφερε αυτοτελώς το επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς δηλαδή την ανάγκη συνδρομής της συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου και, συνεπώς, δεν συντρέχει εις ολόκληρον ευθύνη των ανωτέρω εμπλεκομένων, και β) ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υφίσταται ταυτότητα οφειλής και άρα εις ολόκληρον ευθύνη των ανωτέρω συνυποχρέων, δεδομένου ότι η εισαχθείσα με την ένδικη αγωγή αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως είναι πρόσθετη, συμπληρωματική και ανεξάρτητη της επιδικασθείσας από τα διοικητικά δικαστήριο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφού λόγω του δικονομικού περιορισμού προς άσκηση μιας ενιαίας αγωγής εναντίον όλων των συνυποχρέων και της αδυναμίας των διοικητικών δικαστηρίων να κρίνουν την ευθύνη της αναιρεσίβλητης, δεν κατέστη εφικτός ο προσδιορισμός του συνόλου της δικαιούμενης από αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση το άθροισμα των επί μέρους ποσοστών συνυπαιτιότητας όλων των συνυποχρέων, αλλά ελήφθη υπόψη μόνον το ποσοστό συνυπαιτιότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που ήταν μικρότερο από το αντίστοιχο της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα από την κρίση των διοικητικών δικαστηρίων ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως να έχει εξαιρεθεί το τμήμα εκείνο, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, το οποίο πρέπει να τους επιδικαστεί από τα πολιτικά δικαστήρια.
Ωστόσο, η πρώτη από τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμη, καθόσον, πέραν του ότι στην έννοια της κοινής πράξης εντάσσεται, όπως αναφέρθηκε, και η περίπτωση της ως άνω επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες σωρευτικής αιτιότητας, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το Εφετείο δέχθηκε αφενός μεν ότι η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της ιδίας της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων από αυτή οργάνων "συνέβαλαν αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος και καίρια συνετέλεσαν σε αυτή, ανεξαρτήτως τυχόν συνυπαιτιότητας άλλων εμπλεκομένων στο υπόψη ατύχημα φορέων", αφετέρου δε ότι η καταβολή από το Ελληνικό Δημόσιο της επιδικασθείσας σε βάρος του χρηματικής ικανοποιήσεως έγινε, σύμφωνα και με την παρεμπίπτουσα κρίση του, λόγω παράλληλης συμμετοχής των οργάνων αυτού στην τέλεση της αδικοπραξίας κατ' άρθρο 926 περ.
α'ΑΚ (κοινή πράξη) και, συνακόλουθα, λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης αυτού έναντι των αναιρεσειόντων. Αβάσιμη, επίσης, είναι και η δεύτερη αιτίαση, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η δυνατότητα κοινής εναγωγής των περισσότερων φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για κάθε συνοφειλέτη χωριστά και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη και όταν ο ένας συνυπαίτιος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, οπότε, σε περίπτωση θανάτου, ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποιήσεως έχει τη δυνατότητα να στραφεί διαδοχικά εναντίον καθενός συνυπόχρεου απαιτώντας από τον καθένα, ανεξαρτήτως βαθμού πταίσματος και ποσοστού ευθύνης, ολόκληρη τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη, υφισταμένης και στην περίπτωση αυτή ταυτότητας παροχής (άρθρ. 481 ΑΚ), την οποία (ταυτότητα) και το Εφετείο δέχθηκε, κατά την έρευνα της ένστασης εξόφλησης της αναιρεσίβλητης, στην ένδικη υπόθεση, όπου το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων εισήχθη στο σύνολό της, σε βάρος μεν του Δημοσίου στα διοικητικά δικαστήρια, σε βάρος δε της αναιρεσίβλητης στα πολιτικά, όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης και προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η ταυτότητα δε αυτή της συγκεκριμένης παροχής δεν αναιρείται από το ότι για κάθε υπόχρεο προσδιορίστηκε διαφορετικό ποσό χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως ευθυνόμενο εις ολόκληρον έναντι των αναιρεσειόντων, λόγω της κοινής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων αυτού, με βάση και την παρεμπίπτουσα κρίση για τις παραλείψεις των οργάνων του, κατέβαλε στους αναιρεσείοντες, προς εκπλήρωση της ένδικης παροχής, το ποσό της επιδικασθείας χρηματικής ικανοποίησής τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείοντες, επικουρικά, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη για εκ πλαγίου παραβίαση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης (ανεπάρκεια, αντιφατικότητα αιτιολογιών κλπ).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολ), η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2018 αίτηση των: 1)Χ. Μ., 2)Ε. συζ. Χ. Μ., 3)Αγγελικής Χ.Μ. και 4)Α. Λ., για αναίρεση της 2812/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ