Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague payment claim not supported by evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to admit a vague claim of payment. The appellant argued that the lower court erred by accepting a payment defense without specific details on amounts and dates, citing Article 559(14) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the appellant's written submissions failed to provide the necessary particulars to substantiate the claim, rendering it inadmissible for judicial assessment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 528 KPolD; Art. 559(14) KPolD: A claim for payment is inadmissible if it lacks specific details on amounts and dates, preventing judicial evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1170 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1170/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι Παπαστεργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Οικονομίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 213/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 20-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, (όπως ίσχυσε κατά την προκειμένη περίπτωση) μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ. 2 Ν 3494/2011 (ΦΕΚ Α 165), "αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.
Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Στην περίπτωση αυτή, με την τυπική παραδοχή της έφεσης εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση γίνεται πλέον προφορικά.
Στα πλαίσια της προφορικής συζήτησης που ισχύει πλέον σ’ όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της κατηργημένης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, που μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου, νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα για λόγους οικονομίας της δίκης, εξετάζονται και οι μάρτυρες σ’ αυτή την ίδια συζήτηση (ΑΠ 251/2009, ΑΠ 1015/2005, ΑΠ 2150/2014).
Κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξης, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.33 ΑΚ, 323 αριθ.5, 897 αριθ.6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει τους κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στην Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΟλΑΠ 4/2012, 14/15, 15/2000, ΑΠ 312/2016) και συνεπώς, οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 312/2016, 1321/2015).
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, αναφέρεται σ’ όλους τους λόγους αναίρεσης και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτών, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ’ αυτό, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο ουσίας και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της, περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ’ αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα που αναφέρονταν σ’ αυτήν (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 45/2016).
Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αοριστία πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ) πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο πέραν της συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να παρατίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δεν αρκεί αποσπασματική παράθεση αυτών (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 625/2016, ΑΠ 787/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την αγωγή, επί της οποίας η προσβαλλόμενη ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσφορά εργασίας στον εναγόμενο, ως περιοδεύων πωλητής από 21-4-2009 έως την κατά την 31-5-2012 καταγγελία αυτής, αντί συμβατικών μηναίων αποδοχών 1.100 ευρώ, πλέον συμφωνημένης ημερήσιας αποζημίωσης 100 ευρώ για τις εκτός Θεσσαλίας μετακινήσεις του και 500 ευρώ το μήνα για έξοδα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, τη χρήση του οποίου του είχε παραχωρήσει ο εναγόμενος ζήτησε ν’ αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος του οφείλει το συνολικό ποσό των 62.958 ευρώ και συγκεκριμένα: 1) για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, άδειας και επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2010 έως 31-5-2012, το ποσό των 38.500 (35Χ1100) ευρώ 2) για αποζημίωση 162 συνολικών εκτός έδρας διανυκτερεύσεων του 16.200 ευρώ (162Χ100 ευρώ), για υπερεργασιακή κατ’ αυτές απασχόληση το ποσό των 6.658,20 ευρώ και για συμφωνημένα έξοδα αυτοκινήτου το ποσό των 13.500 ευρώ (27 μήνες Χ500 ευρώ) δηλ.
συνολικά 36.358 ευρώ, έναντι των οποίων του κατέβαλε 11.900 και του οφείλει 24.458,20 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως βάσιμη, πλην του κονδυλίου της υπερεργασιακής απασχόλησης το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 38.500 ευρώ για το πρώτο κονδύλιο και 17.800 ευρώ για το δεύτερο κονδύλιο, με το νόμιμο τόκο κατά τα καθοριζόμενα σ’ αυτή.
Κατά της απόφασης αυτής, ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος άσκησε την από 30-4-2013 έφεση με την οποία, αμυνόμενος το πρώτο κατά της αγωγής, αφού πρώτα αρνήθηκε αιτιολογημένα το περιεχόμενο αυτής προέβαλε ειδικότερα με τους λόγους της πλήρη εξόφληση των αποδοχών του ενάγοντος, του τιμήματος του αγορασθέντος πετρελαίου για την κίνηση του αυτοκινήτου, των διοδίων και των άλλων εξόδων και ότι "ουδέν οφείλει" σ’ αυτόν, εκθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι "μικτές" μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ορίστηκαν συμβατικά:
α) από 21-4-2009 έως 2-11-2009 στο ποσό των 1042,71 ευρώ, β) από 3-11-2009 έως και 9-11-2011 στο ποσό των 1085,46 ευρώ και από 10-11-2011 έως 31-5-2012 στο ποσό των 1114,38 ευρώ. Ότι, κατά την πρόσληψη του τήρησε όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες νόμιμες διατυπώσεις και συμφώνησαν να περιοδεύει εντός του νομίμου ωραρίου του στις πόλεις του νομού Θεσσαλίας, όπου κατοικεί ο ενάγων ως και κυρίως στους άμεσα προσβάσιμους προς αυτόν νομούς, όπως Γρεβενών, Κοζάνης, Καστοριάς, Λαμίας, Εύβοιας προς εύρεση νέων πελατών και επίσκεψη των ήδη υπαρχόντων για λήψη παραγγελιών, ως και σε είσπραξη του τιμήματος των πωλουμένων.
Ότι, μια φορά κάθε εβδομάδα ο εναγόμενος μετέβαινε από το Κιλκίς, στη Λάρισα για μεταφορά των προϊόντων του όπου συναντούσε τον ενάγοντα, ενημερώνετο για την πρόοδο των εργασιών και προέβαιναν σε πλήρη εκκαθάριση των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων, επειδή δε ο ενάγων σπανίως προσήρχετο στην έδρα της επιχείρησης του εναγομένου στο Κιλκίς και λόγω προηγηθείσας παλαιότερης γνωριμίας τους, δεν τον υποχρέωνε σε υπογραφή των καθ’ έκαστο μήνα εκδιδομένων αποδείξεων πλήρους καταβολής σε αυτόν των νομίμων αποδοχών και εξόδων του, όπως τούτο συνέβη και κατά το έτος 2009, για το οποίο όμως ο ενάγων ουδεμία αξίωση εγείρει., αλλ’ αντιθέτως δέχεται την καταβολή τους.
Ότι, για τις επίδικες διαφορές ο ενάγων ζήτησε και έλαβε βεβαιώσεις των μηνιαίων αποδοχών του, τις οποίες δήλωσε επί της φορολογικής του δήλωσης και φορολογήθηκε γι’ αυτές, καθώς επίσης ότι καταβλήθηκαν πλήρως στο οικείο ασφαλιστικό ταμείο και οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές του, για όλο το διάστημα.
Ότι, ουδεμία διαφορά δημιουργήθηκε μεταξύ των κατά την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, κατά την οποία ο εναγόμενος τήρησε όλα τα διαγραφόμενα από το νόμο και ο ενάγων υπέγραψε ότι ουδεμία απαίτηση έχει σε βάρος του, ενώ ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε πριν την άσκηση της αγωγής για οποιαδήποτε μεταξύ τους διαφορά από τη σύμβαση εργασίας.
Με βάση τα ανωτέρω ισχυρίσθηκε ότι έχει εξοφληθεί πλήρως για τις ένδικες αξιώσεις, ότι "ουδέν οφείλει στον εφεσίβλητο" και επικουρικά ότι από το συμβατικό μισθό πρέπει να αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές κρατήσεις μηνιαίως που βάρυναν τον ενάγοντα, σε τρόπο ώστε κατά το ένδικο διάστημα οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανήρχοντο σε 858, 93 ευρώ, ενώ το αγωγικό κονδύλιο των εκτός έδρας μεταβάσεων έπρεπε ν’ απορριφθεί ως αόριστο, λόγω μη προσδιορισμού των τόπων μεταβάσεως του, καθώς και εκείνο των 500 ευρώ μηνιαίως για έξοδα του αυτοκινήτου, τα οποία ουδόλως προσδιορίζει, ενώ σε κάθε περίπτωση ότι τα έξοδα συντηρήσεως του αυτοκινήτου κατέβαλε ο εναγόμενος τα δε έξοδα κινήσεως του παρακρατούνταν από τον ενάγοντα κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο προέβαλε προφορικά με καταχώρηση στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά, μεταξύ άλλων, τους ταυτόσημους με το περιεχόμενο της έφεσης του ισχυρισμούς περί αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου για την εκτός έδρας αποζημίωση, περί πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης του κονδυλίου εξόδων αυτοκινήτου καθώς επίσης περί πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος.
Ακολούθως, με τις έγγραφες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αμυνόμενος κατά της αγωγής ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι "ουδέποτε συμφωνήθηκε αποζημίωση 100 ευρώ για την εκτός έδρας μετάβαση...", ότι "η δική του υποχρέωση συνίστατο στην καταβολή των εξόδων.. καυσίμου, διοδίων ...που θα πραγματοποιούντο εξαιτίας και λόγω της εργασίας του αποκλειστικά..
με την παράδοση των αντιστοίχων αποδείξεων καταβολής τους", ότι "είναι αβάσιμο το κονδύλιο των 500 ευρώ μηνιαίως για έξοδα αυτοκινήτου", ότι ο ίδιος (εναγόμενος) επιβαρυνόταν με τις δαπάνες "service" του αυτοκινήτου, προς απόδειξη των οποίων με επίκληση προσκομίζει εξοφλημένα τιμολόγια και αποδείξεις της εταιρείας ...
ΑΕ για τα έτη 2010-2012 και προέβαλε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των εξόδων αυτοκινήτου και εξόδων διανυκτέρευσης, που δεν ξεπερνούσαν τις δέκα κατά το ένδικο διάστημα, επικαλούμενος προς τούτο ότι κατέβαλε το συνομολογηθέν και με τη αγωγή ποσό των 11.900 ευρώ ήτοι 410 ευρώ κατά μήνα (εξών κατά μέσο όρο κατά μήνα 100- 200 ευρώ για την προμήθεια καυσίμου, ήτοι πετρελαίου, 100 ευρώ για διόδια, 100 ευρώ για σίτιση).
Επίσης προέβαλε ένσταση πλήρους εξόφλησης των μηνιαίων μισθών και εν γένει δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος επικαλούμενος ότι: "ο συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός του ενάγοντος δεν ανερχόταν στο ποσό των 1.100, αλλά σε μικτό μηνιαίο μισθό 1.042,71 ευρώ...", τον οποίο κατέβαλε ότι ομοίως "έχει καταβάλλει τις αντίστοιχες εισφορές στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος (ΙΚΑ)..." προσκομίζοντας με επίκληση προς τούτο τις αντίστοιχες βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας του, ότι ο ενάγων "...ήδη είχε αποδεχθεί και υπογράψει τις αναλυτικές καταστάσεις βεβαίωσης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, οπότε τεκμαίρεται η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση του μηνιαίου καταβαλλόμενου μισθού του", ότι επίσης προσκομίζει με επίκληση:
α) "τις αποδείξεις πληρωμής των αποδοχών του έτους 2010 (σχετικά 28-40) που αντίγραφο τους παρέδωσε στον εφεσίβλητο για να λάβει γνώση του μηνιαίου μισθού του, των νομίμων κρατήσεων κτλ και κατέβαλε αυτές, όπως ορίζονται στις ανωτέρω αποδείξεις, πλήρως και ολοσχερώς..." β) "τις αποδείξεις πληρωμής των αποδοχών του έτους 2011 (σχετικά 41-51) καθώς και τις αποδείξεις των μηνών Ιανουαρίου 2012, Φεβρουαρίου 2012, Μαρτίου 2012 και Απριλίου 2012 (σχετικά 52-55) που επίσης κατέβαλε πλήρως και ολοσχερώς..." γ) "απόδειξη πληρωμής αποδοχών του μηνός Φεβρουαρίου 2011..." δ) "αποδείξεις πληρωμής μηνιαίου μισθού του Μαΐου 2012...
επιδόματος αδείας 2012... δώρου Χριστουγέννων 2012...", δ) "καταθετήρια της ...ς Τράπεζας της Ελλάδος που...αφορούν καταβολή δεδουλευμένων και τυχόν έξοδα...(σχετικά αρ. ...)" ε) αποδείξεις είσπραξης του τιμήματος των προϊόντων έτους 2010, που πραγματοποίησε ο ενάγων από πελάτες του (εναγομένου) με δικές του χειρόγραφες σημειώσεις για την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων τους, παραθέτοντας στη συνέχεια τις ημερομηνίες εκδόσεως τους και τον αριθμό του προσκομιζομένου σχετικού εγγράφου, όπως ενδεικτικά: "την 29-1-2010 (...), την 5-2-2010 (σχετικό ...)....", στ) αποδείξεις είσπραξης είτε μετρητών, είτε επιταγών που πραγματοποίησε ο ενάγων το έτος 2011, με δικές του (εναγομένου) χειρόγραφες σημειώσεις με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων τους και την καταβολή στον ενάγοντα των δεδουλευμένων αποδοχών του και των εξόδων, παραθέτοντας στη συνέχεια τις ημερομηνίες εκδόσεως τους και τον αριθμό του προσκομιζομένου σχετικού εγγράφου (από ...
έως ...), ζ) "ομοίως τις αποδείξεις του έτους 2012...(σχετ. ...). Ο ενάγων ως εφεσίβλητος, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, το πρώτον προέβαλε ότι η εν λόγω ένσταση εξοφλήσεως έπασχε αοριστίας, ως μη περιλαμβάνουσα τα οριζόμενα κατά νόμο (άρθρο 416 ΑΚ), αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτές και έπρεπε για την αιτία αυτή ν’ απορριφθεί.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη: α) δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση "εφόσον με το εφετήριο υποβάλλονται προτάσεις επί της ουσίας της αγωγής αρνητικές της βασιμότητας της" εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κράτησε και αναδίκασε την υπόθεση και ερεύνησε την αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της β) δέχθηκε (και) τα ακόλουθα ουσιώδη, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Ο εναγόμενος διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας ζωοτροφών ...
στο ... Κιλκίς. Ενόψει του ότι μεγάλο μέρος των προϊόντων του διέθετε σε πελάτες - γεωργοκτηνοτρόφους στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας, στις 21-4-2009 προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Λάρισα, ως περιοδεύοντα πωλητή των προϊόντων εμπορίας του... Με την πρόσληψη του ενάγοντος στόχευε και στην αύξηση της πελατείας του στη συγκεκριμένη περιοχή, αφού ο ενάγων επί εικοσαετία και πλέον προηγουμένως είχε το ίδιο αντικείμενο εργασίας...διέθετε ως εκ τούτου εμπειρία και προσωπικά γνώριζε πολλούς κτηνοτρόφους στην περιοχή αυτή ... (διανύων) τότε το 61ο έτος της ηλικίας του...με τη συμφωνία να του καταβάλει μηνιαίο μισθό 1100 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών του εισφορών και όλα τα έξοδα για τις μετακινήσεις του.
Για τις αναγκαίες συνεχείς μετακινήσεις του ... ο εναγόμενος παρεχώρησε σ’ αυτόν τη χρήση του ....αυτοκινήτου του ... πετρελαιοκίνητου ... που είχε τεθεί το πρώτο σε κυκλοφορία στις 20-3-2009, το οποίο ο ενάγων χρησιμοποιούσε όχι μόνο για τις ανάγκες της εργασίας του, αλλά και για προσωπική του χρήση, η δε δαπάνη καυσίμων αυτού καταβαλλόταν στο σύνολο της από τον εναγόμενο...Ο ενάγων σπανίως μετέβαινε ...
στο ... Κιλκίς, αλλά συναντούσε τον εναγόμενο στη διαδρομή αυτού προς διάφορες πόλεις της Θεσσαλίας για να παραδώσει το εμπόρευμα στους πελάτες. Στις συναντήσεις τους αυτές που πραγματοποιούνταν είτε σε καφενεία, είτε στις μονάδες πελατών, ο ενάγων ενημέρωνε τον εναγόμενο για την πορεία των εργασιών ...
και προέβαιναν σε εκκαθάριση των μεταξύ τους συμβατικών υποχρεώσεων, ήτοι ο ενάγων παρέδιδε τις εισπράξεις, μετρητά ή επιταγές που είχε λάβει από πελάτες...παρακρατώντας το μισθό του και τα έξοδα κίνησης... (αγορά πετρελαίου κίνησης του αυτοκινήτου, διόδια) και τυχόν άλλα έξοδα σχετικά με την παροχή εργασίας του, όπως διατροφή αλλά και έξοδα διανυκτέρευσης στις σπάνιες φορές που αυτό συνέβαινε.
Μάλιστα αρκετές φορές ο ενάγων δεν είχε και τις σχετικές αποδείξεις εξόδων και υπολόγιζαν αυτά κατά προσέγγιση. Κάθε φορά πρόχειρα ο εναγόμενος είτε στο πίσω μέρος κάποιας απόδειξης είσπραξης, είτε σε κάποιο απλό χαρτί ιδιοχείρως σημείωνε το σύνολο του χρηματικού ποσού που ελάμβανε ο ενάγων έναντι του μισθού και των εξόδων του...
Όταν ο ενάγων δεν είχε προβεί σε εισπράξεις, ο εναγόμενος κατέθετε κάποια ποσά στον μέχρι τέλος του 2011 κοινό λογαριασμό του ενάγοντος και της συζύγου του στην ... Τράπεζα και από το έτος του 2012 στον ατομικό λογαριασμό αυτού στην ίδια Τράπεζα, έναντι των εξόδων στα οποία αυτός είχε υποβληθεί. Η συνεργασία των διαδίκων κατά τον άνω εκτιθέμενο τρόπο εξελισσόταν μέχρι στις 31-5-2012, οπότε ο εναγόμενος λόγω μείωσης των πωλήσεων του ενάγοντος και αντίστοιχα των εσόδων της επιχείρησης του ...
κατήγγειλε νομίμως τη σύμβαση εργασίας του ... Παράλληλα την ίδια ημέρα κατέβαλε σ’ αυτόν το υπόλοιπο κανονικών αποδοχών του μηνός Μαΐου 2012 και τις αποδοχές αδείας ίδιου έτους...το αναλογούν σ’ αυτόν ποσό του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012 και το επίδομα αδείας έτους 2012...ο ίδιος συνομολόγησε ότι έλαβε τα άνω ποσά.
Επίσης ... συνομολόγησε ότι στο συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό του των 1.100 ευρώ συμπεριλαμβάνονταν και οι ασφαλιστικές του εισφορές, οι οποίες όλες έχουν καταβληθεί νομίμως στο ΙΚΑ όπως προκύπτει από τα έγγραφα ασφαλιστικής ενημερότητας της επίμαχης χρονικής περιόδου που προσκομίζει ο εργοδότης του. Συνεπεία της από πολλών ετών...γνωριμίας μεταξύ των διαδίκων και της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και ...
του ότι ο ενάγων σπάνια μετέβαινε στο ..., όπου και το λογιστήριο της επιχείρησης, δεν υπέγραφε τις αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του. Ανυπόγραφες είναι και όλες οι αποδείξεις πληρωμής αποδοχών αυτού του έτους 2009, την καταβολή των οποίων όμως δεν αξιώνει, είναι δε υπογεγραμμένη μόνον η απόδειξη πληρωμής αποδοχών αυτού του Φεβρουαρίου 2011, την επί της οποίας όμως υπογραφή του αμφισβήτησε ...
Ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, μετά από αφαίρεση των αποδιδόμενων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών και του ...Φ.Μ.Υ. για όλη την επίδικη περίοδο κυμαινόταν από 902 ευρώ κατά τη διάρκεια του έτους 2010...κατά μέσο όρο 890 ευρώ κατά τη διάρκεια του έτους 2011 και 859 ευρώ το έτος 2012...Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά το από 1-1-2010 έως και 31-5-2012 χρονικό διάστημα ...
ουδέν ποσό έλαβε έναντι των δεδουλευμένων αποδοχών του 29 μηνών, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας...καθώς και αποδοχές αδείας έτους 2012 και ότι του οφείλεται το συνολικό ποσό των 38.500 (35 μισθοί Χ 1.100 ευρώ) αποδεικνύεται αβάσιμος. Κατ’ αρχή αιτείται την καταβολή ακόμη και των αποδοχών Μαΐου 2012, των αποδοχών αδείας ίδιου έτους, καθώς και το επίδομα αδείας και ολόκληρο το επίδομα εορτών Χριστουγέννων του ίδιου έτους, παρότι ...
κατά την 31-5-2012 οπότε κατηγγέλθη η σύμβαση εργασίας του και του κατεβλήθη η αποζημίωση απολύσεως, έλαβε το υπόλοιπο αποδοχών του τελευταίου μήνα εργασίας του που του οφειλόταν καθώς και το αναλογούν ποσό των ανωτέρω επιδομάτων και αποδοχών αδείας έτους 2012 και υπέγραψε τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής.
Επί πλέον υπολογίζει ότι θα έπρεπε να λαμβάνει καθαρά 1100 ευρώ το μήνα, παρότι ... ο ίδιος συνομολόγησε ότι στο ανωτέρω ποσό θα συμπεριλαμβάνονταν και οι ασφαλιστικές εισφορές. Στην ανωτέρω κρίση οδηγείται το Δικαστήριο από την κατάθεση ... όσο και τις ένορκες βεβαιώσεις των...Οι σαφείς και πειστικές καταθέσεις των ανωτέρω ενισχύονται και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα τις αποδείξεις είσπραξης του τιμήματος των πωλουμένων προϊόντων από πελάτες της επιχείρησης, που πραγματοποιούσε ο ενάγων και παρέδιδε στον εναγόμενο, στο πίσω μέρος πολλών εξ αυτών ή σε χωριστό πρόχειρο σημείωμα ιδιοχείρως, κάθε φορά ο εναγόμενος ανέγραφε το συνολικό ποσό χρημάτων που ελάμβανε ο ενάγων έναντι του μισθού και των εξόδων κίνησης του ...
Αθροιζόμενα τα επί μέρους ποσά που ελάμβανε ο ενάγων, μετά την εκκαθάριση των λογαριασμών τους, κατά τη διάρκεια των προαναφερομένων συναντήσεων τους, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια του 2010 έλαβε το συνολικό ποσό των 15.630 ευρώ, κατά τη διάρκεια του 2011 έλαβε το συνολικό ποσό των 17.037 ευρώ και μέχρι το Μάϊο του 2012 έλαβε το ποσό των 10.052 ευρώ.
Στα ανωτέρω ποσά θα πρέπει να προστεθούν και τα χρήματα που κατατέθηκαν στο λογαριασμό του ενάγοντος στην ... Τράπεζα (βλ. προσκομιζόμενες αποδείξεις) ήτοι 1010 ... του διαστήματος από 17-6-2011 έως και 5-10-2011 τα οποία προφανώς καταβλήθηκαν προς κάλυψη εξόδων του ενάγοντος καθώς και 500 ευρώ στις 25-1-2012 και 300 ευρώ στις 6-8-2012.
Αποδεικνύεται συνεπώς ότι ο ενάγων έλαβε από τον εργοδότη του για τις υπηρεσίες που του προσέφερε καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 44.529 ευρώ (15630+17037+10052+1010+500+300) πλέον των όσων έλαβε στις 31-5-2012... Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτού, έστω υπολογιζόμενες με το ανώτερο ποσό των 890 ευρώ για όλο το επίδικο διάστημα Ιανουαρίου 2010 έως και Μαΐου 2012, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας των ετών 2010 και 2011 ανέρχονται σε 29.370 ευρώ (33 μηνιαίοι μισθοί Χ 890).
Απομένει ως εκ τούτου επί πλέον ποσό 15.159 ευρώ(44.529 - 29.370) που αντιστοιχεί σε 523 ευρώ το μήνα, το οποίο δόθηκε προς κάλυψη των εν γένει εξόδων του ενάγοντος, όπως αυτά κάθε φορά υπολογίζονταν, για δαπάνες καυσίμων, σέρβις του αυτοκινήτου, διόδια καθώς και έξοδα διατροφής και διανυκτέρευσης εκτός έδρας του ενάγοντος στις σπάνιες φορές μετακίνησης του σε μακρινούς προορισμούς, όπως π.χ.
στις 6-2-2011 στο Ν. Ηλείας, στις 11 και 12.5.2011 στην Ξάνθη, Ροδόπη και Σέρρες στις 15-3-2011 στην Καβάλα και στις 20-12-2010 στη Χαλκίδα... Το ΙΧΕ αυτοκίνητο που ο εναγόμενος παραχώρησε στον ενάγοντα ...ήταν καινούργιο και πετρελαιοκίνητο ... έγιναν τρία σέρβις ... ήτοι στις 13-9-2010, στις 23-3-2011 και στις 21-5-2012 και στοίχισαν εν συνόλω το ποσό των 612 ευρώ, που κατέβαλε ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και Τιμολόγια της ΑΕ ......Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα ενισχύεται και από το γεγονός ότι στις 31-5-2012, οπότε έλαβε χώρα η απόλυση του ενάγοντος οι σχέσεις των διαδίκων δεν διαταράχθηκαν, αλλά ο τελευταίος παρέδωσε στον ενάγοντα μετρητά και επιταγές πελατών....(και) ο εναγόμενος στις 6-8-2012 κατέθεσε στο λογαριασμό του ενάγοντος στην ...
Τράπεζα το τελευταίο ποσό των 330 ευρώ έναντι των εξόδων του Δυσχερώς, εκ τούτου μπορεί να κριθεί ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός που προβάλλει ο ενάγων ότι καθόλο το χρόνο που προσέφερε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο έλαβε μόνον έναντι μέρους των εξόδων κίνησης του το ποσό των 11.900 ευρώ, όπως υποστηρίζει, διότι, κατά τη συμφωνία τους επιθυμούσε να λάβει το σύνολο των οφειλομένων σ’ αυτόν στο τέλος του εργασιακού του βίου ...
το τέλος του 2012 ως μια μορφή εφάπαξ...Ούτε μπορεί να κριθεί ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια και μάλιστα κατά την ... τελευταία τριετία της οικονομικής κρίσης, οπότε είναι εξαιρετικά αβέβαιο το οικονομικό μέλλον οποιασδήποτε επιχείρησης ότι κάποιος μισθωτός θα συναινούσε στο να μη λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές του από τον εργοδότη του, με σκοπό να του καταβληθούν αυτές μετά το πέρας της σύμβασης εργασίας του ...
Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα...κρίνεται ότι θα πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση εξόφλησης που προβάλλει ο εναγόμενος και ν’ απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν...". Με τους λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ως ορισμένη την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και επί πλέον ότι για την παραδοχή της ενστάσεως αυτής έλαβε υπόψη στοιχεία που δεν επικαλέσθηκε ο εναγόμενος.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ρηθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι: α) αν και η υπόθεση εξετάστηκε στην ουσία ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο αυτούσιες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αλλά μόνο αποσπασματικές παραδοχές της και συγκεκριμένα μόνο το εκτεθέν τμήμα αυτής κατά το οποίο "Αθροιζόμενα τα επί μέρους ποσά που ελάμβανε ο ενάγων μετά την εκκαθάριση των λογαριασμών τους κατά τη διάρκεια των προαναφερομένων συναντήσεων τους, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια του έτους 2010 έλαβε το συνολικό ποσό των 15.630 ευρώ, κατά τη διάρκεια του 2011 έλαβε το συνολικό ποσό των 17.037 ευρώ και μέχρι το Μάϊο του 2012 έλαβε το ποσό των 10.052 ευρώ.
Στα ανωτέρω ποσά θα πρέπει να προστεθούν και τα χρήματα που κατατέθηκαν στο λογαριασμό του ενάγοντος στην ... Τράπεζα (βλ. προσκομιζόμενες αποδείξεις) ήτοι 1010 ... του διαστήματος από 17-6-2011 έως και 5-10-2011 τα οποία προφανώς καταβλήθηκαν προς κάλυψη εξόδων του ενάγοντος καθώς και 500 ευρώ στις 25-1-2012 και 300 ευρώ στις 6-8-2012.
Αποδεικνύεται συνεπώς ότι ο ενάγων έλαβε από τον εργοδότη του για τις υπηρεσίες που του προσέφερε καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 44.529 ευρώ (15630 + 17037+ 10052 + 1010 +500+300) πλέον των όσων έλαβε στις 31-5-2012... Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτού, έστω υπολογιζόμενες με το ανώτερο ποσό των 890 ευρώ για όλο το επίδικο διάστημα Ιανουαρίου 2010 έως και Μαΐου 2012, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας των ετών 2010 και 2011 ανέρχονται σε 29.370 ευρώ (33 μηνιαίοι μισθοί Χ 890).
Απομένει ως εκ τούτου επί πλέον ποσό 15.159 ευρώ(44.529 - 29.370) που αντιστοιχεί σε 523 ευρώ το μήνα, το οποίο δόθηκε προς κάλυψη των εν γένει εξόδων του ενάγοντος, όπως αυτά κάθε φορά υπολογίζονταν, για δαπάνες καυσίμων, σέρβις του αυτοκινήτου, διόδια καθώς και έξοδα διατροφής και διανυκτέρευσης εκτός έδρας του ενάγοντος στις σπάνιες φορές μετακίνησης του σε μακρινούς προορισμούς, όπως π.χ.
στις 6-2-2011 στο Ν. Ηλείας, στις 11 και 12.5.2011 στην Ξάνθη, Ροδόπη και Σέρρες στις 15-3-2011 στην Καβάλα και στις 20-12-2010 στη Χαλκίδα", χωρίς να διαλάβει και τις λοιπές κρίσιμες εκτεθείσες ως άνω σχετικές παραδοχές της που στηρίζουν αυτοτελώς την κρίση της περί αβασιμότητας των ενδίκων αξιώσεων κατά παραδοχή και της ρηθείσας ένστασης, όπως μεταξύ άλλων εκείνες κατά τις οποίες: "Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά το από 1-1-2010 έως και 31-5-2012 χρονικό διάστημα...ουδέν ποσό έλαβε έναντι των δεδουλευμένων αποδοχών του 29 μηνών, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας...καθώς και αποδοχές αδείας έτους 2012 και ότι του οφείλεται το συνολικό ποσό των 38.500 (35 μισθοί Χ 1.100 ευρώ) αποδεικνύεται αβάσιμος.
Κατ’ αρχή αιτείται την καταβολή ακόμη και των αποδοχών Μαΐου 2012, των αποδοχών αδείας ίδιου έτους, καθώς και το επίδομα αδείας και ολόκληρο το επίδομα εορτών Χριστουγέννων του ίδιου έτους, παρότι ... κατά την 31-5-2012 ... έλαβε το υπόλοιπο αποδοχών του τελευταίου μήνα εργασίας του που του οφειλόταν καθώς και το αναλογούν ποσό των ανωτέρω επιδομάτων και αποδοχών αδείας έτους 2012 και υπέγραψε τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής...
ο ίδιος συνομολόγησε ότι έλαβε τα άνω ποσά ... Επί πλέον υπολογίζει ότι θα έπρεπε να λαμβάνει καθαρά 1100 ευρώ το μήνα, παρότι ... ο ίδιος συνομολόγησε ότι στο ανωτέρω ποσό θα συμπεριλαμβάνονταν και οι ασφαλιστικές εισφορές ... οι οποίες όλες έχουν καταβληθεί...". "Το ΙΧΕ αυτοκίνητο που ο εναγόμενος παραχώρησε στον ενάγοντα ...
ήταν καινούργιο και πετρελαιοκίνητο ... έγιναν τρία σέρβις ... ήτοι στις 13-9-2010, στις 23-3-2011 και στις 21-5-2012 και στοίχισαν εν συνόλω το ποσό των 612 ευρώ, που κατέβαλε ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και Τιμολόγια της ΑΕ ......". "Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα ενισχύεται και από το γεγονός ότι στις 31-5-2012, οπότε έλαβε χώρα η απόλυση του ενάγοντος οι σχέσεις των διαδίκων δεν διαταράχθηκαν, αλλά ο τελευταίος παρέδωσε στον ενάγοντα μετρητά και επιταγές πελατών ... (και) ο εναγόμενος στις 6-8-2012 κατέθεσε στο λογαριασμό του ενάγοντος στην ...
Τράπεζα το τελευταίο ποσό των 330 ευρώ έναντι των εξόδων του. Δυσχερώς, εκ τούτου μπορεί να κριθεί ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός που προβάλλει ο ενάγων ότι καθόλο το χρόνο που προσέφερε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο έλαβε μόνον έναντι μέρους των εξόδων κίνησης του το ποσό των 11.900 ευρώ, όπως υποστηρίζει, διότι, κατά τη συμφωνία τους επιθυμούσε να λάβει το σύνολο των οφειλομένων σ’ αυτόν στο τέλος του εργασιακού του βίου ...
το τέλος του 2012 ως μια μορφή εφάπαξ...", β) ως εκ της αναδικασθείσας ενώπιον του εφετείου προκειμένης υποθέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και της προφορικής συζήτησης αυτής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που ισχύει πλέον σ’ όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή, ο αναιρεσείων, αν και ώφειλε, δεν επικαλείται νόμιμη και παραδεκτή εκ μέρους του προβολή επ’ ακροατηρίω του περί αοριστίας της ρηθείσας ένστασης ισχυρισμού, παρότι με το εισαγωγικό δικόγραφο ήτοι την έφεση, ο εκκαλών - εναγόμενος προέβαλε την εν λόγω ένσταση, τα οποία ομοίως επαναλαμβάνονται και στο αναιρετήριο.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, ορθώς δέχθηκε ως παραδεκτή και ορισμένη την εν λόγω ένσταση, στην οποία δεν διαλαμβάνετο κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον ενάγοντα αλλά καθορίζονταν οι συγκεκριμένες προς τούτο αιτίες, κατά τα εκτεθέντα, ουδόλως δε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ’ αυτό αναιρετικές πλημμέλειες.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά το άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Αν η ένσταση δεν περιλαμβάνει τα προπαρατεθέντα στοιχεία (η έλλειψη των οποίων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων) είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., κατά την οποία "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή", προκύπτει ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως για να είναι ορισμένη ειδικότερα η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας με την επίκληση σχετικής έγγραφης αποδείξεως του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του (εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής) αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959).
Για το λόγο άλλωστε αυτό με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (Α.Π. 178/2010).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 ν. 3994/2011, "Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.
Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη ρητή σχετική αναφορά στην πιο πάνω διάταξη, προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες, άρα και σε εκείνη των εργατικών διαφορών, όπως άλλωστε γινόταν ερμηνευτικά δεκτό και πριν από την κατά τ’ ανωτέρω αντικατάστασή της (Α.Π. 1906/2008).
Εξ άλλου από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνες των άρθρων 115 παρ. 2, 242 παρ. 2, 270 παρ. 1 (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο ν. 4335/2015), 524 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, η συζήτηση στο εφετείο είναι υποχρεωτικά προφορική (Α.Π. 845/2012).
Τούτο όμως δεν έχει την έννοια ότι ενώπιον του εφετείου είναι υποχρεωτική η καταχώρηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων στα πρακτικά, όπως συμβαίνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η καταχώρηση επιβάλλεται εκ του ότι ενώπιόν του δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (σχετ.
Α.Π. 72/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της από 30-4-2013 εφέσεώς του ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είχε δικαίωμα να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, εξέθεσε, κατά πιστή αντιγραφή από το εφετήριο, τα εξής: "Όπως διαλαμβάνομαι και στο ιστορικό της παρούσης ο εφεσίβλητος προσελήφθη στην επιχείρησή μου από τον Μήνα Απρίλιο του έτους 2009.
Η επιχείρησή μου τήρησε όλες τις νόμιμες διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος για την πρόσληψη του εργαζομένου, ασφαλίστηκε στο οικείο ασφαλιστικό ταμείο και η επιχείρηση έχει καταβάλλει προσηκόντως, εμπροθέσμως, πλήρως και ολοσχερώς τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του εφεσιβλήτου. Για τους οχτώ μήνες του έτους 2009, για τους οποίους ο εφεσίβλητος αναγνωρίζει ότι του καταβλήθηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του και πάλι δεν είχε υπογράψει τις αντίστοιχες αποδείξεις καταβολής.
Για τα έτη 2010, 2011 και τους πέντε μήνες του έτους 2012 ζήτησε ο εφεσίβλητος και του δόθηκαν από εμένα βεβαιώσεις των αποδοχών του, τις οποίες τις δήλωσε επί της φορολογικής του δήλωσης και φορολογήθηκε (ή μέλλον φορολογηθεί για τις αποδοχές του έτους 2012), ενώ είχε την δυνατότητα για τα έτη 2010, 2011 να δηλώσει ότι δεν του καταβλήθηκαν και να μην φορολογηθεί γι’ αυτές.
Επί χρονικό διάστημα δυόμιση ετών εργάζονταν στην επιχείρησή μου και δεν αμείβονταν. Εκτός του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να βιοποριστεί ούτε ο ίδιος, ούτε η οικογένειά του, κατάπληξη προξενεί το γεγονός ότι δεν αποχώρησε από την εργασία του, δεν κατήγγειλε την αντισυμβατική συμπεριφορά μου στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας, δεν προχώρησε σε επίσχεση εργασίας που δικαιούται, όντας εργαζόμενος και μη αμειβόμενος για την εργασία του.
Κατάπληξη μέγιστη αποτελεί και το γεγονός ότι εισέπραττε και διακινούσε κατά μέσο όρο ποσά πάνω από 5.000,00-10.000,00 ευρώ της επιχείρησης κάθε μήνα και όντας απλήρωτος δεν παρακρατούσε σύννομα τα ποσά που υποτίθεται του οφείλαμε από τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Την 31-05-2012, την ημέρα της καταγγελίας της εργασιακής μας σχέσης, ενώ ήμουν τόσο ασυνεπής στις καταβολές των δεδουλευμένων του, του εξόφλησα προσηκόντως, εμπροθέσμως, πλήρως και ολοσχερώς τα δεδουλευμένα του, καθώς και την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και βέβαια ενώ του όφειλα μισθούς δυόμιση ετών απεδέχθη και υπέγραψε ότι ουδεμία απαίτηση έχει από εμένα.
Όλα τα παραπάνω γεγονότα συνηγορούν ότι ουδέν οφείλω στον εφεσίβλητο". Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση εξοφλήσεως την οποία επιχείρησε να θεμελιώσει ο εκκαλών ήταν παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως αφού, παρά το ότι με την αγωγή επιδιωκόταν η ικανοποίηση περισσοτέρων της μιας αξιώσεων, δεν αναφέρονταν τα μερικότερα καταβληθέντα ποσά και ο χρόνος καταβολής αυτών για κάθε μία επίδικη αξίωση αλλά ούτε καν το συνολικά καταβληθέν ποσό.
Οι ανωτέρω ελλείψεις δεν ήταν επιτρεπτό να συμπληρωθούν με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος, αφού συνεπεία αυτών ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παντελώς αόριστος και δεν έχρηζε απλώς συμπληρώσεως, διευκρινίσεως ή διορθώσεως. Εν πάση περιπτώσει οι ελλείψεις αυτές δεν συμπληρώθηκαν ούτε με τις από 13-12-2013 έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος στο εφετείο, διότι με αυτές ο τελευταίος επικαλέσθηκε απλώς έγγραφες αποδείξεις από τις οποίες προέκυπτε ο χρόνος κάθε επί μέρους καταβολής, όχι όμως και το ποσό για κάθε μία από τις επίδικες αξιώσεις.
Την αοριστία της προαναφερθείσης ενστάσεως παραδεκτά προέβαλε ο εφεσίβλητος με τις από 12-12-2013 έγγραφες προτάσεις του, του ισχυρισμού του δε αυτού δεν ήταν δε αναγκαία η καταχώρηση στα πρακτικά κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αόριστη αλλά αντιθέτως τη δέχθηκε ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.). Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και για το παραδεκτό του οποίου παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη η ένσταση του αναιρεσιβλήτου και το μέρος των παραδοχών του εφετείου με τις οποίες έγινε αυτή δεκτή, αν και το τελευταίο έγινε ως εκ περισσού, αφού για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., σε αντίθεση με εκείνους του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., δεν είναι αναγκαίο να παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης.
Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί δε στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρο 179 περ. β σε συνδυασμό με άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 213/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ