Legislator Case Law & Legislation
1170/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming insurance clause violates constitutional equality principle.

Case Number 1170/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's refusal of his insurance claim. The appellant argued that the insurance contract clause excluding coverage for drivers with expired licenses violated Article 4 of the Constitution by treating him differently from others with expired licenses. The court rejected this claim, ruling that the clause did not violate the principle of equality before the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 93 of the Constitution; The court held that an insurance exclusion clause based on the expiration of a driver's license does not violate the constitutional principle of equality before the law.

Keywords

AI generated
constitutional equality insurance contract clause expired driver license exclusion from coverage Supreme Court appeal principle of equality insurance liability

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of the Constitution
Article 93 of the Constitution
Article 95 of Law 2696/1999
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 375/1949
AP 31/1952
AP 1507/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1170 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1170/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. - Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Ταλαγάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5876/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5770/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 29-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κριθεί βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως περί εφαρμογής αντισυνταγματικού νόμου από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί αυτός στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον μοναδικό εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, ο οποίος, κατά την ορθότερη γνώμη, παραδεκτά κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου παρόλο που δεν προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας διότι είναι ισχυρισμός που αφορά τη δημόσια τάξη (βλ.

ΑΠ 375/1949 ΕΕΝ 16, 732, ΑΠ 31/1952 Ν.Δικ. Η' 245 και ΑΠ 1507/1997 Ηλεκτρονική Συλλογή Νομολογίας "ΝΟΜΟΣ"), ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης με αριθμό 5770/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επικαλούμενος ότι αυτή κατ' εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου και συγκεκριμένα της αντισυνταγματικής διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 1 εδ.

γ' του Ν. 2696/ 1999 (Κ.Ο.Κ.), απέρριψε την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας λόγω λήξεως της ερασιτεχνικής αδείας οδηγήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου Β' κατηγορίας που ήταν ενσωματωμένη στην επαγγελματική του άδεια που έληξε λόγω παρόδου πενταετίας. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 7/2014, 16/2013, 12/2013, 3/2013, 32/2009, 11/2008, 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004 και 19/2004). Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως ίσχυε κατά το έτος 2006, ορίζεται ότι: α) Αυτοκίνητο ή αυτοκίνητο όχημα είναι το μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για τη ρυμούλκηση στις οδούς οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων.

β) Αυτοκίνητο Δημόσιας χρήσης είναι το αυτοκίνητο όχημα με το οποίο εκτελούνται μεταφορές προσώπων ή πραγμάτων ή μικτές με ολική ή μερική μίσθωση ή με κόμιστρο ανά επιβάτη. γ) Αυτοκίνητο επιβατηγό είναι το προοριζόμενο για τη μεταφορά κυρίως προσώπων αυτοκίνητο όχημα, 9 κατ' ανώτατο όριο θέσεων μαζί με τη θέση του οδηγού.

Και δ) Αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης είναι το αυτοκίνητο όχημα με το οποίο εκτελούνται μεταφορές προσώπων χωρίς κόμιστρο και πραγμάτων που ανήκουν στον ιδιοκτήτη ή κάτοχο αυτού. Με το άρθρο 94 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι οι άδειες οδήγησης διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες και δίνουν στους κατόχους τους το δικαίωμα της οδήγησης οχημάτων, όπως αναφέρονται αντίστοιχα:

Κατηγορία Α: Μηχανοκίνητα δίτροχα με χωρίς πλευρικό καλάθι και μοτοποδήλατα. Κατηγορία Β: Αυτοκίνητα φορτηγά με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χλγ. ή αυτοκίνητα επιβατηγά των οποίων ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ ή αυτοκίνητο μικτής χρήσης με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χλγ.

και μέγιστο αριθμό θέσεων καθήμενων (εκτός της θέσης του οδηγού) μέχρι οκτώ. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να έλκουν ελαφρά ρυμουλκούμενα. Σύνολα οχημάτων (συρμοί ή αρθρωτά οχήματα) που αποτελούνται από έλκουν όχημα της κατηγορίας Β και από ρυμουλκούμενο, όπου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του συνόλου δεν υπερβαίνει τα 3.500 χλγ., το δε μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του ρυμουλκούμενου δεν υπερβαίνει το βάρος του έλκοντος οχήματος κενού.

Κατηγορία Β+Ε: Σύνολα συζευγμένων οχημάτων (συρμοί ή αρθρωτά οχήματα) που αποτελούνται από έλκουν όχημα της κατηγορίας Β και από ρυμουλκούμενο, όταν το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του συνόλου υπερβαίνει τα 3.500 χλγ. ή το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του ρυμουλκούμενου υπερβαίνει το βάρος του έλκοντος οχήματος κενού.

Κατηγορία Γ: Αυτοκίνητα φορτηγά των οποίων το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος υπερβαίνει τα 3.500 χλγ. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να έλκουν ρυμουλκούμενο, του οποίου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος δεν υπερβαίνει τα 750 χλγ. Κατηγορία Γ+Ε: Σύνολα συζευγμένων οχημάτων (συρμοί ή αρθρωτά οχήματα) που αποτελούνται από έλκουν όχημα της κατηγορίας Γ και από ρυμουλκούμενο, του οποίου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος υπερβαίνει τα 750 χλγ.

Κατηγορία Δ: Αυτοκίνητα λεωφορεία. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να έλκουν ρυμουλκούμενο, του οποίου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος δεν υπερβαίνει τα 750 χλγ. Κατηγορία Δ+Ε: Σύνολα συζευγμένων οχημάτων (συρμοί ή αρθρωτά οχήματα) που αποτελούνται από έλκουν όχημα της κατηγορίας Δ και από ρυμουλκούμενο, του οποίου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος υπερβαίνει τα 750 χλγ.

Με το άρθρο 94 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών: α) Από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τα πρόσωπα τα οποία εκπαιδεύονται προκειμένου να αποκτήσουν συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας άδεια οδήγησης, εφόσον είναι εφοδιασμένα με τα κατά νόμο προβλεπόμενα έγγραφα για το σκοπό αυτόν.

β) Από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική ειδική άδεια ή ισχύον ελληνικό πιστοποιητικό, τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με τις ειδικές προς τούτο διατάξεις για την οδήγηση ειδικών κατηγοριών οδικών οχημάτων, πέραν της απαίτησης, όπως τα πρόσωπα αυτά κατέχουν την προβλεπόμενη στην προηγούμενη περίπτωση α' της παρούσας παραγράφου άδεια οδήγησης.

Με το άρθρο 95 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.

Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση. Σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός φορέας του κατόχου της άδειας οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, για οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, την παρακρατήσει λόγω συνταξιοδότησης για λόγους υγείας, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να λάβει άδεια οδήγησης των κατηγοριών Α, Β ή των υποκατηγοριών Α1, Β1 (εφόσον κατείχε αυτές), αφού υποστεί ιατρική εξέταση και κριθεί ικανός για τις κατηγορίες ή υποκατηγορίες αυτές.

Με το άρθρο 95 παρ. 2, 3, 4 και 5 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: Η άδεια οδήγησης μπορεί να ισχύσει για χρονικό διάστημα μικρότερο αυτού, που, κατά περίπτωση, αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν τούτο κριθεί επιβεβλημένο, για λόγους υγείας, από τους γιατρούς της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας ιατρικής εξέτασης.

Στην προκειμένη περίπτωση αναγράφεται σχετική παρατήρηση πάνω στην άδεια οδήγησης. Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της. Άδεια οδήγησης που ανανεώνεται πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του κατόχου της, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να έχει ημερομηνία λήξης της ισχύος της μετά τη συμπλήρωση του 68ου έτους της ηλικίας.

Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας. Για τον υπολογισμό της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία (ημέρα, μήνας) και το έτος γέννησης του κατόχου της άδειας.

Αν δεν προκύπτει η ημέρα ή ο μήνας γέννησης, τότε λαμβάνονται, ως ημέρα, η πρώτη του μήνα γέννησης και ως μήνας ο πρώτος μήνας του έτους γέννησης. Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει α) αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β) αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ) αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε.

Με το άρθρο 95 παρ. 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η άδεια οδήγησης για τη Γ κατηγορία χορηγείται σε όσους έχουν ήδη άδεια οδήγησης για τη Β κατηγορία. Η άδεια οδήγησης για τη Δ κατηγορία χορηγείται σε όσους έχουν ήδη άδεια οδήγησης, τουλάχιστον, για τη Β κατηγορία. Η άδεια για τις κατηγορίες Β+Ε ή Γ+Ε ή Δ+Ε χορηγείται σε κατόχους άδειας οδήγησης Β ή Γ ή Δ, αντίστοιχα.

Και τέλος με το άρθρο 95 παρ. 8 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η ισχύς των αδειών οδήγησης καθορίζεται ως ακολούθως: α) Η άδεια της κατηγορίας Α ισχύει και για την υποκατηγορία Α1. β) Η άδεια της κατηγορίας Β ισχύει και για την υποκατηγορία Β1. γ) Η άδεια της κατηγορίας Γ+Ε ισχύει και για την κατηγορία Β+Ε. δ) Η άδεια της κατηγορίας Δ+Ε ισχύει και για την κατηγορία Β+Ε.

και ε) Η άδεια της κατηγορίας Γ+Ε ισχύει και για την κατηγορία Δ+Ε, εάν ο κάτοχος της άδειας έχει τη Δ κατηγορία. Από τις διατάξεις αυτές ορθά προβλέπεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος ότι οι άδειες οδηγήσεως των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους, αφού οι άδειες αυτές αφορούν επαγγελματικές άδειες οδηγήσεως και οδηγούς που απασχολούνται με την επ' αμοιβή μεταφορά προσώπων και πραγμάτων και θα πρέπει να ελέγχεται η υγεία τους ανά πενταετία για να διαπιστώνεται αν η κατάσταση της υγείας τους επιτρέπει να συνεχίσουν να οδηγούν επαγγελματικά αυτοκίνητα δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσεως.

Η διάταξη του εδαφίου γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ως άνω νόμου, η οποία ορίζει ότι με τη λήξη της πενταετούς ισχύος των ως άνω επαγγελματικών αδειών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης, δεν εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των οδηγών που έχουν επαγγελματική άδεια οδηγήσεως, στην οποία ενσωματώνεται και ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως, έναντι των οδηγών που έχουν ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας και τούτο διότι με τη λήξη της επαγγελματικής τους άδειας δεν στερούνται της δυνατότητας να ανανεώσουν την επαγγελματική τους άδεια, στην οποία ενσωματώνεται και η ερασιτεχνική, για μία ακόμη πενταετία ή να ζητήσουν την έκδοση ερασιτεχνικής άδειας που θα ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση του 65 έτους της ηλικίας τους.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο Αθηνών, που κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του εδαφίου γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) δέχθηκε ότι λόγω παρελεύσεως πενταετίας και λήξεως της ισχύος της επαγγελματικής άδειας οδηγήσεως του ενάγοντος αναιρεσείοντος έληξε και η ενσωματωμένη στην επαγγελματική του άδεια ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας και ότι αυτός οδηγούσε το ιδιωτικής χρήσεως μη επαγγελματικό επιβατηγό αυτοκίνητό του χωρίς να έχει την αντίστοιχη άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας και κατ' εφαρμογή γενικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε καταρτίσει με την εναγόμενη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία που εξαιρούσε της ασφαλιστικής καλύψεως ζημιές που προξενήθηκαν από οδηγό που κατά το χρόνο του ατυχήματος η άδεια οδηγήσεως που κατέχει έχει λήξει, έστω και αν μετά το ατύχημα η άδεια αυτή ανανεώθηκε, δέχθηκε ότι οι ζημίες που προκλήθηκαν από το τροχαίο ατύχημα στο μη επαγγελματικό ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό του αυτοκίνητο εξαιρούνταν της ασφαλιστικής καλύψεως και δεν καλύπτονταν από την εναγόμενη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως απέρριψε την αγωγή του με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη δυνάμει της συμβάσεως ασφαλίσεως που είχε καταρτίσει μαζί της να του καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη το ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητό του από το τροχαίο ατύχημα που εξέθετε στην αγωγή του το ποσό των 26.741,29 ευρώ, δεν παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα και ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος της αναιρέσεως ότι κατ' εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Δημητρίου Τζιούβα, από τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) συνάγεται ότι η λήξη της ισχύος της άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου και η ανανέωσή της εξαρτώνται από μόνον την κατάσταση της υγείας του οδηγού, δηλαδή αν η κατάσταση της υγείας του επιτρέπει σ' αυτόν να οδηγεί και γι' αυτό το λόγο η ανανέωση της άδειας οδηγήσεως γίνεται μόνον μετά από ιατρική εξέταση της υγείας του οδηγού και όχι μετά από επανάληψη εξετάσεως του οδηγού ως προς τη γνώση του περί την οδήγηση.

Και ναι μεν ορθά προβλέπεται από το νόμο ότι σε αντίθεση προς τις άδειες οδηγήσεως κατηγορίας Β' των ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων φορτηγών με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χλγ. ή αυτοκινήτων επιβατηγών των οποίων ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ ή αυτοκινήτων μικτής χρήσης με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χλγ.

και μέγιστο αριθμό θέσεων καθήμενων (εκτός της θέσης του οδηγού) μέχρι οκτώ που ισχύουν μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του οδηγού και ανανεώνονται ανά τριετία μετά από ιατρική εξέταση του οδηγού, οι άδειες οδηγήσεως των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β', όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους, αφού οι άδειες αυτές αφορούν επαγγελματικές άδειες οδηγήσεως και οδηγούς που απασχολούνται με την επ' αμοιβή μεταφορά προσώπων και πραγμάτων και θα πρέπει να ελέγχεται η υγεία τους ανά πενταετία για να διαπιστώνεται αν η κατάσταση της υγείας τους επιτρέπει να συνεχίσουν να οδηγούν επαγγελματικά αυτοκίνητα δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσεως, πλην όμως η διάταξη του εδαφίου γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ως άνω νόμου, η οποία ορίζει ότι με τη λήξη της πενταετούς ισχύος των ως άνω επαγγελματικών αδειών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης, εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των οδηγών που έχουν επαγγελματική άδεια οδηγήσεως, στην οποία ενσωματώνεται και ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας ή υποδεέστερη, έναντι των οδηγών που κατέχουν απλώς ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας ή υποδεέστερη και που η άδεια οδηγήσεώς τους ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους και μπορούν να οδηγούν χωρίς ιατρική εξέταση τα ιδιωτικής χρήσεως μη επαγγελματικά αυτοκίνητά τους μέχρι τα 65 έτη της ηλικίας τους χωρίς να χρειάζεται να ανανεώσουν με ιατρική εξέταση την άδεια οδηγήσεώς τους, ενώ αυτοί, δηλαδή οι κατέχοντες επαγγελματική άδεια οδηγήσεως στην οποία ενσωματώνεται και η ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας, παρόλο που είναι επαγγελματίες οδηγοί και κατά τεκμήριο οδηγούν καλύτερα από τους ερασιτέχνες οδηγούς, λόγω της λήξεως της επαγγελματικής τους άδειας οδηγήσεως στην πενταετία από της εκδόσεώς της ή της ανανεώσεώς της και της ταυτόχρονης λήξεως και της ενσωματωμένης σ' αυτήν ερασιτεχνικής τους άδειας οδηγήσεως Β' κατηγορίας ή υποδεέστερης, δεν μπορούν να οδηγούν ούτε τα ιδιωτικής χρήσεως μη επαγγελματικά αυτοκίνητά τους μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, χωρίς η διάκριση αυτή σχετικά με την διαφορετική αντιμετώπισή τους σχετικά με την οδήγηση ιδιωτικής χρήσεως μη επαγγελματικών αυτοκινήτων να επιβάλλεται και να δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς ή δημοσίου συμφέροντος, αφού ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που ισχύει για την οδήγηση μη επαγγελματικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως μέχρι τη συμπλήρωση των 65 ετών της ηλικίας τους από τους κατέχοντες ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας, ισχύει και για την οδήγηση μη επαγγελματικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως από τους κατέχοντες οποιαδήποτε επαγγελματική άδεια οδηγήσεως στην οποία είναι ενσωματωμένη και η άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας.

Κατά συνέπεια η ως άνω διάταξη του εδαφίου γ' της παρ. 1 του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση ως προς την οδήγηση ιδιωτικής χρήσεως μη επαγγελματικών αυτοκινήτων σε βάρος των κατεχόντων επαγγελματική άδεια οδηγήσεως οποιασδήποτε κατηγορίας στην οποία ενσωματώνεται και ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας έναντι των κατεχόντων μόνον ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας, αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και δεν πρέπει να εφαρμόζεται ως αντισυνταγματική, το δε Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' εφαρμογή της ως άνω αντισυνταγματικής διάταξης δέχθηκε ότι λόγω παρελεύσεως πενταετίας και λήξεως της ισχύος της επαγγελματικής άδειας οδηγήσεως του ενάγοντος αναιρεσείοντος έληξε και η ενσωματωμένη στην επαγγελματική του άδεια ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας και ότι αυτός οδηγούσε το ιδιωτικής χρήσεως μη επαγγελματικό επιβατηγό αυτοκίνητό του χωρίς να έχει την αντίστοιχη άδεια οδηγήσεως Β' κατηγορίας και κατ' εφαρμογή γενικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε καταρτίσει με την εναγόμενη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία που εξαιρούσε της ασφαλιστικής καλύψεως ζημιές που προξενήθηκαν από οδηγό που κατά το χρόνο του ατυχήματος η άδεια οδηγήσεως που κατέχει έχει λήξει, έστω και αν μετά το ατύχημα η άδεια αυτή ανανεώθηκε, δέχθηκε ότι οι ζημίες που προκλήθηκαν από το τροχαίο ατύχημα στο μη επαγγελματικό ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό του αυτοκίνητο εξαιρούνταν της ασφαλιστικής καλύψεως και δεν καλύπτονταν από την εναγόμενη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως απέρριψε την αγωγή του με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη δυνάμει της συμβάσεως ασφαλίσεως που είχε καταρτίσει μαζί της να του καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη το ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητό του από το τροχαίο ατύχημα που εξέθετε στην αγωγή του το ποσό των 26.741,29 ευρώ, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα και ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος και αφού θα κρινόταν ως αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 εδ.

γ' του Ν. 2696/1999 που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, θα έπρεπε υποχρεωτικά, κατ' εφαρμογή των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί από το Τμήμα αυτό του Αρείου Πάγου ο ως άνω μοναδικός λόγος της αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2013 και με αριθμό καταθέσεως 848/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5770/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ