Supreme Court annuls Euboea Court of Appeal decision for violating equal pay principle and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding a lawyer's equal pay claim against the Regional Government of Euboea. The Court found the lower court failed to adequately justify why lawyers in municipalities over 100,000 residents were treated differently from those in smaller ones. Consequently, the case was remanded for further examination by a different judge to determine if the pay disparity violated constitutional equality principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 22(1)(b) of the Constitution; The principle of equal pay for equal work requires the legislature to provide identical remuneration for workers performing the same quality and quantity of work under identical conditions, and courts must annul decisions that fail to provide sufficient justification for discriminatory treatment between similarly situated groups.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1170 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1170/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο αυτοδικαίως, δυνάμει του άρθρου 283 παρ. 2, εδ. 3 του Ν. 3852/2010, υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργούμενης "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Θ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2013 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 7-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της από 22-10-2013 αίτησης, για αναίρεση της 46/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Η διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της ισότητας, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ.ΑΠ 13/2003, Ολ.ΑΠ 11/2008, Ολ.ΑΠ 31/2007 και 3/2006).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 50 παρ. 2 του ν. 993/1979, ο οποίος αφορά στο προσωπικό που απασχολείται στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου "τα των νομικών συνεργατών ή νομικών συμβούλων ή δικηγόρων προσλαμβανομένων επί συμβάσει εις το Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, διέπονται υπό των κειμένων περί αυτών διατάξεων".
Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 4 του ν. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, στο δικηγόρο η παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου με πάγια, ετήσια ή μηνιαία αμοιβή. Με το άρθρο 92Α ίδιου Κώδικα, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988 ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο (παρ. 1), προσαυξανόμενα με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις (παρ. 2).
Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμοδίων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν. Περαιτέρω, με την 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β'355/2004) απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης "Αποδοχές Δικηγόρων με έμμισθη εντολή στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ" η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι: "1.
Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/ 1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής:
α)..., β)..., γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο: στο 1ο Μ.Κ. 2. Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/88. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, εκτός από το βασικό μισθό τους, το κατώτατο όριο του οποίου καθορίζεται κατ` αναλογία με τα μισθολογικά κλιμάκια του μισθολογίου των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με το βαθμό του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου παρίστανται, λαμβάνουν ως προσαύξηση του μισθού τους το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003, και τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις.
Περαιτέρω, με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 21 του Ν. 3274/2004 (ΦΕΚ Α` 195/19-10-2004) "Οργάνωση Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης - Θησέας - Δημοτολόγιο - Δικηγόροι ΟΤΑ - Αλλοδαποί κ.λπ.", αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 245 και 246 του ν. 1188/1981 και ορίσθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με τους δικηγόρους που απασχολούνται με μηνιαία αντιμισθία στους Δήμους και τα Ιδρύματα που υπάγονται σ' αυτούς:
Άρθρο 245: Με τίτλο "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων". α. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία... β... γ. Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή.
δ. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας Συνδέσμου Δήμων, δήμων και κοινοτήτων ή κοινοτήτων με συνολικό πληθυσμό των μελών τους πάνω από πενήντα χιλιάδες (50.000) κατοίκους μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου με πάγια αντιμισθία. ε. Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α.
για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών... Άρθρο 246: Με τίτλο: "Αντιμισθία" α)... β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας.
Στους νομικούς Συμβούλους Διευθυντές των Νομικών Διευθύνσεων των Δήμων καταβάλλεται και επίδομα θέσεως ίσο με ποσοστό 20% επί του συνόλου της, κατά το προηγούμενο εδάφιο διαμορφωμένης αντιμισθίας τους. γ) Στους παραπάνω δικαιούχους χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α`) και το επίδομα της περιπτώσεως γ` της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α`), όπως κάθε φορά ισχύουν".
Σύμφωνα δε: α) με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 2685/1999 "Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων κ.λπ.", τα έξοδα μετακίνησης εντός έδρας αφορούν την κίνηση των υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας μέσα στην πόλη... και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων και β) με την παρ. 6 του άρθρου 8 ν. 3205/2003 ορίσθηκε επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ Α' βαθμού οριζόμενο:
α) Για το προσωπικό καθαριότητας σε 132 ευρώ, β)..., γ) για το λοιπό προσωπικό σε 84 ευρώ και ήδη σε 110 ευρώ. Στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου 3274/2004 δεν υπάρχει αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 21 αυτού με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι ρηθείσες διατάξεις των άρθρων 245 και 246 του ν. 1188/1981. Κατά τη συζήτηση της ψήφισης του άρθρου αυτού, ο εισηγητής, αιτιολογώντας τη συγκεκριμένη ρύθμιση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μ' αυτή, "Ρυθμίζεται το θέμα των αμοιβών των δικηγόρων...
στους μεγάλους δήμους με πληθυσμό πάνω από 100.000 κατοίκους, που εκπροσωπούν τους δήμους, για τα θέματά τους ενώπιον των δικαστικών αρχών και εξωδίκως, αλλά και για θέματα που αφορούν τα πνευματικά κέντρα, τους οργανισμούς νεολαίας άθλησης, τα βρεφοκομεία, τις δημοτικές επιχειρήσεις". Ταυτόσημες με τις άνω διατάξεις περιέχονται επίσης στον Ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" στο άρθρο 165 εδάφ. 3 και 5 του οποίου ορίζεται ότι οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε Δήμους ή Ιδρύματά τους παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους Δήμους, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων Δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή.
Οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών. Στο δε άρθρο 166 εδάφ. 2, 2β' και 3 ίδιου Νόμου, ότι η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των Δήμων, των Ιδρυμάτων και των Συνδέσμων τους διαμορφώνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 3274/2004, το επίδομα θέσεως που χορηγήθηκε με την ίδια διάταξη καταβάλλεται και στους δικηγόρους που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης οργανικής μονάδας των Δήμων, στους παραπάνω δικαιούχους χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999 και το επίδομα της περιπτ.
γ' της παρ. 6 του άρθρου 8 ν. 3205/2003. όπως ισχύουν. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι, με τις διατάξεις αυτές ρυθμίσθηκαν ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τα θέματα που αφορούν τα καθήκοντα, τις συνθήκες εκτελέσεως και την αντιμισθία των έμμισθων δικηγόρων των ΟΤΑ Α' βαθμού. Εξ άλλου, με το άρθρο 1 Π.Δ. 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης" συστήθηκαν, ως δεύτερη βαθμίδα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις - αυτοδιοικούμενα κατά τόπο ΝΠΔΔ - με προορισμό την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιφέρειάς τους, κατά δε το άρθρο 107 παρ. 6 αυτού, οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τις αμοιβές των δικηγόρων των Ν.Α.
με μηνιαία αντιμισθία. Συνακόλουθα, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 Ν. 1093/1980, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 Ν. 1816/1988, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 ν. 3291/2003 και η κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσα ΚΥΑ 2/8250/0022/18-2-2004.
Ακολούθως, με το άρθρο 244 του μεταγενέστερου Ν. 3852/ 2010 "ΟΤΑ: Αρμοδιότητες - ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ κ.λπ.", το οποίο εντάσσεται στο Ζ' Μέρος αυτού, υπό τον τίτλο "Οργάνωση Υπηρεσιών - Προσωπικό Περιφέρειας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2011, (εδάφ. 5 στοιχ. β') ορίστηκε το πρώτο, ότι "για τις αμοιβές των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 166 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (κυρωτικός ν. 3584/2007), καθώς επίσης ορίσθηκε ότι "Οι απασχολούμενοι, κατά τα ανωτέρω, δικηγόροι, υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο οικείο κατάστημα της Περιφέρειας για χρόνο, που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν συντρέχει ανάγκη παράστασης, ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:
Η ενάγουσα είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω διορισμένη στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος και παρέχει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο ΝΠΔΔ ΟΤΑ β' βαθμού "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Νομού Εύβοιας" και ήδη από 1-1-2011 στο ΝΠΔΔ "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος" ως νομικός σύμβουλος στη Νομική Υπηρεσία του και ως προϊσταμένη και διευθύνουσα αυτήν, με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχει δε οργανική θέση προβλεπόμενη από τον ισχύοντα εσωτερικό οργανισμό του.
Με την 1961/10-6-1998 απόφαση του Νομάρχη Εύβοιας (ΦΕΚ τ. ΝΠΔΔ 115/24-6-1998) προσελήφθη αναδρομικά από 4-8-1997 σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΠΕ Δικηγόρων με πάγια περιοδική το μήνα αμοιβή και κατέχει το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο... Ο Νομάρχης Εύβοιας με την αρ. πρωτ. οικ.4820/29-6-2010 απόφασή του της ανέθεσε και τυπικά τα καθήκοντα της προϊσταμένης.
Ως έμμισθος δικηγόρος του εναγομένου με πάγια αντιμισθία υπάγεται στο μισθολογικό καθεστώς του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988. Μετά την έκδοση του ν. 3205/2003, με τον οποίο ο νομοθέτης θέλησε να αντιμετωπίσει με την καθιέρωση νέου μισθολογίου για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ τη μέχρι τότε διαμορφωμένη πολύπλοκη μισθολογική κατάσταση που αφορούσε τους ίδιους εργαζόμενους, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 αυτού η 2/8250/0022/10-2-2004 ΚΥΑ σύμφωνα με την οποία η καθιέρωση της ενιαίας παραπάνω μισθολογικής αντιμετώπισης επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που υπηρετούν με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, οι οποίοι αποτελούν προσωπικό που δεν εμπίπτει μεν ευθέως στις διατάξεις του παραπάνω νόμου, αλλά έχει βαθμολογική ή και μισθολογική αντιστοιχία με τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.
Ακολούθως δημοσιεύθηκε ο Ν. 3274/2004 σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου, 1) η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των ΝΠΔΔ και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφωνόταν κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες για αυτούς διατάξεις, προσαυξήθηκε κατά ποσοστό 20% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και κατά ποσοστό 30% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας τους. 2) Το καταβαλλόμενο στους Νομικούς Συμβούλους Διευθυντές των Νομικών διευθύνσεων των Δήμων ως επίδομα θέσεως αναπροσαρμόσθηκε σε ποσοστό 20% επί του συνόλου της διαμορφωμένης αντιμισθίας τους. 3) Χορηγήθηκε κατ' αποκοπή αποζημίωση για δαπάνη μετακίνησης (άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2685/1999), ανερχομένης από 1-1-2004 και εντεύθεν σε 206 ευρώ το μήνα, από 1-1-2005 σε 238 ευρώ το μήνα, από 1-7-2005 σε 270 ευρώ το μήνα...
και από 1-1-2008 σε 365 ευρώ το μήνα (ΚΥΑ 2/95080/0022/29-12-2008). 4) Χορηγήθηκε το επίδομα ειδικής απασχόλησης των 84 ευρώ το μήνα που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 5 περ. γ' του Ν. 3205/2003, το οποίο από 1-7-2007 αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 110 ευρώ το μήνα (άρθρο 8 ν. 3670/2008). Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι: Δηλ. με τις παραπάνω διατάξεις παρέχονται επί πλέον προσαυξήσεις και παροχές μόνο στους δικηγόρους των δήμων, των ΝΠΔΔ και των ιδρυμάτων τους και αποκλείονται από αυτές οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και ήδη στις περιφέρειες της χώρας σύμφωνα με το Ν. 3852/2010, ήτοι στο β' βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, παρόλο που έχουν κατά κανόνα τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και εκτελούν τα ίδια κατά περιεχόμενο καθήκοντα, παρέχουν δε τις ίδιες ή συναφείς υπηρεσίες.
Η διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση των δικηγόρων ΟΤΑ α' βαθμού σε σχέση με του δικηγόρους των ΟΤΑ β' βαθμού, που τελούν σε σχέση πάγιας αντιμισθίας, δεν προκύπτει ότι τελεί σε συνάφεια με ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ούτε προέκυψε ότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Η ενάγουσα προΐσταται της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου και είναι επιφορτισμένη με την εκπροσώπησή του στα δικαστήρια (Αστικά - Ποινικά και Διοικητικά), τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί των νομικών θεμάτων που τίθενται από τις υπηρεσίες του κάθε εντολέα, την επίλυση κάθε ζητήματος με νομικό περιεχόμενο, την παράσταση στα συλλογικά όργανα (συμβούλια και επιτροπές).
Ασχολείται με θέματα πολεοδομικής νομοθεσίας, δημοσίων έργων, περιβαλλοντικά, φαρμακείων, περιπτέρων, ίδρυσης και λειτουργίας βιομηχανιών, συνεργείων, επαγγελματικών εργαστηρίων, οικοτροφείων, δηλαδή θέματα που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και ενδελεχή και εμπεριστατωμένη μελέτη. Εξ άλλου στο εναγόμενο εντάσσονταν οι Διευθύνσεις Βιομηχανίας, Αγροτικής Ανάπτυξης, Εγγείων Βελτιώσεων, ΑΕ, Εμπορίου, Κοινωνικής Πρόνοιας, Κτηνιατρικής, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Χωροταξίας προγραμματισμού και ανάπτυξης, ενώ στην αρμοδιότητά της ανήκαν οκτώ δήμοι με συνολικό πληθυσμό 210.210 κατοίκους...
Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα έχει τουλάχιστο τις ίδιες αρμοδιότητες και καθήκοντα με αυτά των νομικών συμβούλων των Δήμων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων. Αναφορικά με την αποζημίωση κατ' αποκοπή δαπανών μετακίνησης, αυτή καταβάλλεται σε όλους τους τακτικούς υπαλλήλους ΟΤΑ... έχει διαμορφωθεί ως τακτικό επίδομα...
η χορήγησή του στους δικηγόρους που εργάζονται με πάγια αντιμισθία στους Δήμους... η οποία γίνεται αποκλειστικά και μόνο λόγω της παροχής των υπηρεσιών τους προς τους Δήμους και ανεξάρτητα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της καταβολής του ή όχι... συνιστά αδικαιολόγητη μισθολογική μεταχείριση έναντι των δικηγόρων ΟΤΑ β' βαθμού, αφού δεν υφίσταται καμιά ουσιώδης διαφοροποίηση στις συνθήκες απασχόλησης, τις αρμοδιότητες και στα καθήκοντά τους ούτε στον αριθμό των μετακινήσεών τους.
Περαιτέρω και το επίδομα ειδικής απασχόλησης δεν θεσπίσθηκε από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των δικηγόρων των Δήμων ούτε εξαρτάται η χορήγησή του από τις ιδιαιτερότητες ή τη φύση των καθηκόντων που αναλαμβάνουν. Αντίθετα τα καθήκοντα αυτών είναι συναφή με αυτά των δικηγόρων των ΟΤΑ β' βαθμού.
Και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι συνέτρεχαν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος για τη χορήγηση του άνω επιδόματος στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, που αναφέρονται στην κατηγορία α και β της παρ. 6 του άρθρ. 8 ν. 3205/2003... η χορήγηση τούτου και στους δικηγόρους των Δήμων είναι αναιτιολόγητη. Με βάση τα ανωτέρω το Μονομελές Εφετείο κατέληξε ότι:
Η καταβολή όλων των παραπάνω προσαυξήσεων και επιδομάτων στους δικηγόρους των Δήμων με πάγια αντιμισθία, οι οποίοι υπάγονται στον Κώδικα περί Δικηγόρων και στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς, προσφέρουν όμοιες δικηγορικές υπηρεσίες με τις παρεχόμενες από την ενάγουσα προς το εναγόμενο, χωρίς συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρους, εισάγει αδικαιολόγητη και ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος της και κατά συνέπεια η εξαίρεση αυτής από τα παραπάνω, χωρίς να συντρέχουν ειδικοί λόγοι κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής των εργαζομένων υπό τις ίδιες συνθήκες, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 Ν. 3274/2004 να εφαρμοσθούν και στην ενάγουσα, η οποία υπάγεται στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς με τους δικηγόρους των Δήμων, που προβλέπει τα ίδια όρια αμοιβών, προσαυξήσεων και επιδομάτων με βάση την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια και επιπλέον προσφέρει τις υπηρεσίες της με βάση την άνω δικηγορική της ιδιότητα κάτω από όμοιες συνθήκες με αυτές των δικηγόρων των Δήμων, με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων.
Ότι, επομένως η ενάγουσα δικαιούται και το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλλει α) την προσαύξηση 30% της αντιμισθίας της, β) το επίδομα 20% θέσης για την ιδιότητά της ως Προϊσταμένης της Νομικής Υπηρεσίας, γ) το ποσό των κατ' αποκοπή δαπανών μετακίνησης και δ) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ανά μήνα... Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται για τις προεκτεθείσες αιτίες το συνολικό ποσό των 95.194,51 ευρώ, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως.
Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, 21 παρ. 3 Ν. 3274/2004 (σε συνδ. με άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 2685/1999 και άρθρ. 8 παρ. 6γ' Ν. 3205/2003), 12 Ν. 1816/1988, Ν. 3584/2007, που εφάρμοσε. Και τούτο διότι, με τις ρηθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου καθορίσθηκαν σαφώς τα θέματα που αφορούν τα καθήκοντα, τις συνθήκες εκτελέσεως και την αντιμισθία των έμμισθων δικηγόρων των ΟΤΑ Α' βαθμού, ενώ με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 Ν. 3205/ 2003 ΚΥΑ 2/8250/0022/2004, διατηρήθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 12 ν. 1816/1988, καθόσον αφορά τα προσαυξανόμενα με επιδόματα κατώτατα όρια αμοιβής των έμμισθων δικηγόρων "σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις".
Οι διατάξεις δε του ταυτόσημου με τις ρυθμίσεις του άρθρου 21 εδ. 2 και 3 Ν. 3274/2004 (με τις οποίες αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 245 και 246 Ν. 1188/1981) άρθρου 166 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) ορίσθηκε το πρώτο ότι εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων με το μεταγενέστερο Ν. 3852/2010, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας.
Αιτιολόγησε δε ανεπαρκώς ουσιώδες ζήτημα της υποθέσεως και δη το περιεχόμενο και την έκταση των καθηκόντων, των υπηρεσιών και των συνθηκών κάτω από τις οποίες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι αμειβόμενοι με πάγια αντιμισθία δικηγόροι των Δήμων (και δη με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων), υποχρεούμενοι εκ του νόμου, κατά το ένδικο διάστημα, να εκτελούν καθήκοντα και παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες, (απασχολούμενοι στο οικείο κατάστημα για όσο χρόνο απαιτείται - πέραν των νομίμων παραστάσεών τους) συγχρόνως όχι μόνο στους Δήμους, αλλά και στα νομικά πρόσωπα και τα Ιδρύματα των ίδιων Δήμων, χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερης αμοιβής, για το οποίο κρίσιμο ζήτημα -αναγόμενο στο μέγεθος και τις συνθήκες της διεκπεραιούμενης δικηγορικής υπηρεσίας - διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.
Έτσι καθίσταται αβέβαιο αν όντως πρόκειται για ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις προσώπων, που παρέχουν την ίδια ποσοτικώς εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης, και εντεύθεν αν πρόκειται περί δικαιολογημένης ή μη δυσμενούς μισθολογικής μεταχείρισης της ενάγουσας, έναντι των ευνοηθέντων από τις προεκτεθείσες διατάξεις, δικηγόρων των Δήμων.
Συνακόλουθα, τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των διατάξεων των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, τις οποίες εκ τούτου παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, στερώντας την απόφαση νομίμου βάσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αιτιώμενο για τα ανωτέρω, προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις ρηθείσες πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 99 παρ. 1, 2 Π.Δ. 30/1996, σε συνδ. με άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό πενήντα (1.150) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ