Legislator Case Law & Legislation
1170/2011 AI generated

1170/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1170/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1170/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1170 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1170/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. χας Γ. Μ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Φωτεινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8631/2001, 5797/2005 μη οριστικές, 7139/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4500/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-8-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 4500/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το δεύτερο λόγο της και ν' απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγο αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι α) η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου, με ακριβή περιγραφή αυτού και μνεία του οριστικού τίτλου κυριότητας, β) νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) αίτημα απόδοσης του διεκδικούμενου ακινήτου στον ενάγοντα (ΑΠ 230/1993).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του. Προκειμένου περί διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.

Η περιγραφή του ακινήτου, από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφ' όσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματούται στο δικόγραφο της αγωγής, Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1003, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι η κυριότητα επί ακινήτου αποκτάται αφενός μεν κατά παράγωγο τρόπο με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται για κάποια νόμιμη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφεται νόμιμα, αφετέρου δε με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Επί τακτικής χρησικτησίας απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή τούτου και νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί μια δεκαετία, ενώ επί εκτάκτου χρησικτησίας απαιτείται νομή με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία συνεχώς. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 974ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini).Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.

Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή.

Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξη αυτού, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη σχεδιαγραμμάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού η εν λόγω αγωγή περιείχε όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία για να είναι ορισμένη.

Όπως προκύπτει από την ένδικη (από 4-4-2000) αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκθέτει σ' αυτή η ενάγουσα, ότι δυνάμει του .../15-12-1953 οριστικού παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε στον Α.

Α. ο υπ' αρ. 591ος γεωργικός κλήρος επιφανείας 9 στρεμμάτων, ο οποίος κείται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ''...'' ... και ήδη ... Αττικής της περιφέρειας της ομώνυμης Κοινότητας. Ότι στη συνέχεια ο Α. Α. μεταβίβασε κατά κυριότητα σ' αυτήν (ενάγουσα) με το .../15-2-1954 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, τμήμα του ως άνω ακινήτου 1040τ.μ.

Ότι το αμέσως παραπάνω ακίνητο, που περιήλθε στην ενάγουσα, εντάχθηκε ακολούθως, στο ισχύον εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της κοινότητας ... Αττικής, έχει έκτοτε επιφάνεια 946 τμ. Είναι δε άρτιο και οικοδομήσιμο και αντιστοιχεί στο 35ο οικόπεδο του 83ου Ο.Τ. του παραπάνω σχεδίου. Ότι η ενάγουσα από το έτος 1954 που το αγόρασε και για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, κατέχει το ακίνητο αυτό κατά την έκταση των 1.040 τμ.

Και, στη συνέχεια, κατά την οικοπεδική έκταση των 946 τμ. Με διάνοια κυρίας, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως σ' αυτό τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) πράξεις νομής (επισκέψεις, πρόχειρη περίφραξη, σύνταξη σχεδιαγραμμάτων κλπ), οι οποίες αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του και ότι έτσι έγινε αυτή κυρία και με τακτική, άλλως , με έκτακτη χρησικτησία.

Τέλος ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1999 ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος κατέβαλε τμήμα (677τμ.) της ανωτέρω ιδιοκτησίας της, η οποία (ιδιοκτησία της) όπως και το καταληφθέν τμήμα αυτής, προσδιορίζονται κατά θέση και όρια με την αποτύπωσή τους στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, που αποτελεί απόσπασμα του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ..., όπως και με την αναφορά στην αγωγή της επιφανείας τους και των πλευρικών διαστάσεών τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του καταληφθέντος επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να το αποδώσει σ' αυτήν. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, κατά τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1033, 1041, 1045 και 1094 ΑΚ, εκτίθεται δε σ' αυτή, μεταξύ άλλων, σαφώς και ορισμένως ο τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου (παραγώγως κατόπιν αγοράς του και πρωτοτύπως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία), ενώ προσδιορίζεται επακριβώς και το επίδικο κατά θέση, όρια, επιφάνεια και πλευρικές διαστάσεις.

Ειδικότερα, η ενάγουσα προσδιορίζει στην αγωγή κατά τρόπο ορισμένο και σαφή τόσον την μεγαλύτερης έκτασης ιδιοκτησία της με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ, όσο και το καταληφθέν από τον εναγόμενο τμήμα αυτής (επίδικο) με τα στοιχεία ΑΒΕΖΗΑ με αποτύπωσή τους στο παρατιθέμενο σχεδιάγραμμα, το οποίο αποτελεί απόσπασμα του επίσημου χάρτη της Κοινότητας ..., το οποίο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής.

Πιο συγκεκριμένα καθορίζονται σ' αυτή επακριβώς η επιφάνεια του επιδίκου, οι πλευρικές διαστάσεις αυτού και οι όμορες ιδιοκτησίες, με βάση δε τα στοιχεία αυτά προσδιορίζεται επακριβώς η ακριβής θέση αυτού, στο οποίο και άσκησε, όπως διατείνεται, η ενάγουσα τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής. Το Εφετείο, όμως , με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή "δεν εκθέτει σαφώς και ορισμένως, με ποιο τρόπο κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου και ποια είναι η ακριβής θέση του.

Ειδικότερα, ενώ αρχικώς εκθέτει ότι είναι κυρία του υπ' αριθ. 35 οικοπέδου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1/1992 πράξη εφαρμογής σχεδίου πόλεως, που κυρώθηκε με την αναφερόμενη πράξη του Νομάρχη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα και στη μερίδα της, στη συνέχεια εκθέτει ότι το οικόπεδο αυτό το απέκτησε με αγορά από τον αληθή κύριο Α.

Α., με το συμβόλαιο που αναφέρει, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι η αρχική του έκταση ήταν 1040 τ.μ., ότι με την ένταξή του στο σχέδιο πόλης, την εισφορά σε γη και την κύρωση της πράξης εφαρμογής, το εμβαδόν του διαμορφώθηκε σε 946 τ.μ. και ότι τμήμα αυτού κατέλαβε ο εναγόμενος, με συνέπεια να μην καθίσταται σαφές εάν το ως άνω ακίνητο των 946 τ.μ.

και το επίδικο, του οποίου αποτελεί μέρος, προήλθε από μεταβολή κατά θέση του αρχικού ακινήτου των 1040 τ.μ. κατά την εφαρμογή του σχεδίου πόλης, οπότε η κυριότητά του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αποκτήθηκε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, ή εάν μετά την εισφορά σε γη και σε χρήμα απέμεινε στην κυριότητά της η ως άνω έκταση των 946 τ.μ., συνακόλουθα και το επίδικο, οπότε δεν επήλθε καμία μεταβολή στο δικαίωμα κυριότητά της και αυτή εξακολουθεί να είναι κυρία αυτού όπως και προηγουμένως, δηλαδή με αγορά του επιδίκου, με το συμβόλαιο που αναφέρει και με τη νόμιμη μεταγραφή του.

Επίσης, λόγω των ανωτέρω, δεν καθίσταται ακριβής η θέση του επιδίκου, ήτοι εάν πρόκειται για ακίνητο που μεταβλήθηκε, οπότε η θέση του είναι διαφορετική από αυτή του αρχικού ακινήτου". Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση, καθώς και τις συνεκκαλούμενες (8631/2001 και 5797/2005) μη οριστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τις οποίες η πρώτη έκρινε ορισμένη και νόμιμη την εν λόγω αγωγή και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο έσφαλε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4.500/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ