Legislator Case Law & Legislation
116/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on personal detention request due to claim amount below statutory threshold.

Case Number 116/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's refusal to order personal detention. The appellant argued that the lower court erred in rejecting the detention request despite the defendant's solvency. The court ruled the appeal inadmissible because the underlying claim of 20,000 euros fell below the mandatory 30,000 euro threshold required for such measures.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1047 para. 1, 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Personal detention orders require a minimum claim amount of 30,000 euros, rendering requests for lower amounts substantively unfounded regardless of the defendant's solvency.

Keywords

AI generated
personal detention enforcement measures minimum claim amount Code of Civil Procedure substantive unfoundedness

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 and 144 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 118 para. 4, 566 para. 1 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1047 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 116 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: D. (Ν.) G.(Γ.) του A.(Α.), τεθέντα σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης δυνάμει της υπ'αριθμ. 11821/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τον δικαστικό συμπαραστάτη Y. (Υ.) G.(Γ.) του A.(Α.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κυριακής Β., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Τ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Τρυπάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 28567/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 682/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 20/9/2018 (αρ. κατ. 917/117/20.3.2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 682/20.3.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίφθηκε η από 15/3/2013 (αρ. κατ. 1417/19.4.2013) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η από 12/9/2013 (αρ. κατ. 3210/20.9.2013) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 28567/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έγινε δεκτή εν μέρει η από 9/2/2010 (αρ. κατ. 7524/19.2.2010) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 72/2023, ΑΠ 1056/2022). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία", ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019).

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1294/2023, ΑΠ 1056/2022, ΑΠ 550/2017).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1294/2023, ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 1322/2021, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 616/2024, ΑΠ 932/2022).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1β' και 12, παράρτημα IV, μέρος Β, Τμήμα 11 παρ. 5.2 και 14.2 του ΠΔ/τος 305/1996, του ΠΔ/τος 396/1994 και του ΠΔ/τος 17/1996 άρθρο 7 παρ. 6γ, με τις οποίες θεσπίζεται υποχρέωση του εργοδότη για λήψη μέτρων προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, τις οποίες διατάξεις παραβίασε ευθέως και κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το επίδικο ατύχημα οφειλοταν μεν σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας της παράλειψής του να λάβει μέτρα ασφαλείας συλλογικής προστασίας των εργαζομένων, τον δε παθόντα αναιρεσείοντα βάρυνε συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 70%, ενώ αν τις εφήρμοζε ορθά θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα οριζόμενα με αυτές συλλογικά μέτρα ασφαλείας είναι υποχρεωτικά και λαμβάνονται κατά προτεραιότητα, ενώ τα ατομικά μέτρα ασφαλείας είναι επικουρικά.

Επίσης με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν η προσβαλλόμενη περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη μη λήψη μέτρων ασφαλείας από τον αναιρεσίβλητο. Οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του αναφορικά με την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου απέναντι στον αναιρεσείοντα και της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα στον πρώτο αναιρετικό λόγο αναφέρεται μόνο το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και οι διατάξεις του νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ενώ στον τρίτο λόγο δεν αναφέρονται ούτε οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, ούτε οι νομικές διατάξεις, που ο αναιρεσείων αιτιάται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Σε κάθε περίπτωση και καθ'ο μέρος οι αναφερόμενες στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αυτές είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα ως προς την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην επέλευση του τραυματισμού του.

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 386/2023, ΑΠ 779/2019), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη μετά την κατάργηση του ως άνω άρθρου από 1.1.2016 από την παρ. 1 του άρθρου Δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, άρθρα 421 επ.

και 339 ΚΠολΔ). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τα εκτιθέμενα με αυτόν δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα οι υπ'αριθμ. ....2011 και ....2016 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, οι οποίες με την αναιρεσιβαλλόμενη κρίθηκαν μη αξιόπιστες.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ότι το ένδικο ατύχημα οφειλόταν σε συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, ύστερα από εκτίμηση των εκεί αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και...

την υπ'αριθμ. ....2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία λήφθηκε έπειτα από γνωστοποίηση του τόπου και του χρόνου σύνταξής της στον εναγόμενο με δήλωση που έγινε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τέλος την υπ'αριθμ. ....2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε νόμιμα από τον ενάγοντα μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του (βλ.

αυτήν και την υπ'αριθμ. ....2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Β.)...", της πρώτης των οποίων έκανε ρητή αναφορά και στην ελάσσονα πρόταση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η περιεχόμενη σε αυτήν κατάθεση του μάρτυρα δεν κρίνεται αξιόπιστη, διότι έρχεται σε αντίθεση με όσα ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει τόσο κατά την ποινική προδικασία, όσο και ενώπιον των τεχνικών επιθεωρητών και περιλαμβάνονται στην συνταχθείσα για το ένδικο ατύχημα έκθεση αυτοψίας.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τις φερόμενες ως αγνοηθείσες, ως άνω, ένορκες βεβαιώσεις, της πρώτης μάλιστα των οποίων έγινε ειδική μνεία και αξιολόγηση κατά τα εκτιθέμενα ήδη στον αναιρετικό λόγο.

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παράγραφο 2 εδ. β` του ίδιου κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του ν. 3944/2011 (ΦΕΚ Α 165/25.7.2011), δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 30.000 ευρώ. Εξάλλου στο άρθρο 72 παρ. 12 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζεται και στις αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευσή του.

Συνεπώς, σε περίπτωση αδικοπραξίας, σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1 ΚΠολΔ), παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υποχρέου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της από αυτήν απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υποχρέου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις.

Η κρίση αυτή δεν υπόκειται κατ` αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, πλην όμως συνιστά λόγο αναιρέσεως η υπό του δικαστηρίου χρήση απρόσφορων στοιχείων ή κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (ΑΠ 81/2024, ΑΠ 1309/2021).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν φερέγγυος, εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας και απέρριψε το αίτημά του να απαγγελθεί προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο: "...όσον αφορά το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγομένου, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι, πέραν της μη αμφισβητούμενης φερεγγυότητας του εναγομένου αυτού, ένεκα της οποίας παρίσταται βέβαιη η ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος, βάσει της διάταξης του άρθρου 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει με τα άρθρα 62 και 72 παρ. 12 ν. 3994/2011 από 27/5/2011, ήτοι πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος προσωπικής κράτησης, πρέπει το ελάχιστο ύψος ποσού απαίτησης για την οποία επιτρέπεται να ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η απαίτηση του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ ως προς την επικαλούμενη αφερεγγυότητα του αναιρεσιβλήτου, η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης δεν ελέγχεται κατ' αρχήν αναιρετικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20/9/2018 (αρ. κατ. 917/117/20.3.2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 682/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ