Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding wrongful dismissal and personality rights violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Appeal's judgment concerning a wrongful dismissal and personality rights claim. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to properly assess the employer's conduct, but the court found the appellate court's reasoning sufficient and consistent with the established facts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court violated substantive law or failed to provide adequate reasoning, and the Supreme Court will dismiss the appeal if the lower court's decision is based on sound reasoning and correct application of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 116 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 116/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Βερβεσού και Κωνσταντίνου Καρέτσου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 3/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 5-3-2019 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 232/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 6104/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 1-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1888/182/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 6104/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., δικάσαντος ως Δικαστηρίου της παραπομπής μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 232/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (6104/2022) έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές οι από 27-7-2017 και 18-4-2017 εφέσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 3/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 9-2-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7435/12/2016) αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 9-2-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εξέθεσε ότι στις 20-6-1983 καταρτίστηκε μεταξύ αυτού ως δικηγόρου και της εταιρείας "...." σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτήν τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία.
Ότι η εταιρεία αυτή το έτος 2004 συγχωνεύθηκε με την "...." και συστάθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία το έτος 2014 διασπάστηκε και συστάθηκαν δύο νέες επωφελούμενες εταιρείες, εκ των οποίων η μία είναι η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...", με την οποία η σύμβασή του συνεχίστηκε μέχρι την 13-11-2015, οπότε καταγγέλθηκε από αυτήν, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, για σπουδαίο λόγο, δηλαδή "λόγω κλονισμού και απώλειας της εμπιστοσύνης της Διοίκησης της εταιρείας προς το πρόσωπό του, καθώς και της πλημμελούς παροχής των νομικών υπηρεσιών του και της ελλιπούς παρουσίας του στην εταιρεία".
Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική, καθόσον καθ' όλο το διάστημα των 32 ετών, που παρείχε τις υπηρεσίες του, εκτελούσε τα καθήκοντά του με επάρκεια και ευσυνειδησία, χειριζόμενος σημαντικές υποθέσεις, ενώ δεν είχε υποχρέωση να τηρεί ωράριο στα γραφεία της εργοδότριας εταιρείας. Επικουρικά δε, ότι και αν ακόμη συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, που υπαγόρευαν την ένδικη καταγγελία, η επιλογή του από την εναγομένη ως απολυτέου δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, αφού οι κατονομαζόμενοι επτά συνάδελφοί του υστερούσαν έναντι αυτού σε προϋπηρεσία, αποδοτικότητα, ηλικία και οικογενειακή κατάσταση, ενώ κάποιοι από αυτούς είχαν προσληφθεί παράνομα, ο δε ίδιος οδηγείται με την καταγγελία στην ανεργία, ενόψει του ότι είναι ηλικίας 66 ετών και είναι αδύνατο να εξεύρει ιδιωτική πελατεία ένα έτος προ της συνταξιοδότησής του.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας για τους προαναφερόμενους λόγους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 200 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης της υποχρέωσης αυτής, γ) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 10.059,90 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 13-11-2015 έως 13-4-2016 και δ) όπως παραδεκτά περιορίστηκε το σχετικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της παράνομης και άκυρης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την κύρια βάση της, απορριφθέντος ως αόριστου του αιτήματος επιδίκασης μισθών υπερημερίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 27-7-2017 και 18-4-2017 εφέσεις του ενάγοντος και της εναγομένης αντίστοιχα, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγιναν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε η ένδικη αγωγή, απορρίφθηκε αυτή κατά την κυρία βάση της ως αόριστη και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική βάση της και α) αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη, ως καταχρηστική, η από 13-11-2015 καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.059,90 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, και γ) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 5-3-2019 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 232/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως προς το σκέλος της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική βάση της, και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια, με κλήση του ενάγοντος, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Μονομελές Εφετείο ..., το οποίο με την υπ' αριθ. 6104/2022 απόφασή του δέχθηκε αμφότερες τις εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 3/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και δίκασε την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς την επικουρική βάση της και α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 13-11-2015 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος, β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 10.059,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αυτής διακρίσεις και γ) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της.
Κατά το άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι, για τους λόγους αυτούς, ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 26/2022, 1531/2018, 1399/2017, 168/2015, 1401/2008).
Το απαράδεκτο από την ως άνω διάταξη αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 26/2022, 30/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 70/2023, 32/2022, 14/2022).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχάς, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, 32/2022, 14/2022, 1321/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο λόγω αοριστίας της αγωγής ως προς την επικουρική βάση της περί καταχρηστικότητας καταγγελίας γενομένης για οικονομοτεχνικούς λόγους, η οποία (αοριστία) συνίσταται στο ότι ο ενάγων δεν εκθέτει στην αγωγή την οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας κατά τον χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής και αν αυτή ήταν τόσο δυσχερής, ώστε να αναγκαστεί η τελευταία να προβεί σε μείωση του προσωπικού της, ούτε αναφέρει αν η μείωση αυτή ήταν πρόσφορο μέτρο για την εξυγίανση της εναγομένης και τη συνέχιση της λειτουργίας της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής προτάθηκε ή επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου από την εκκαλούσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 26/2022, 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της ένδικης αγωγής περί καταχρηστικότητας καταγγελίας γενομένης για οικονομοτεχνικούς λόγους, ως προς την οποία (βάση) έκανε δεκτή την αγωγή.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αντιφάσκει προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο λόγω αοριστίας της αγωγής ως προς την επικουρική βάση της περί καταχρηστικότητας καταγγελίας γενομένης για οικονομοτεχνικούς λόγους, σε κάθε όμως περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι από το προαναφερθέν περιεχόμενο της παραδεκτά επισκοπηθείσας αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει σαφώς ότι εμπεριέχεται στο δικόγραφο η ως άνω επικουρική βάση και δη υπό τον τίτλο "Επικουρικώς:
Καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής μου για οικονομοτεχνικούς λόγους". Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 317/2022, 322/2022, 323/2022, 109/2020, 269/2020, 1388/2019, 1266/2017).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, καθώς και με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για παραβίαση εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα α) της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής για οικονομοτεχνικούς λόγους (α' σκέλος τρίτου λόγου), β) της μη ύπαρξης προσφορότερων, σε σχέση με την ένδικη καταγγελία, μέτρων μείωσης του μισθολογικού κόστους της εναγομένης εταιρείας (β' σκέλος τρίτου λόγου) και γ) της υπεροχής του ενάγοντος έναντι των κριθέντων ως απολυτέων συναδέλφων του (α' σκέλος έκτου λόγου), ενώ με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην ως άνω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με τις παραδοχές περί καταγγελίας της ένδικης σύμβασης για οικονομοτεχνικούς λόγους χωρίς τήρηση των αντικειμενικών κριτηρίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." είναι δημόσια επιχείρηση κοινής ωφελείας (Ν. 3429/2005), δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού και υλικών και αποτελεί βασικό προμηθευτή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή, εξαιτίας της συμμετοχής του κατά ποσοστό 99,87% στο μετοχικό της κεφάλαιο, τη δε λειτουργία της εποπτεύει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Η δημιουργία της εναγομένης προήλθε από τη συγχώνευση της εταιρείας "..." με την εταιρεία "...", δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Α. Σ.-Π., ενώ με την 11753/16-9-2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης της συμβολαιογράφου ... Μ. Σ., η ανωτέρω εταιρεία διασπάστηκε και συστάθηκαν δύο νέες επωφελούμενες εταιρείες:
α) η εναγομένη και β) η εταιρεία "...". Η διάσπαση αυτή ήταν μέρος του σχεδίου αναδιάρθρωσης του Ελληνικού Δημοσίου, εξαιτίας των χρόνιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η διασπώμενη εταιρεία, με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, ακολούθησε δε επιχειρησιακό σχέδιο τριετούς διάρκειας, υπό την εποπτεία των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για την αντιμετώπιση της ελλειμματικής της λειτουργίας και την επιστροφή των επιδοτήσεων που είχε λάβει, συνιστάμενο σε μείωση του κόστους λειτουργίας της, μείωση προσωπικού μέσω προγράμματος οικειοθελών αποχωρήσεων (βλ.
την Φ800/10/Σ.2226/135619/10-10-2014 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας για τη "Ρύθμιση Θεμάτων Προγράμματος Εθελούσιας Εργαζομένων ΕΑΣ ΑΒΕΕ" και το άρθρο 46 του Ν. 4278/2014), δράσεις βελτίωσης της εσωτερικής της λειτουργίας, υλοποίηση νέων συμβάσεων εσωτερικού και εξωτερικού. Ειδικότερα, η δραστηριότητα της εναγομένης, όπως και της δικαιοπαρόχου της (υπό την (δια επωνυμία), ήταν επί σειρά ετών ζημιογόνος.
Ενδεικτικά, η δικαιοπάροχος της εναγομένης το έτος 2011 παρουσίασε συνολική ζημία περί τα 84.400.000 ευρώ, ενώ το έτος 2012 η ζημία ανήλθε σε 81.000.000 ευρώ. Οι συνολικές οφειλές της προς το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονταν την περίοδο εκείνη στο ποσό του 1.130.000.000 ευρώ. Μέσω αυξήσεων του μετοχικού της κεφαλαίου, το Δημόσιο την ενίσχυσε με 158.000.000 το 2011 και 83.200.000 το 2012, με ισόποση επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού, ότε η Επιτροπή Ανταγωνισμού της EE ξεκίνησε προκαταρκτική διερεύνηση ζητημάτων κρατικής ενίσχυσης προς την εταιρεία για τη χρονική περίοδο 2004-2011, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να διακόψει την κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Ταυτόχρονα, η δικαιοπάροχος της εναγομένης είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς εργαζομένους, ασφαλιστικούς οργανισμούς και προμηθευτές. Έτσι, η οικονομική της κατάσταση, οι λειτουργικές ζημίες, τα συσσωρευμένα της χρέη και η αρνητική καθαρή της θέση καθιστούσαν αδύνατη την πρόσβασή της σε χρηματοδότηση και την άντληση ρευστότητας.
Από τις αρχές του 2013 η εταιρεία ουσιαστικά διέκοψε την παραγωγική της λειτουργία ενώ για πολλούς μήνες (Φεβρουάριο 2013 έως τα τέλη του 2013) οι εργαζόμενοι ήταν σε επίσχεση εργασίας (βλ. τις προσκομιζόμενες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της δικαιοπαρόχου της εναγομένης χρήσης 2013). Ακόμη όμως και μετά την ως άνω διάσπαση, η εναγομένη συνέχισε να παρουσιάζει ζημιογόνα και ελλειμματικά αποτελέσματα.
Κατά την πρώτη χρήση αυτής (2014), το σύνολο των ζημιών της ανερχόταν σε 1.378.305.907 ευρώ, παρά το γεγονός ότι, σε συμμόρφωση με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, είχε καταφέρει μέσω προγραμμάτων οικειοθελών αποχωρήσεων να μειώσει το προσωπικό της σε 533 εργαζόμενους, ενώ οι απαιτήσεις των εργαζομένων κατ' αυτής υπερέβαιναν το ποσό των 63.000.000 ευρώ (βλ.
τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης χρήσης 2014). Η αρνητική πορεία της εναγομένης συνεχίστηκε και κατά τη χρήση του έτους 2015. Συγκεκριμένα, το σύνολο των ζημιών της στις 31-12-2015 ανερχόταν σε 1.475.654.436,47 ευρώ και τα ίδια κεφάλαιά της ήταν αρνητικά κατά 737.131.379,85 ευρώ, αντιμετωπίζοντας έτσι οξύ πρόβλημα ρευστότητας, ενώ της επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 70.000.000 ευρώ για μη καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών από καταπτώσεις εγγυημένων δανείων.
Το σημαντικότερο δε πρόβλημα της εναγομένης, όπως ρητώς εκφράστηκε στην έκθεση διαχείρισης του Διοικητικού Συμβουλίου, αποτελούσε το υψηλό λειτουργικό της κόστος (βλ. ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης χρήσης 2015), πράγμα που οδήγησε σε περαιτέρω μείωση του προσωπικού στους 526 εργαζομένους.
Ενδεικτικό της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η εταιρεία, είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ απέστειλε προς τον τότε Πρόεδρο της εναγομένης την υπ' αριθ. πρωτ. 12405/14-1-2014 επιστολή, στην οποία ανέφερε ότι η ΕΑΣ βρίσκεται σε οξύτατη οικονομική δυσχέρεια και σε άμεσο κίνδυνο κήρυξης πτώχευσης....
Ο ενάγων ενεγράφη ως δικηγόρος στο μητρώο μελών του Δ.Σ. ... στις 21-4-1977. Στις 20-6-1983, με την ιδιότητά του αυτή, προσλήφθηκε στο Δικαστικό Τμήμα της Κεντρικής Δ/νσης της εταιρείας "...." με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ενώ το έτος 1985, τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τμήματος πολιτικών και ποινικών υποθέσεων της Δ/νσης Υποστήριξης της εταιρείας, με καθήκοντα την παροχή νομικών συμβουλών και οδηγιών προς τις Δ/νσεις και τα υπόλοιπα τμήματα σχετικά με τις ποινικές και τις πολιτικές υποθέσεις αυτής, τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων για την έννοια διατάξεων νόμων, για την ύπαρξη ή όχι νομικών υποχρεώσεων, δικαιωμάτων κλπ., την κατάρτιση ή και τον έλεγχο των συμβάσεων, την εκπροσώπηση της σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, όπως και εξώδικα κλπ.
Απασχολείτο ως επί το πλείστον με τα εργασιακά θέματα της εταιρείας, με την δε 1025/14-2-2003 απόφαση ορίστηκε υπεύθυνος για το χειρισμό όλων των θεμάτων που αφορούσαν τη συγχώνευση της ... με την ..., ενώ με το 6/20-2-2004 πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. της "..." εξουσιοδοτήθηκε για την εκπροσώπηση της εταιρείας στις διαδικασίες διαπραγματεύσεων με τα σωματεία των εργαζομένων για την κατάρτιση και υπογραφή Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε.
για το έτος 2004. Στις 13-11-2015 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα από την εναγομένη με δικαστικό επιμελητή η με την ίδια ημερομηνία έγγραφη καταγγελία εμμίσθου εντολής, λόγω "κλο-νισμού και απώλειας της εμπιστοσύνης της Διοίκησης της Εταιρείας προς το πρόσωπό του, καθώς και της πλημμελούς παροχής των νομικών υπηρεσιών του και της ελλιπούς παρουσίας του στην εταιρεία", με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του.
Η απόφαση για την καταγγελία της έμμισθης εντολής του ενάγοντα, όπως και των δικηγόρων Ι. Κ. και Μ. Π., τριών εκ των δέκα απασχολούμενων κατά το χρονικό εκείνο διάστημα δικηγόρων στην εναγομένη, λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της, στις 13-11-2015, μετά από εισήγηση του Διευθύνοντα Συμβούλου, Κ. Χ., ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε και για την υλοποίησή της....
Από τα προαναφερόμενα στοιχεία συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος έλαβε χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη το αρνείται. Λόγω δε της φύσεως του δικηγορικού επαγγέλματος και της λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης, πριν την προσφυγή στην καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντα δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν προσφορότερα μέτρα μείωσης του μισθολογικού κόστους της επιχείρησης, τα οποία να είναι λιγότερο επαχθή για τον ενάγοντα από την καταγγελία της σύμβασής του.
Περαιτέρω, πέραν του ενάγοντος, κατά την ίδια συνεδρίαση αποφασίστηκε η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής ακόμη δύο συναδέλφων του τελευταίου, από τους συνολικά δέκα απασχολούμενους στη νομική υπηρεσία της εναγομένης. Πλην όμως η εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να υλοποιήσει την απόφασή της για τη μείωση του αριθμού των δικηγόρων, όφειλε να απολύσει κάποιον από τους παρακάτω αναφερόμενους δικηγόρους, που απασχολούσε με σύμβαση έμμισθης εντολής, ήτοι τη Δ.
Π. ή τον Ι. Κ. ή τον Χ. Μ. ή την Κ. Σ., οι οποίοι υστερούσαν έναντι του ενάγοντα σε κοινωνικά, οικονομικά και υπηρεσιακά κριτήρια. Με τον Ι. Μ., τον οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος όφειλε να απολύσει αντ' αυτού η εναγομένη, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, καθώς αυτός απασχολείται στην εναγομένη με άλλη ειδικότητα, αυτή του νομικού συμβούλου "παρά τη διοικήσει".
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τον κρίσιμο της καταγγελίας της σύμβασής του χρόνο, ήταν ηλικίας 66 ετών (γεννηθείς το έτος 1949), ήταν έγγαμος με ενήλικα τέκνα και είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 20-6-1983, άρα είχε προϋπηρεσία 32 ετών, εκ των οποίων τα 8 χρόνια (από το 1996 έως το 2004) υπηρέτησε σε θέση ευθύνης, ως προϊστάμενος του τμήματος πολιτικών και ποινικών υποθέσεων της νομικής υπηρεσίας.
Το έτος 2003 ορίστηκε υπεύθυνος για τον χειρισμό όλων των θεμάτων που αφορούσαν τη συγχώνευση της ... με την ..., ενώ το έτος 2004 ορίστηκε υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις με τα σωματεία των εργαζομένων στην εναγομένη για την κατάρτιση των Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας. Χειρίστηκε δικαστικά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην εναγομένη σημαντικές υποθέσεις της τελευταίας.
Από την άλλη πλευρά, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία, η συνάδελφος του ενάγοντος Δ. Π. ήταν νεώτερη σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1959, ήταν έγγαμη χωρίς τέκνα και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς είχε προσληφθεί στις 8-9-1986, ενώ από το έτος 2012 υπηρετούσε ως προϊστάμενη του τμήματος ακίνητης περιουσίας.
Ο Γ. Κ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερος σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1970, ήταν έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 2-1-2001 ως νομικός σύμβουλος και στη συνέχεια μετακινήθηκε στη νομική υπηρεσία, ενώ από το Μάρτιο του 2009 υπηρετούσε ως προϊστάμενος τμήματος δικαστικών υποθέσεων.
Ο Ε. Σ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1947, ήταν έγγαμος με ενήλικα τέκνα και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 31-12-1999 ως προϊστάμενος φορολογικών και διοικητικών υποθέσεων μέχρι το 2004, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2015 ορίστηκε προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας και από 13-11-2015 Διευθυντής της νομικής υπηρεσίας και νομικός σύμβουλος.
Ο Ι. Κ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερος σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1967, ήταν έγγαμος χωρίς ανήλικο τέκνο και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς προσλήφθηκε από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης ως δικηγόρος στις 26-9-2009 (από τις 30-12-2005 είχε προσληφθεί ως ειδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης).
Ο Χ. Μ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερος σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1964, ήταν έγγαμος με ενήλικο τέκνο και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς προσλήφθηκε από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης ως δικηγόρος στις 26-9-2009 (από τις 30-12-2005 είχε προσληφθεί ως ειδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης), ενώ από το 2012 υπηρετούσε ως προϊστάμενος του τμήματος συμβάσεων.
Η Κ. Σ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερη σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1964, ήταν άγαμη και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς προσλήφθηκε από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης ως δικηγόρος στις 26-9-2009 (από τις 30-12-2005 είχε προσληφθεί ως ειδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης).... Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων είχε μειωμένη απόδοση στην εργασία του σε σχέση με τους προαναφερόμενους συναδέλφους του ούτε ότι είχε επέλθει διαταραχή στη συνεργασία του με την εναγομένη, όπως η τελευταία ισχυρίζεται.
Αντίθετα, προέκυψε ότι εκτελούσε με επάρκεια τα καθήκοντά του και τούτο ενισχύεται από το ότι η εναγομένη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της προς τον ενάγοντα σχετικά με τον χειρισμό και τη εξέλιξη των δικαστικών υποθέσεων που αυτός αναλάμβανε. Άλλωστε, λόγω της ιδιαιτερότητας και του βαθμού δυσκολίας που μπορεί να έχει ο χειρισμός της εκάστοτε υπόθεσης, σε σχέση και με το αντικείμενό της, το οποίο ήταν διαφορετικό για κάθε δικηγόρο....
και δεδομένου ότι ο χειρισμός των υποθέσεων τελούσε υπό την έγκριση του εκάστοτε Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι διαμαρτυρήθηκε ή εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της προς τον ενάγοντα (μέχρι την καταγγελία της έμμισθης εντολής), αλλά και προς τους ανωτέρω δικηγόρους, αναφορικά με το κριτήριο των ουσιαστικών προσόντων και της απόδοσης στην εργασία του ενάγοντα και των ανωτέρω δικηγόρων θεωρούνται αυτοί ισό-τιμοι.
Περαιτέρω, η μη τήρηση του καθημερινού ωραρίου παρουσίας εκ μέρους του ενάγοντος στα γραφεία της εναγομένης, δεν προέκυψε ότι εμπόδισε τον ενάγοντα από το να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του έναντι της εναγομένης, καθώς αυτός εργαζόταν για τις υποθέσεις της και στο ιδιωτικό του γραφείο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο δικηγόρος οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία του εντολέα του, όχι μεν σε ωράριο υποχρεωτικό και εκ των προτέρων καθορισμένο, αλλά σε χρόνο εύλογο και απαραίτητο, αναλόγως των υπαρχουσών αναγκών, για την καταλληλότερη εξυπηρέτηση και διεκπεραίωση των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων του εντολέα του, δεδομένου ότι το αντίθετο προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Με τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων ήταν αρχαιότερος στη νομική υπηρεσία της εναγομένης από όλους τους προαναφερόμενους δικηγόρους. Ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από όλους τους συναδέλφους του, πλην του Ε. Σ., με συνέπεια τη μειωμένη (σε σχέση με τους νεώτερους συναδέλφους του) δυνατότητά του, στην ηλικία των 66 ετών, να εξεύρει ιδιωτική πελατεία ως δικηγόρος ή να προσληφθεί από άλλη εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και από το γεγονός ότι ο ενάγων στις 15-12-2016 δήλωσε διακοπή του επαγγέλματός του στην αρμόδια ΔΟΥ και διαγράφηκε από τα μητρώα του ....
Επομένως, ο βιοπορισμός του είχε άμεση εξάρτηση από την πάγια αντιμισθία της εναγομένης, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια και ενόψει του ότι πλησίαζε στην συνταξιοδότησή του, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γραμματίων προκαταβολής (δικαστήρια) του Δικηγορικού Συλλόγου ..., όλες οι παραστάσεις του στα δικαστήρια κατά το έτος 2014, δηλαδή το προηγούμενο της καταγγελίας της σύμβασής του, καθώς και το έτος 2015 αφορούσαν δικαστικές υποθέσεις της εναγομένης, καθώς και από το ότι, σύμφωνα με την αντίστοιχη φορολογική του δήλωση, ουδέν εισόδημα είχε από την ελεύθερη δικηγορία για το έτος 2015, για δε τα έτη 2016 και 2017 ουδεμία παράσταση είχε στα δικαστήρια.
Είχε τα ίδια οικονομικά και οικογενειακά βάρη με τους προαναφερόμενους συναδέλφους του, ως έγγαμος με ενήλικα τέκνα, πλην του Γ. Κ., που είχε περισσότερα οικονομικά και οικογενειακά βάρη, ως πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων. Από τα παραπάνω προκύπτει η καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι των συναδέλφων του Δ.
Π., Ι. Κ., Χ. Μ. και Κ. Σ., που του έδινε προβάδισμα στη διατήρηση της θέσης εργασίας του. Αντίθετα δεν υπερείχε καταφανώς ο ενάγων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έναντι των συναδέλφων του: α) Γ. Κ., ως προς τον οποίο το κριτήριο των μεγαλύτερων οικογενειακών και οικονομικών αναγκών θα πρέπει να υπερισχύσει έναντι της μικρότερης ηλικίας και προϋπηρεσίας του έναντι του ενάγοντος και β) Ε.
Σ., ως προς τον οποίο το κριτήριο της μεγαλύτερης ηλικίας και των νευραλγικών θέσεων που κατείχε στην εναγομένη, ως προϊστάμενος φορολογικών και διοικητικών υποθέσεων, προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας (ήτοι και του ενάγοντος) και Διευθυντής της νομικής υπηρεσίας, που κατά τεκμήριο υποδηλώνουν τη συνδρομή στο πρόσωπό του επιπλέον και διοικητικών προσόντων, θα πρέπει να υπερισχύσουν έναντι της μικρότερης προϋπηρεσίας του έναντι του ενάγοντος".
Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγομένη έπρεπε, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα κριτήρια υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για τον ενάγοντα έναντι των προαναφερόμενων τεσσάρων συναδέλφων του, να καταλήξει στην επιλογή να καταγγείλει τη σύμβαση, αντ' αυτού, της Δ.
Π. ή του Ι. Κ. ή του Χ. Μ. ή της Κ. Σ., οι οποίοι διατηρήθηκαν στη θέση τους, ως προς τους οποίους το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές και η άσκηση του λειτουργήματός τους σε άλλον εργοδότη, ενόψει της ηλικίας και της έλλειψης οικογενειακών υποχρεώσεων, θα ήταν ευχερέστερη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και ήταν καταχρηστική, αφού η επιλογή αυτού προς απόλυση δεν πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ), με αποτέλεσμα την ακυρότητα αυτής (καταγγελίας) και την εντεύθεν υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, ο οποίος και δικαιούται να ζητήσει και να λάβει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 14-11-2015 (οπότε και αποχώρησε από τα γραφεία της εναγομένης) έως 13-4-2016".
Το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία έκρινε εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν ορθής υπαγωγής σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κρίνοντας ανέλεγκτα ότι στην προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος για οικονομοτεχνικούς λόγους οι οποίοι καθιστούσαν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και ότι η καταγγελία αυτή ήταν καταχρηστική, αφού η επιλογή του τελευταίου προς απόλυση δεν πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ), τα οποία (κριτήρια) υπαγόρευαν την απόλυση, αντ' αυτού, ενός εκ των τεσσάρων προαναφερθέντων συναδέλφων του, με αποτέλεσμα την ακυρότητα της καταγγελίας και την εντεύθεν υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του.
Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον ανωτέρω κανόνα δικαίου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο έκτος λόγος ως προς το πρώτο σκέλος του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον αν γινόταν δεκτό ότι υπήρχαν προσφορότερα, σε σχέση με την ένδικη καταγγελία, μέτρα μείωσης του μισθολογικού κόστους της εναγομένης εταιρείας, τούτο θα οδηγούσε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1526/2021, 686/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την απάντηση του αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Άμυνας Δ. Β. σε επερώτηση του βουλευτή Α.
Λ. σχετικά με τις καταγγελίες των συμβάσεων του ενάγοντος και δύο ακόμη δικηγόρων της εναγομένης εταιρείας, ο οποίος (υπουργός) εξέφρασε την άποψη ότι ο αριθμός των δικηγόρων της τελευταίας ήταν πολύ μεγάλος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η έκφραση γνώμης του Υπουργού, που αναφέρεται στην απόφαση ως επιχείρημα προς στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, ότι δηλαδή η ένδικη καταγγελία οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο και δη μη επιτρεπόμενο από το νόμο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, β) η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 555/2019, 1542/2018, 286/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο "εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον εκτός από την αριθμητική επίκληση της ανωτέρω διάταξης και την επανάληψη του κειμένου της, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα από τα προαναφερθέντα στοιχεία, που ο νόμος απαιτεί για την θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.
Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη. Αυτό συμβαίνει, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είτε είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 462/2022, 474/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου (χωρίς αιτιολογία) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 57 και 932 ΑΚ, όσον αφορά το ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος εξαιτίας της καταχρηστικής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από την εναγομένη εταιρεία.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τον τρόπο που μεθοδεύτηκε και έλαβε χώρα η ως άνω άκυρη απόλυση του ενάγοντος από την εναγομένη, σε συνδυασμό με την πολυετή υπηρεσία του σ' αυτή, προσβλήθηκε αυτός στην προσωπικότητά του παράνομα και υπαίτια και υπέστη μείωση της επαγγελματικής του αξίας και τιμής, δοκίμασε δε άγχος και στενοχώρια και συνεπώς δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, για την οποία, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η άκυρη καταγγελία, το είδος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, οι συνέπειες αυτής στην επαγγελματική ζωή του και τέλος η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εύλογο κρίνεται το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ".
Το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες στα πλαίσια της έρευνας των τρίτου, πέμπτου και έκτου (κατά το α' σκέλος του) λόγων αναίρεσης, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 57 και 932 ΑΚ, τις οποίες έκρινε εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν ορθής υπαγωγής σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα.
Περαιτέρω, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις άρθρων 281, 57 και 932 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες δικαίου.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1888/182/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6104/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ