Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed judgment remains subject to the appeal for default judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment of 1631/2019 as inadmissible. The appellants failed to prove that the appealed judgment had become final by expiration of the 15-day period for filing an appeal for default judgment or by withdrawal of that right. Consequently, the appeal for default judgment remained available, rendering the appeal for review procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)b, 577, 309(1), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal for review is inadmissible if the appealed judgment remains subject to an appeal for default judgment, as the court examining the latter alone determines the finality of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 116 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …..και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Κυριακόπουλο και Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ., συζύγου Α. Μ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2401/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1631/2019 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω αξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω κι'αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ1470/2003, ΑΠ162/1997), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ1βΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β'περ.β'ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Το έννομο συμφέρον εξ άλλου του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει άν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ15/2001, ΑΠ45/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία (και συνεπώς δυναμένη να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας), 1631/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων- εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αρ.2401/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει κατ'αντιμωλίαν των διαδίκων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή των αναιρεσειόντων καθ' ο μέρος αφορά την δεύτερη εξ αυτών και δέχθηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την άνω αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα.
Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραπάνω (1631/2019) απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε στην ερήμην δικασθείσα εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από τους αναιρεσείοντες, όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το εάν η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθίσταται έτσι απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με απούσα την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, παρότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση και με αριθμό 7963Γ'/16-11-2020 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ και να απορρίψει ως απαράδεκτη την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ).Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στη δίκη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2020 αίτηση των: 1. Μ. Γ. και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 1631/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ