Supreme Court dismisses State's appeal on procedural grounds, upholding lower court's land ownership ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on land ownership. The State argued that the First Instance Court failed to consider specific documents proving the land was state forest under the 1979 Forest Law. The Court held that the First Instance Court had properly evaluated all evidence, including the contested documents, and its findings were not arbitrary.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 K.Pol.D; Art. 6A para. 1 of the 1944 Decree: The Supreme Court reviews procedural defects like improper summons but upholds factual findings if the lower court considered all evidence without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 116 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Α. και της Π., 2) Γ. Σ. του Ν. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2017 μη οριστική, 31/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.
κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β)...Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ.278Δ, 279Δ/ 5-10-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Η. Χ., της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Στη προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 22-5-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ.31/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, ..., 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 14-1-2014 αγωγή τους, ενώπιον του Mονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούντο πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως επί του επιδίκου αγροτικού ακινήτου κατά ποσοστό συγκυριότητας 51% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 49% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καταχωρίσθηκε εσφαλμένως με ΚΑΕΚ .../0/0 στο οικείο κτηματολογικό γραφείο, ως δικαιούχο κυριότητας κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, κατά ποσοστό 100% επί του επιδίκου, ότι η ανωτέρω εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν α) να αναγνωριστούν συγκύριοι, κατά ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 49% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος, του ακινήτου αυτού, β) να διορθωθεί η ανακριβής σχετική εγγραφή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, την υπ'αριθ. 34/2016 απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 27-5-2016 έφεσή του, επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την η υπ'αριθ.31/2019 αναιρεσιβαλλόμενης απόφαση, με την οποία, έγινε τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ως άνω έφεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 28 Σεπτεμβρίου 1919 Β. διατάγματος (ΦΕΚ 1 Οκτωβρίου 1919, τεύχος Πρώτον αριθ. Φύλλου 217) "απαγορεύεται επί ταις εν άρθρω 1 του νόμου 924 της Σεπτεμβρίου 1917 "περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων των Νέων Χωρών" οριζομέναις ποιναίς 1) Εν Μακεδονία, Ηπείρω, Λέσβω, Λήμνω, Θάσω, Σαμοθράκη, Τενέδω και Ιμβρω και εν τη περιφερεία της πόλεως Χίου πάσα δικαιοπραξία εν ζωή, δια της οποίας μεταβιβάζεται η κυριότης (ή η εξουσίασις επί δημοσίων γαιών) ή ιδρύεται έτερον εμπράγματον δικαίωμα επί ακινήτων εν γένει, ως και παν προκαταρκτικόν σύμφωνον, έχον περιεχόμενον τινά των ως άνω απαγορευμένων συμβάσεων.
Σύμφωνα δε με το το άρθρο 2 του ιδίου διατάγματος Αι ανωτέρω απαγορεύσεις δύνανται ν' αρθώσιν απολύτως ή υπό τους εν ταις κατωτέρω αποφάσεσι τιθεμένους εκάστοτε όρους. 1) Επί μεταβιβάσεως της κυριότητος (ή εξουσιάσεως) ή ιδρύσεως ετέρου εμπραγμάτου δικαιώματος. Α) Δια τα εν τη Μακεδονία, Ηπείρω, Λήμνω και Θάσω, κατά την έννοιαν του εδ. 4 άρθρ. 1 του παρόντος διατάγματος αγροτικά ακίνητα, δ' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, εκδιδομένης μετά γνώμην του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κτημάτων, καταχωρουμένης εις τινα των ελληνικών εφημερίδων των εκδιδομένων εν τη έδρα του νομού εις την περιφέρειαν του οποίου κείται το κτήμα, ή ελλείψει τοιούτων εις τίνα των εν Αθήναις εκδιδομένων ημερησίων εφημερίδων, δαπάνη του ενδιαφερομένου".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ., τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ περαιτέρω κατά το άρθρο 441 ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές. (Α.Π 97/2018, 2258/2014, ΑΠ 307/2013, ΑΠ 443/2011, Α.Π. 1243/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π 18/2008, Ολ.Α.Π 15/2006, Α.Π 1423/2019, 319/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 27/2021).
Με το πρώτο λόγο, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση της πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό περί κυριότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων, επί τμήματος 6.000 τ.μ της επίδικης έκτασης, καθόσον στηρίζει την κρίση του, ότι την κυριότητα επί του παραπάνω τμήματος του επιδίκου, η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Α.
Τ., απέκτησε δυνάμει οθωμανικών τίτλων που αναφέρονται διηγηματικά στην εγκριτική της αγοραπωλησίας απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, χωρίς να εκθέσει ότι απαιτείτο σύμφωνα με το άρθρου 1 νόμου 924/14.9.1917 (ΦΕΚ 232Α/19.10.1917) και των εκτελεστικών β.δ. αυτού, ήτοι αυτού της 27 3.1918 (ΦΕΚ 74Α/7Α1918) και αυτού της 28.9.1919 (ΦΕΚ 217Α/1.10.1919), προκειμένου να εκδοθεί η εγκριτική απόφαση του υπουργού Γεωργίας και η υπόδειξη των τίτλων ιδιοκτησίας σε αρμόδιο όργανο, δυνάμει των οποίων ο πωλητής αποκτούσε την έκταση που πωλούσε καθώς και η ταυτοποίηση της έκτασης που αναφέρεται σ'αυτούς (τίτλους) με την έκταση που πωλείται.
Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για το παραπάνω ζήτημα έχουν ως εξής: "Με το υπ'αριθμ. .../12-6-1920 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Βασιλείου Λουμπουρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς στον τόμο … και με αριθμό …, η Α. χήρα Ν. Τ., το γένος Γ.
Σ., πώλησε στους αδελφούς Σ., Σ. και Β. Σ. του Κ. αμπελώνα έξι "παλαιών" στρεμμάτων ή δεκατριών περίπου "σημερινών" στρεμμάτων (όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο), στην τοποθεσία ... …, οριζόμενο ανατολικώς με δημόσιο δρόμο, δυτικώς με δημόσιο δρόμο διαχωρίζοντα από έτερον τμήμα του ιδίου αμπελώνα, βορείως με αμπελώνα Θ.
Ν. και νοτίως με αμπελώνα Κ. Σ.. Στο συμβόλαιο αυτό γίνεται μνεία ότι η κυριότητα του αμπελώνα αποκτήθηκε με τον υπ'αριθμ. 272, 273 του μηνός Ιουνίου τουρκικού έτους 1328 (1912) τίτλο ιδιοκτησίας του Οθωμανικού Κτηματολογίου … και ακόμη ότι η πώληση αυτού επετράπη με την υπ'αριθμ. 9353/21-2-1920 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθμ. 7/29- 3-1920 φύλλο της τοπικής εφημερίδας "…", αντίγραφο της οποίας προσαρτήθηκε σ'αυτό (συμβόλαιο)......
Περαιτέρω δε, "...... όσο δε αφορά το τμήμα εμβαδού, 6.300 τ.μ., που αποτελεί μέρος του υπ'αριθμ. 1491 κτήματος, τούτο μεταβιβάσθηκε από την απώτατη δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. Τ. κατόπιν εκδόσεως της υπ'αριθμ. 9353/21-2-1920 απόφασης του Υπουργείου Γεωργίας, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Αριθ. 9383 Εν Αθήναις τη 21η Φεβρουάριου 1920 Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ Έχοντες υπ' όψει το άρθρον 1 του Νόμου 924, το από 28 Σεπτεμβρίου π.έ Β.
Διάταγμα και την από 12 Φεβρουάριου γνωμοδότησιν του Συμβουλίου των Κτημάτων, αίρομεν την υφισταμένην απαγόρευσιν απαλλοτριώσεως επί μιας αμπέλου κείμενης εν τη θέσει ... της Κτηματικής περιφερείας … ανηκούσης εις την Α. σύζυγον Ν. Τ. δυνάμει του υπ'αριθμ. 272 και 273 τίτλου ιδιοκτησίας του Τουρκικού Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου της υποδιοικήσεως … του έτους 1912, επιτρέποντος την πώλησιν ταύτης εις τους 1) Σ.
Κ, Σ.ν, 2) Σ. Κ. Σ.ν και 3) Β. Κ. Σ.ν. Ειδική εντολή υπουργού ο Γενικός Γραμματεύς Λ. M." (βλ σχετ. σελ. 4 της εφημερίδος …, ΕΤΟΣ ΠΡΩΤΟΝ APIΘ. 7,… 29 Μαρτίου 1920"), η οποία απόφαση αναγνωρίζοντας ότι απώτατη δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Τ. είχε αποκτήσει αυτό δυνάμει του υπ'αριθμ. 272 και 273 τίτλου ιδιοκτησίας του Τουρκικού Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου της υποδιοικήσεως … του έτους 1912, άγει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως.....".
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, γίνεται ειδική αναφορά στην εγκριτική απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και του περιεχομένου της στο οποίο περιλαμβάνονται οι τίτλοι ιδιοκτησίας της Α. συζ. Ν. Τ., καθώς και η χορήγηση του δικαιώματος σ'αυτήν να πωλήσει την αναφερόμενη ιδιοκτησία της και από το σύνολο των σχετικών παραδοχών συνάγεται αυτονοήτως ότι οι τίτλοι αυτοί, προσκομίστηκαν ενώπιον του αρμοδίου οργάνου (προκειμένου να ελεγχθούν ότι η πωλήτρια απέκτησε την έκταση που πωλεί δυνάμει των τίτλων αυτών και να ταυτοποιηθεί η αναφερόμενη στους τίτλους έκταση με αυτή που πωλείται), χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται ειδική παραδοχή στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι απαιτείτο η επίδειξη των τίτλων αυτών ιδιοκτησίας στο αρμόδιο όργανο και η ταυτοποίηση της έκτασης που αναφέρεται σ'αυτούς με την έκταση που πωλείται, αφού τούτο αποτελούσε προϋπόθεση της έκδοσης της εν λόγω απόφασης, την έκδοση και το περιεχόμενο της οποίας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δεν αμφισβήτησε.
Κατά συνέπεια οι αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, όπως προεκτέθηκαν, τυγχάνουν επαρκείς και σαφείς και ο σχετικός λόγος ανάιρεσης αβάσιμος. Με το δεύτερο μέρος του λόγου αυτού το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της κτήσης κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Δ.
Π., τμήματος της επίδικης έκτασης 6.300 τ.μ και ειδικότερα ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός αναφέρεται ότι τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 6.300 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Δ. Π., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1960 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή (όχι δηλαδή με χρησικτησία), αφετέρου ότι ο Σ.
Σ., δικαιοπάροχος του αναφερόμενου στο ως άνω συμβόλαιο ως δωρητή, Ι. Π., ήταν κύριος δυνάμει τίτλου κυριότητας (υπ' αριθ. .../12-6-1920 πωλητήριου συμβολαίου) μόνο του 1/3 της μείζονος έκτασης 13 στρεμμάτων, εντός της οποίας η επίδικη, τα δε λοιπά 2/3 της έκτασης αυτής περιήλθαν σ' αυτόν το 1935, δυνάμει άτυπης διανομής με τους λοιπούς συγκυρίους.
Με το τρίτο δε μέρος του λόγου αυτού, το αναιρεσείον, μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν εκτίθεται, στην αναιρεσιβαλλόμενη, δυνάμει ποίου τίτλου κυριότητας κατέστη ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Σ. Σ., κύριος των 3,5 στρεμμάτων, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο υπ' αριθ. .../1920 συμβόλαιο αγοραπωλησίας και τα οποία, μεταγενέστερα μεταβιβάσθηκαν στον Ι.
Π., άμεσο δικαιοπάροχο του Δ. Π., εκ του οποίου έλκουν την κυριότητα οι αναιρεσίβλητοι, δυνάμει του υπ' αριθ. .../27-5-1960 πωλητήριου συμβολαίου, ως ενιαίο όλο (σύνολο 16,5 στρέμματα) μαζί με τα 13 στρέμματα που αναφέρονται στο υπ'αριθ. .../1920 συμβόλαιο. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του είναι αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το περιεχόμενό της.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π 112/2020) ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π1367/2014).
Με τον δεύτερο λόγο το αναιρεσείον προσάπτει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το υπ'αριθ. 68041/19.11.2014 έγγραφο της Δ/σης Δασών Καστοριάς περί προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Δημοσίου, σε τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 696,75 τ.μ με συνημμένα σ'αυτό της από 18.11.2014, έκθεσης αυτοψίας και φωτοερμηνείας του δασολόγου Ι.
Τ., δύο ορθοφωτοχάρτες έτους 1998 και 1945 και το από 18-11-2014 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο δασολόγος Ι. Τ. καθώς και το υπ'αριθ. 10657/678/26.1.2017 έγγραφο του Τμήματος Τοπογραφίας, Εποικισμού και Αναδασμού …, από τα οποία ισχυρίζεται ότι προέκυπτε ότι τουλάχιστον 696,75 τ.μ, ευρισκόμενο στο τμήμα της επίδικης έκτασης των 6.300 τ.μ.
αποτελούσαν δάσος της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.998/1979 και είχαν περιέλθει στη κυριότητα του δικαιώματι πολέμου, με την από 1-12-2013 Συνθήκη των Αθηνών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με τον Ν. ΔΣΙΓ/4213/14.11.1913. και το άρθρο 60 παρ.1 24.7.1923 της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 25/25-8-1923. Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε νομίμως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (το εκκαλούν-εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα) και από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά....", ενώ κάνει ειδική μνεία και του ότι: ".....ούτε έκταση αυτού στο νοτιοδυτικό τμήμα του, 696,75 τ.μ, η οποία φέρει δασική βλάστηση όπως το εκκαλούν ισχυρίζεται, ανήκει στο τελευταίο, καθόσον, σύμφωνα με την υπ'αριθμ.
πρωτ. 58999/3166/23-06-2009 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ/νσης Δασών Καστοριάς το επίδικο ακίνητο (με την αναφερόμενα ανωτέρω, έκταση και όρια), το οποίο απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. Τ. Κ. που ο δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων -εναγόντων Δ. Π. του Ι. είχε προσκομίσει στη Διεύθυνση Δασών, βεβαιώνεται ότι είναι αγρός και δεν διέπεται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας".
Από το παραπάνω, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικα μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη, διότι οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-5-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 31/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ