Supreme Court dismisses appeal on negative possession claim regarding servitude rights over a private path. The court rejects the claim based on lack of evidence and finality of lower court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a dispute over a private path. The appellant argued that the lower court erred in finding no servitude rights existed, claiming the path was blocked and necessary for access. The court held that the lower court's factual assessment of evidence and documents was not subject to appellate review and was properly based on sworn testimony and documentary proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1108, 561 § 1 of the Civil Code; The right to negative possession is denied when the alleged interference stems from a legal right exercised by the appellant, and appellate courts cannot re-evaluate the factual findings of the court of first instance regarding the existence of such rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 116 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 116/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Β. του Ι., συζύγου Π. Φ. (P.) κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πέτρου-Πετρουλά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Α. και Α., 2) Ε. Β. του Ν. και Ε., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μασούρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2018 του Τριμελούς Εφετείου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Kατά τη διάταξη του άρθρου 1108 AK, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος κατά τα άρθρα 999 και 1000 ΑΚ δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.
Όμως κατά τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, το ως άνω δικαίωμα δεν παρέχεται στον κύριο του πράγματος, όταν εκείνος που προσβάλλει την κυριότητα ενεργεί ασκώντας δικαίωμα, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του άλλου, οπότε και σε περίπτωση αποδείξεώς του καταλύεται η αρνητική αγωγή.
Η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι τούτο πηγάζει από έννομη σχέση, η οποία δεσμεύει και τον ενάγοντα και όχι από προσωπική σχέση που συνδέει τον εναγόμενο με τρίτο. Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και η πραγματική δουλεία, με βάση την οποία αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα, σε βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, η οποία συνιστάται όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 AK και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζομένες διατάξεις των άρθρων 1045 επ.
AK, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 975 του ίδιου κώδικα επί του δουλεύοντος ακινήτου, ασκήθηκε υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού επί συνεχή εικοσαετία, μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας, με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και η οιονεί νομή δουλείας οδού, που είναι ιδιόμορφο δικαίωμα, διάφορο των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 973 του ΑΚ εμπραγμάτων δικαιωμάτων, εφόσον για τη σύστασή της γίνεται επίκληση ενοχής π.χ. ο οιονεί νομέας δεν έχει μεν δουλεία οδού, αλλά έχει την προηγούμενη άδεια - παραχώρηση - ανοχή προς το διαβαίνειν.
Τέτοιο ενοχικό δικαίωμα προς επέμβαση στην κυριότητα του ενάγοντος δυνατόν να στηρίζεται στις περί περιορισμών της κυριότητας διατάξεις (π.χ. ΑΚ 1003) καθώς επίσης και σε διατάξεις του δημοσίου δικαίου (π.χ. εκτέλεση στρατιωτικών ασκήσεων πυροβολικού πάνω από το ακίνητο). Ο χωρίς τη συμφωνία ή τη θέληση του κυρίου - ενάγοντος της αρνητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου αγωγής αποκτήσας και ασκών την οιονεί νομή εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει την παραπάνω ένσταση ή την επί διεκδικητικής αγωγής αντίστοιχη του 1095 ΑΚ αν δεν έχει καταστεί δικαιούχος πραγματικής δουλείας οδού και απλώς ασκεί οιονεί νομή την οποία απέκτησε χωρίς τη βούληση του κυρίου του δουλεύοντος, ή χωρίς συμφωνία και μεταβίβαση από αυτόν με κάποιον από τους προβλεπόμενους από το νόμο τρόπους μεταβίβαση της.
Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 975 ΑΚ τις κατά των τρίτων αγωγές της νομής τις έχει και ο οιονεί νομέας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ "εκείνος που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011).
Επίσης, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται (ΑΠ 1701/2018).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.-ΑΠ 1821/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η πρώτη ενάγουσα είναι κυρία ενός ακινήτου, εμβαδού 105,59 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει ισόγεια λιθόκτιστη οικία εμβαδού 43,92 τ.μ., το οποίο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...", εντός των ορίων του οικισμού της Τοπικής Κοινότητας ...
και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, νότια με ιδιοκτησία της εναγομένης, ανατολικά με ιδιοκτησία της εναγομένης και δυτικά με ιδιοκτησία του δεύτερου ενάγοντος. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην πρώτη ενάγουσα εν μέρει (3/8 εξ αδιαιρέτου) εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 2003 πατέρα της Α.
Β., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε (μαζί με τις λοιπές δύο συγκληρονόμους του πατέρα της, ήτοι τη μητέρα της Α. και Γ.) με την …/2004 δήλωση αποδοχής του συμβ/φου Αγρίνιου Σπύρου Γκάτση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας (τ…. και α/α …) και εν μέρει με το …/2004 συμβόλαιο του ίδιου συμβ/φου, που μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τ….
και α/α …), με το οποίο απέκτησε τα εξ αδιαθέτου μερίδια των ανωτέρω συγκληρονόμων και ειδικότερα με γονική παροχή από τη μητέρα της τα 2/8 εξ αδιαιρέτου και με δωρεά εν ζωή από την αδελφή της τα λοιπά 3/8 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου. Ο δεύτερος ενάγων είναι κύριος ενός ακινήτου, εμβαδού 602,62 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια θέση με το παραπάνω ακίνητο της πρώτης ενάγουσας, εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικοδομή εμβαδού 58,93 τ.μ.
ανά όροφο, το οποίο ακίνητο συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας και ιδιοκτησία Δ. Β. και εν μέρει με δημοτική οδό, ανατολικά με την παραπάνω ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας, δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Β., νότια με ιδιοκτησία Α. Λ. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία της εναγομένης. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον δεύτερο ενάγοντα εν μέρει (1/4 εξ αδιαιρέτου) εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 2009 πατέρα του Ν.
Β., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε (μαζί με τις λοιπές συγκληρονόμους του πατέρα του, ήτοι τη μητέρα του Ε. και του Έ. και Α.) με την …/2009 δήλωση αποδοχής της συμβ/φου Βόνιτσας Μαρίας Λέρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας (τ…. και α/α …) και εν μέρει με το …/2010 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου, που μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τ.
… και α/α …), με το οποίο απέκτησε τα εξ αδιαθέτου μερίδια των ανωτέρω συγκληρονόμων του και ειδικότερα με γονική παροχή από τη μητέρα του το 1/4 εξ αδιαιρέτου και με δωρεά εν ζωή από τις αδελφές του τα λοιπά 2/4 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου. Η εναγομένη είναι κυρία ενός ακινήτου, εμβαδού 228,68 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια θέση με τα παραπάνω ακίνητα των εναγόντων, εντός του οποίου υπάρχει παλαιά λιθόκτιστη και κεραμοσκεπής διώροφη οικία, εμβαδού κάθε ορόφου 27,50τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Χ.
Β., δυτικά με ιδιοκτησία πρώτης ενάγουσας, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία πρώτης ενάγουσας και εν μέρει με δημοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Ε. Λ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην εναγομένη με γονική παροχή από τον πατέρα της Ι. Β., δυνάμει του …/1999 συμβολαίου της συμβ/φου Βόνιτσας Γλυκερίας Διακογιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τ.
… και α/α …). Τα ακίνητα των διαδίκων και τα όμορα αυτών ακίνητα των Χ. και Δ. Β. παλιά αποτελούσαν ενιαίο ακίνητο, το οποίο ανήκε στον Φ. Β., παππού των διαδίκων και πατέρα των Χ. και Δ. Β.. Περί το έτος 1965 ο Φ. Β. διένειμε άτυπα το ανωτέρω ακίνητο στα πέντε τέκνα του ,ήτοι τον Α., πατέρα της πρώτης ενάγουσας, Ν., πατέρα του δεύτερου ενάγοντος, Ι., πατέρα της εναγομένης και τους Χ.
και Δ.. Το ακίνητο της εναγομένης, περιλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, οικία, η οποία καλύπτει ολόκληρη την πρόσοψη του ακινήτου αυτού προς τη δημοτική οδό και ακάλυπτη οικοπεδική έκταση προς το νότιο τμήμα του, όπου η εναγομένη διατηρεί κήπο. Στο σημείο όπου οι παραπάνω ιδιοκτησίες των εναγόντων συνορεύουν μεταξύ τους υπάρχει ακάλυπτος χώρος, ο οποίος ανήκει και στις δύο αυτές ιδιοκτησίες σύμφωνα με τους τίτλους τους.
Όλα τα παραπάνω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Η επικοινωνία του νότιου ακάλυπτου τμήματος του ακινήτου της εναγομένης, στο οποίο ο δικαιοπάροχός της καλλιεργούσε κηπευτικά, με τον δημοτικό δρόμο από το έτος 1965, γινόταν μέσω της όμορης ιδιοκτησίας του Χ. Β. προς την οποία υπήρχε πορτόνι στην περίφραξή του .Η ύπαρξη του πορτονιού προς την ιδιοκτησία του Χ.
Β. αποδείχθηκε από την κατάθεση της Χ. Β., συζύγου του τελευταίου (Χ. Β.) και μάρτυρος της νυν εναγομένης η οποία περιέχεται στα 85/2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, κατά την εκδίκαση αγωγής της νυν εναγομένης και ανταγωγής των νυν εναγόντων, σχετικά με τον παραπάνω μεταξύ των ιδιοκτησιών των τελευταίων ακάλυπτο χώρο, επί του οποίου η νυν εναγόμενη αξίωνε να αναγνωρισθεί δικαιούχος δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διόδου.
Κατά την κρίση δε του δικαστηρίου ,ουδείς λόγος υπήρχε για την ύπαρξη του πορτονιού αυτού παρά μόνο προκειμένου μέσω αυτού και της ιδιοκτησίας του Χ. Β. να επικοινωνεί το ακάλυπτο ακίνητο της εναγομένης με τον δημοτικό δρόμο .Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον ακάλυπτο χώρο μεταξύ των ιδιοκτησιών των εναγόντων υπήρχε από το έτος 1940 παλαιός φούρνος, ο οποίος χρησιμοποιούνταν από όλους τους ιδιοκτήτες - τέκνα του παραπάνω Φ.
Β., μέχρι το έτος 1995, οπότε και γκρεμίστηκε από τον πατέρα της πρώτης ενάγουσας, χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανένας. Ο φούρνος που υπήρχε στο σημείο αυτό κάλυπτε σχεδόν όλο τον χώρο αφήνοντας περιθώριο λίγων εκατοστών,
σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, καθώς και την κατάθεση της παραπάνω Χ. Β., συζ. Χ. Β., σύμφωνα με την οποία "..από το κενό που άφηνε ο φούρνος, τσουβάλι πέρναγε με δυσκολία ...", που έρχεται σε αντίθεση με την ίδια κατάθεση σύμφωνα με την οποία "... άφηνε κενό μισού μέτρου περίπου απ' όπου και περνάγαμε ...", καθώς και τις σχετικές φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, από τις οποίες προκύπτει ότι ο φούρνος κάλυπτε όλο σχεδόν το χώρο, καθιστώντας αδύνατη τη διέλευση οποιουδήποτε ενήλικου ατόμου από το σημείο αυτό.
Συνεπώς ήταν αδύνατο να πράττει αυτό ο δικαιοπάροχος της εναγόμενης μέχρι το έτος 1995, οπότε γκρεμίστηκε ο φούρνος. Περαιτέρω από το έτος 1999, που η εναγομένη απέκτησε το παραπάνω ακίνητό της, χρησιμοποιούσε ενίοτε η ίδια ή αντ' αυτής οι γονείς της τον παραπάνω ακάλυπτο χώρο για να διέρχεται προς το ακάλυπτο τμήμα του ακινήτου της.
Ειδικότερα η εναγομένη χρησιμοποιεί εδαφικό τμήμα εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο και συνορεύει βόρεια επί προσώπου μήκους 1,2 μ. περίπου με δημοτική οδό, ανατολικά επί πλευράς μήκους 8 μ. περίπου με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας, δυτικά επί πλευράς μήκους 12 μ.
περίπου με ιδιοκτησία του δεύτερου ενάγοντος, νότια δε συνεχίζει με κατεύθυνση νοτιοανατολική, όπου αποκτά πλάτος 3,7 μ. περίπου και συνορεύει βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας επί πλευράς μήκους 7,2 μ. περίπου, ανατολικά με ιδιοκτησία εναγομένης επί πλευράς μήκους, 3,7 μ. περίπου και νότια επί πλευράς μήκους 8,53 μ.
περίπου με ιδιοκτησία εναγομένης. Επίσης χρησιμοποιεί για να διέρχεται εδαφικό τμήμα εμβαδού 15 τ.μ.. περίπου, το οποίο ανήκει στην παραπάνω ιδιοκτησία του δεύτερου ενάγοντος, έχει σχήμα τραπεζίου και συνορεύει βόρεια επί προσώπου 1,2 μ. περίπου με δημοτική οδό, ανατολικά και σε μήκος 12 μ. περίπου με την ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας και δυτικά σε μήκος 10,62 μ.
με το υπόλοιπο ακίνητο του δεύτερου ενάγοντος, νότια δε συνεχίζει με κατεύθυνση νοτιοανατολική, όπου και αποκτά πλάτος 3,6 μ. περίπου και εισέρχεται στην ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας, με την οποία και συνορεύει σ' αυτή την πλευρά.
Συνεπώς η εναγόμενη δεν απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου στα παραπάνω εδαφικά τμήματα με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυρίζεται, αφού μέχρι τουλάχιστον το έτος 1995 ο δικαιοπάροχός της δεν χρησιμοποιούσε τη δίοδο αυτή, με συνέπεια αφενός ο ίδιος να μην απέκτησε δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία(ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι χρησιμοποιούσε τον χώρο αυτό για τη διέλευσή του από το έτος 1995 έως το έτος 1999 που μεταβίβασε το ακίνητό του στην εναγομένη), αφετέρου να μην μπορεί αυτή (εναγομένη) να προσμετρήσει στο χρόνο χρησικτησίας της, όμοιο χρόνο του δικαιοπαρόχου της, ικανό να οδηγήσει στην κτήση τέτοιου δικαιώματος στο πρόσωπό της με έκτακτη χρησικτησία.
Δεν μπορεί δε να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Β. και Ε. Β. (μητέρας του δεύτερου ενάγοντος) που περιέχονται στα παραπάνω 85/2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, σύμφωνα με τις οποίες είτε η πρώτη ενάγουσα (σύμφωνα με την Χ. Β.), είτε ο δεύτερος ενάγων (σύμφωνα με την Ε. Β.) προσπάθησαν να φτιάξουν σκάλα στο επίδικο αλλά ο δικαιοπάροχος της εναγομένης δεν τους άφησε, αφενός διότι δεν κατατέθηκε πότε έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, πάντως θα ανάγεται στο χρονικό διάστημα μετά το έτος 2004 ή το έτος 2009, οπότε οι ενάγοντες απέκτησαν αντίστοιχα τα ακίνητά τους και αφετέρου στην παρεμπόδιση αυτή μπορούσε να προβεί ο δικαιοπάροχος της εναγομένης, προκειμένου να μην απωλέσει τη διέλευση που πιθανόν να πραγματοποιούσε στον παραπάνω χώρο από το έτος 1995.
Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι από εικοσαετίας περίπου είχε διανοιχθεί θύρα (σε υπάρχον παράθυρο) στην οικία της εναγομένης και συγκεκριμένα στη νότια πλευρά της, από την οποία είχαν πρόσβαση η ίδια και ο δικαιοπάροχος της στο πίσω ακάλυπτο τμήμα της ιδιοκτησίας τους, δεν θα προέβαιναν δε σε τέτοια διάνοιξη αν είχαν δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου από τα επίδικα εδαφικά τμήματα.
Να σημειωθεί ότι πορτόνι υπάρχει στην περίφραξη του επίμαχου τμήματος της ιδιοκτησίας της εναγομένης και προς την πλευρά της ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας. Όμως, όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης και δεν αντικρούστηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, το πορτόνι αυτό ανοίχθηκε από τον δικαιοπάροχο της εναγομένης μετά το έτος 1995,οπότε χρειάστηκε να παίρνει νερό από τη βρύση που υπήρχε στην δυτική πλευρά της ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας και μέχρι να εγκαταστήσει δική του βρύση στο επίμαχο τμήμα της ιδιοκτησίας του και μόνο για το λόγο αυτό.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο παππούς της Φ. Β., όταν διένειμε το ενιαίο ακίνητο στα πέντε τέκνα του, όρισε την επίδικη εδαφική λωρίδα ως δίοδο, προκειμένου οι πέντε ιδιοκτησίες να επικοινωνούν με τον κοινοτικό δρόμο και ότι έκτοτε μέσω αυτής γινόταν η επικοινωνία των ιδιοκτησιών αυτών με τον δρόμο. 0 ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος και είναι απορριπτέος, καθώς όλες αυτές οι ιδιοκτησίες είχαν πρόσοψη στον κοινοτικό δρόμο και συνεπώς καμιά ανάγκη δεν υπήρχε να αφεθεί η εν λόγω δίοδος, για τον λόγο δε αυτό δεν κρίνονται βάσιμες οι καταθέσεις τόσο του Θ.
Β. του Χ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας της νυν εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της τελευταίας σχετικά με την επίδικη λωρίδα και περιέχεται στα 46/2011 πρακτικά του δικαστηρίου αυτού, όσο και των Χ. συζ. Χ. Β. και Α. Β. (μητέρας της εναγομένης), που περιέχονται στις 51/2011και 52/2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόνιτσας και δόθηκαν για να χρησιμεύσουν στην παραπάνω δίκη ασφαλιστικών μέτρων και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι οποίοι (μάρτυρες) επιβεβαίωσαν τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγόμενης.
Επίσης το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, παλιά στο επίδικο ο δικαιοπάροχος της εναγομένης μαζί με τα αδέλφια του, δικαιοπαρόχους των εναγόντων έψηναν τα αρνιά το Πάσχα, δεν προσπόρισε στην εναγόμενη το επικαλούμενο δικαίωμα. Περαιτέρω με την προαναφερόμενη 35/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου της εναγομένης στην επίδικη εδαφική λωρίδα, δικαίωμα όμως, το οποίο σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στα δικαιώματα της 1108 παρ. 2 ΑΚ, εφόσον ούτε με την απόφαση αυτή κρίθηκε, ούτε και αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι η διέλευση της εναγομένης γινόταν με τη συναίνεση των εναγόντων, απορριπτομένων των αντίθετων σχετικών ισχυρισμών της εναγομένης, που προβάλλει με την έφεσή της.
Τέλος αποδείχθηκε ότι η διέλευση της εναγομένης από την επίδικη εδαφική λωρίδα διαταράσσει την κυριότητα των εναγόντων παρακωλύοντας την ακώλυτη χρήση του ακινήτου τους, αφού μάλιστα η πρώτη ενάγουσα προτίθεται να προχωρήσει στην ανέγερση οικοδομής στο επίδικο τμήμα. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε δεκτή την αγωγή ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη με τους λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της".
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 974, 975, 1045, 105, 1033 ΑΚ και 262 παρ 1 ΚΠοΛΔ, αφού δέχθηκε ότι το ακίνητό της διαθέτει και άλλη δίοδο πρόσφορη για να επικοινωνεί με την δημοτική οδό, μολονότι οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού αποδεικτικά μέσα πέραν της κατά το δοκούν απεικόνισης της δομής των ακινήτων που όμως δεν άγει στην απόδειξη του άνω ισχυρισμού τους, ενώ αν λάμβανε υπόψη τα από εκείνη προσκομισθέντα έγγραφα και τις φωτογραφίες θα κατέληγε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ότι, δηλαδή η επίδικη δίοδος είναι η μόνη δίοδος που έχει προς τη δημοτική οδό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι απαράδεκτος αφού υπό το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς δε τη διάταξη του άρθρου 262 παρ 1 ΚΠοΛΔ είναι ομοίως απαράδεκτος, γιατί η εν λόγω διάταξη είναι δικονομικού δικαίου και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον επικαλούμενο από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ο οποίος προϋποθέτει παράβαση διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013)Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος απ` τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 1701/18) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ιδίως ότι δεν έχει αιτιολογίες ή τουλάχιστον επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη ως προς το δικαίωμα της οιονεί νομής της δουλείας διόδου επί της επίδικης λωρίδας, άλλως δεν εκφράστηκε με θετικότητα άλλα ενδοιαστικά και διστακτικά για το άνω ζήτημα, ενώ είναι απορίας άξιον γιατί δεν διέταξε τη διενέργεια πραγ/νης προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με δικαίωμα της επί της επίδικης λωρίδας .
Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ποιες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Ομοίως, απαράδεκτος είναι, σχετικά με τη μη διενέργεια πραγ/νης για τα παραπάνω θέματα, αφού πρόκειται για παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου, που δεν ιδρύει στην προκειμένη περίπτωση λόγο αναίρεσης αριθ 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ ,ανεξαρτήτως του ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας αν θα διαταχθεί ή όχι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, κρίση που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1322/2012).
3. Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένως παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 509/2002, ΑΠ 945/2008).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το αρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το αρθρ. 562§2 ΚΠοΛΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή, περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985 ΑΠ 1311/2018).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 1858/2005).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του αρθρ. 559 ΚΠοΛΔ, υποστηρίζοντας ότι παραβίασε εκ πλαγίου το δεδικασμένο, που παράγεται από την 85/2013 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας με την οποία αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως οιονεί νομέας δουλείας διόδου στην επίδικη δίοδο, ισχυρισμό που προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις και με λόγο έφεσης στο Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε με την παραδοχή ότι "Περαιτέρω με την προαναφερόμενη 35/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου της εναγομένης στην επίδικη εδαφική λωρίδα, δικαίωμα όμως, το οποίο σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στα δικαιώματα της 1108 παρ. 2 ΑΚ, εφόσον ούτε με την απόφαση αυτή κρίθηκε, ούτε και αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι η διέλευση της εναγομένης γινόταν με τη συναίνεση των εναγόντων, απορριπτομένων των αντίθετων σχετικών ισχυρισμών της εναγομένης, που προβάλλει με την έφεσή της" παραβιάζοντας έτσι το άνω δεδικασμένο .
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 35/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, η οποία άλλωστε αφορά το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου και όχι δουλεία διόδου επί του επιδίκου, ώστε να εμπίπτει στα δικαιώματα που μπορούν ν' αντιταχθούν κατά της αρνητικής αγωγής, κατ'αρθ.1108 εδ. γ' ΑΚ, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφαση.
4.Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017).
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων. Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1677/2013).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012).
Με το τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 11γΚΠολΔ καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε ενώπιόν του και δη ότι δεν έλαβε υπόψη του, ως δικαστικά τεκμήρια τις …/2011 και …/2011 ένορκες βεβαιώσεις, τα πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας 46/2011, όπου ο 2ος αντίδικος είχε καταθέσει σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων ως μάρτυρας ανταπόδειξης, καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μητέρας αυτού, η οποία ομολόγησε ότι ο δικαιοπάροχός της αναιρεσείουσας, όταν εκείνη θέλησε να φτιάξει σκάλα εντός επιδίκου εκείνος την εμπόδισε και αυτή συμμορφώθηκε καθώς και την κατάθεση του μάρτυρος πρώτου εξαδέλφου τω διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ο οποίος κατέθεσε ότι ο επίδικος δρόμος είχε παραχωρηθεί από τον παππού τους Φ. Β. για να κάνουν όλοι χρήση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη η, περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρακτικά, ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων και όλα τα έγγραφα που προσάγουν οι διάδικοι με νόμιμη επίκληση και χρησιμεύουν για άμεση, είτε έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης.
5.Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό(ΑΠ 138/2010). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 10 ΚΠοΛΔ, υποστηρίζουσα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "όλες οι ιδιοκτησίες που διένειμε ο δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου της είχαν πρόσοψη στον κοινοτικό δρόμο και συνεπώς ουδεμία ανάγκη υπήρχε να αφεθεί η εν λόγω δίοδος" χωρίς ωστόσο να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι'αυτό καθόσον από καμμία πλευρά δεν υποστηρίχθηκε η εκδοχή αυτή ,ούτε προσκομίστηκε κάποιο αποδεικτικό που να το υποστηρίζει αφού πράγματι το ακίνητο είναι περίκλειστο και ουδεμία άλλη διέξοδο διαθέτει ώστε να επικοινωνεί με τον κοινοτικό δρόμο" .
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ότι "οι ιδιοκτησίες που διένειμε στα παιδιά του ο Φ. Β. είχαν πρόσοψη στον κοινοτικό δρόμο και δεν υπήρχε ανάγκη να αφεθεί η εν λόγω δίοδος" σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και ως δικαστικά τεκμήρια.
6.Κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 (ΑΠ 393/218).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβιάστηκε το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠοΛΔ, επειδή υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν την διέλευση της αναιρεσείουσας και του δικαιοπαρόχου της από την επίδικη δίοδο, βάσει δικαιώματος δουλείας που συστάθηκε με έκτακτη χρησικτησία και άσκηση οιονεί νομής δουλείας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο και βρίσκονται σε αντίθεση με το ότι η προσβαλλομένη δεν διαπίστωσε το ότι η διέλευση του δικαιοπαρόχου της και της αναιρεσείουσας γινόταν με διάνοια δικαιούχου δουλείας και έτσι συστάθηκε με έκτακτη χρησικτησία υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων πραγματική δουλεία διόδου πεζή, καθώς και ότι η χρήση αυτή της διόδου είχε σταθερό και διαρκή χαρακτήρα και ότι εξυπηρετούσε τις ανάγκες όλων των ιδιοκτητών από το 1965 που ο παππούς τους Φ.
Β. διένειμε το ακίνητό του στους γιούς του και προκειμένου να εξυπηρετούνται αυτοί για την πρόσβασή τους στην κοινοτική οδό .
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα συνδρομής της επικαλούμενης πλημμέλειας, τη μη ελεγχόμενη αναιρετικά επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ.3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της (αρθ 176, 183, 191 παρ.2 ΚολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2018 αίτηση αναίρεσης της Μ. Β. κατά της 77/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ