116/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Ως νομικά ζητήματα θεωρούνται, όχι μόνο εκείνα που ανάγονται στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της παραπάνω διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση, όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 479/2010).
Legislator headnote
AI generated116/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση δε που αναφέρεται σε δικονομικό ζήτημα είναι και η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 289 και 290 ΚΠολΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ο ενώπιόν του, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, εμφανισθείς νομιμοποιείται, ως κληρονόμος του θανόντος αναιρεσιβλήτου, να διεξαγάγει τη δίκη, ως καθολικός διάδοχος αυτού.
Full text
Απόφαση 116 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: α) Ι. Α. Μ., κατοίκου ... και β) Π. Ι. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαραντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Μ. - Β. Μ. Μ., κατοίκου ... και β) Ι. Μ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ανυφαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές από 30-10-2006 του θανόντος στο μεταξύ δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Μ. Ι. Σ. και από 16-1-2007 των αναιρεσειόντων στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: α) 9/2008 του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, β) 123/2009 μη οριστική και 39/2011 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου, γ) 76/2014 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και δ) 454/2016 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 76/2014 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 69/2018 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2018 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν των αναιρεσειόντων την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 69/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση κατά της 39/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας του Μ. Σ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, μετά την άσκηση της έφεσης, οι αναιρεσίβλητοι και, αφού εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, απερρίφθη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ έγινε δεκτή όμοια αγωγή, για το ίδιο ακίνητο, του Μ. Σ., που είχε απορριφθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση. Είχε προηγηθεί η 454/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε αναιρεθεί, μετά από αίτηση των αναιρεσειόντων, η 76/2014 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, επειδή λήφθηκαν υπόψη έγγραφα χωρίς σαφή και ορισμένη επίκλησή τους από τον ανωτέρω Μ. Σ. και η οποία απόφαση (76/2014) είχε δεχτεί αυτά, που, σύμφωνα με τα παραπάνω, δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Ως νομικά ζητήματα θεωρούνται, όχι μόνο εκείνα που ανάγονται στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της παραπάνω διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση, όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 479/2010).
Απόφαση δε που αναφέρεται σε δικονομικό ζήτημα είναι και η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 289 και 290 ΚΠολΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ο ενώπιόν του, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, εμφανισθείς νομιμοποιείται, ως κληρονόμος του θανόντος αναιρεσιβλήτου, να διεξαγάγει τη δίκη, ως καθολικός διάδοχος αυτού.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1α ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που συνάγεται και από την αντιπαραβολή της προς τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως διάδικοι, που, μετά την αναίρεση, επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, νοούνται, προδήλως, εκείνοι που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται, κατά παραπομπή, η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 547/2017, ΑΠ 81/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 673/2013, ΑΠ 450/2013).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την παραπάνω 454/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της από 24-11-2014 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του Μ. Ι. Σ., έγινε δεκτό ότι, λόγω θανάτου του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου στις 10-6-2015, υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση, συνεχίζοντας τη δίκη εκείνη, οι αναιρεσίβλητοι, ως κληρονόμοι του - καθολικοί διάδοχοί του, Μ. - Β. Μ. και Ι. Μ. Σ. ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η παραπάνω αναίρεση, αναιρέθηκε η προσβληθείσα 76/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο η από 8-10-2011 έφεση του, κατά τα ανωτέρω, θανόντος Μ. Ι. Σ. κατά της 39/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, στη συνέχεια δε, εκδόθηκε για την έφεση αυτή, μεταξύ των διαδίκων της παραπάνω αναιρετικής δίκης, η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, παρά το νόμο, μη απόρριψη ως απαράδεκτης της ανωτέρω έφεσης, λόγω μη νομιμοποίησης των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αυτοί δεν προσκόμισαν για την απόδειξη της νομιμοποίησής τους, όπως είχαν ζητήσει οι αναιρεσείοντες, κληρονομητήριο ή πιστοποιητικό του αρμοδίου δικαστηρίου για τη μη δημοσίευση διαθήκης του θανόντος Μ.
Σ., παρά μόνο ληξιαρχική πράξη θανάτου και πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ανωτέρω, τα οποία, όμως, δεν επαρκούσαν για τη νομιμοποίησή τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων για τη διεξαγωγή της δίκης κρίθηκε με την παραπάνω αναιρετική απόφαση δεσμευτικά για το Δικαστήριο της παραπομπής και, συνεπώς, η σχετική κρίση του δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφετέρου δε διότι, αφού οι αναιρεσίβλητοι υπήρξαν διάδικοι και, συγκεκριμένα, αντίδικοι των αναιρεσειόντων στην παραπάνω αναιρετική δίκη, το γεγονός τούτο αρκούσε για τη νομιμοποίησή τους ως διαδίκων στη δίκη στο δικαστήριο της παραπομπής και, συνεπώς, το Εφετείο, μη απορρίπτοντας την ανωτέρω έφεση, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής τους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, που του αποδίδεται με τον ερευνώμενο λόγο.
Τέλος, ο ίδιος λόγος, ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του παραπάνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με την παραδοχή της έφεσης, απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό αυτό και, συνεπώς, τον έλαβε υπόψη του.
2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής, ανταγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης, περιστατικά, όχι, όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 38/2012, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1987/2007).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν εξηγεί και δεν διευκρινίζει την πληρότητα και σαφήνεια της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Δ. Κ., που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο" αναφορικά με το ότι οι θέσεις "..." και "..." ταυτίζονται. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός διότι, υπό την ανωτέρω επίκληση, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του παραπάνω πραγματικού γεγονότος, ότι οι ανωτέρω θέσεις είναι οι ίδιες, αφετέρου δε διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στην αξιολόγηση και στάθμιση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου.
3. Απορριπτέος, για τον ίδιο ακριβώς παραπάνω λόγο, ήτοι ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, επειδή "δεν εξηγεί και δεν διευκρινίζει πως (βάσει ποιάς μεθόδου) η έκταση των δέκα οκάδων, που αναγράφεται στο .../7-12-1899 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ν. Κ. και αφορά το δικαιοπάροχο του ενάγοντος Μ. Σ., συμπίπτει με την έκταση των 1.762,27 τμ (ή αντιστοιχεί στην έκταση των 1.762,27 τμ) του επιδίκου", καθόσον αφενός μεν πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικό γεγονός, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι οι εκτάσεις που προσδιορίζονται βάσει των ανωτέρω μεγεθών συμπίπτουν, αφετέρου δε διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στην αξιολόγηση και στάθμιση του παραπάνω εγγράφου.
4. Απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του συναφούς πραγματικού γεγονότος από το Εφετείο, είναι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή "δεν εξηγεί και δεν διευκρινίζει πόθεν προκύπτει η παραδοχή της, ότι μετά τη δεκαετία του 1970 σταδιακά επικράτησε για την παραπάνω θέση το τοπωνύμιο ''...'' έναντι του τοπωνυμίου ''...''".
5. Περαιτέρω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχεται, ότι "ο Μ. Σ. ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, όπως τούτο συνάγεται εμμέσως και από την 11193/2005 ένορκη βεβαίωση των Θ. Π. και Α. Μ., που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, συγχρόνως όμως δέχεται, αναφέροντας τις παραπάνω καταθέσεις των μαρτύρων, ότι ο ίδιος ο Μ. Σ. προσπάθησε να καταπατήσει το επίδικο, το οποίο κατείχαν οι αναιρεσείοντες". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στην ανύπαρκτη παραδοχή από το Εφετείο των παραπάνω καταθέσεων, κατά το μέρος που αναφέρουν, ότι "ο Μ. Σ. προσπάθησε να καταπατήσει το επίδικο, το οποίο κατείχαν οι αναιρεσείοντες", αφετέρου δε διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν ανάγεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως θα έπρεπε, αλλά μεταξύ των αιτιολογιών αυτών και των ανωτέρω καταθέσεων.
6. Με τον ίδιο, επίσης, παραπάνω λόγο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή "δεν εξηγεί, γιατί η παράλειψη του Μ. Σ. να δηλώνει το επίδικο στο φορολογικό έντυπο Ε9 δεν αναιρεί το αποδειχθέν γεγονός της κτήσης της κυριότητάς του επ' αυτού (με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία)". Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2 σκέψη που προεκτέθηκε, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, γιατί το παραπάνω γεγονός της μη αναφοράς του επιδίκου από το Μ. Σ. στο έντυπο Ε9, ως προς το οποίο προβάλλεται ανεπάρκεια της αιτιολογίας, είναι ουσιώδες, με την παραπάνω έννοια, γιατί, δηλαδή, το ανωτέρω διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν διαφορετικό, αν περιεχόταν στην αιτιολογία της η απαιτούμενη με τον ερευνώμενο λόγο "εξήγηση", ήτοι θα αναιρούσε η παράθεση της "εξήγησης" αυτής την παραδοχή του Εφετείου για κτήση της κυριότητας του επιδίκου από το Μ. Σ. με τους παραπάνω τρόπους, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του.
7. Εξάλλου, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι είναι "ελλιπείς και ανεπαρκείς" οι αιτιολογίες της, βάσει των οποίων κρίθηκε μη πειστική η κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Ν. Τ., ότι διανοία κυρίου νομείς του επιδίκου ήταν οι αναιρεσείοντες, καθόσον συνίστανται οι αιτιολογίες αυτές στο ότι "αφενός δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος ο παραπάνω μάρτυρας να μισθώσει το επίδικο ακίνητο για βόσκηση των ζώων του, αφού το επίδικο και τα άλλα ακίνητα της περιοχής δεν ήταν περιφραγμένα και τα ζώα έβοσκαν ελεύθερα εντός αυτών, αφετέρου δε διότι το επίδικο ήταν ακατάλληλο για καλλιέργεια και μη προσοδοφόρο για λάδι και ελιές". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, αφετέρου δε διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών αναφέρεται στην αξιολόγηση και στάθμιση της παραπάνω μαρτυρικής κατάθεσης.
8. Απορριπτέος ως αόριστος είναι ο ίδιος λόγος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί, γιατί, αφού, κατά τις παραδοχές της, οι θέσεις "..." και "..." είναι ίδιες, "δεν δημιουργήθηκε ένταση μεταξύ των διαδίκων για ολόκληρο το μεγάλο προγενέστερο διάστημα, τη στιγμή που καθένα από τα διάδικα μέρη ισχυρίζεται, ότι ασκούσε πράξεις κατοχής και νομής επί του επιδίκου χωρίς να ενοχληθεί από κανένα". Είναι δε αόριστος ο λόγος αυτός, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, γιατί το παραπάνω γεγονός, ως προς το οποίο προβάλλεται ανεπάρκεια της αιτιολογίας, είναι ουσιώδες, με την παραπάνω έννοια, για την έκβαση της δίκης.
9. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες και, συγκεκριμένα: α) το από 29-5-2006 σύστημα πληροφοριών ελαιοκομικού μητρώου του Υπουργείου Γεωργίας, β) τον από μηνός Ιουνίου 1963 κτηματολογικό πίνακα ρυμοτομουμένων ακινήτων της Νομαρχίας Μεσσηνίας, σχετικά με διάνοιξη της εθνικής οδού Καλαμών - Γυθείου, γ) την 6475/15-9-2004 πράξη του Δασάρχη Μεσσηνίας, δ) το 76/23-5-1972 πιστοποιητικό της Κοινότητας ..., συνημμένο στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ν. Π., ε) το .../24-11-2009 πρακτικό του Τοπικού Συμβουλίου ..., στ) το από 31-10-2005 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ... και ζ) τα 43/2006 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, που περιέχουν την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Ν. Τ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του και "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
10. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι, όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 137/2012, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 39/2010).
Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του ανωτέρω Μ. Σ. με την αγωγή του, "περί της ύπαρξης στο επίδικο καλλιεργούμενου ελαιώνος", την οποία ομολογία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους και η οποία συνίσταται, ειδικότερα, στο ότι "κατά την αγωγή του Μ.
Σ. η παρ' αυτού (Μ. Σ.) άσκηση νομής στο επίδικο, εξαντλείτο στην καλλιέργεια ελαιοδένδρων, στη συγκομιδή χόρτων και ελαιοκάρπου και στην εξαγωγή ελαιολάδου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι ο Μ. Σ. "ομολόγησε" με την αγωγή του "την ύπαρξη στο επίδικο καλλιεργούμενου ελαιώνος", ενώ αυτός ανέφερε στην εν λόγω αγωγή του, σύμφωνα με τον ερευνώμενο λόγο, ότι "καλλιεργούσε στο επίδικο ελαιόδενδρα", αφετέρου δε διότι, ενόψει των αγωγικών ισχυρισμών για κυριότητα του Μ.
Σ. στο επίδικο και με έκτακτη χρησικτησία, το ανωτέρω γεγονός "της ύπαρξης στο επίδικο καλλιεργούμενου ελαιώνος", που, κατά τον ερευνώμενο λόγο, αποδέχθηκε ο Μ. Σ. με την αγωγή του, δεν συνιστά δικαστική ομολογία του, αφού, κατά τη σκέψη που προεκτέθηκε, δεν είναι ουσιώδες με την παραπάνω έννοια και δεν αποτελεί επιβλαβές για τον ομολογήσαντα και τους αναιρεσιβλήτους γεγονός, ως προς το ζήτημα της νομής και της κτήσης από μέρους τους της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2018 αίτηση των Ι. Α. Μ. και Π. Ι. Μ., για αναίρεση της 69/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις18 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 05 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ