Legislator Case Law & Legislation
116/2018 AI generated

116/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 116/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

116/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6.12.2017) οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την .../4.7.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου Κ.

Keywords

AI generated
previous legal status transitional provisions in maritime matters deprivation of existing use exclusion zone order retroactive legislation transitional period
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 116 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 116/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) α) Κ. χήρας Ε. Η., ) Α. Η. του Ε., ) Μ. Η. του Ε., κατοίκων ..., 2) Ε. χήρας Ε. Σ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 3) Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 4) Π. θυγ. Γ. Δ., συζ. Θ. Δ., κατοίκου ..., 5) α) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... και β) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 6) α) Ν. Σ. του Α. και β) Α. Σ. του Α., κατοίκων ..., 7) α) Α. Σ. του Ν. και β) Ε. συζ. Α. Σ., το γένος Ε. Π., κατοίκων ..., 8) α) Κ. Μ. του Β. ) Σ. συζ. Κ. Μ. το γένος Θ. Π., κατοίκων ... και γ) Λ. Π. του Γ., κατοίκου ... 9) Η. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 99/2014 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου") "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις...".. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 31/3/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 99/2014 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6.12.2017) οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την .../4.7.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου Κ.

Σ., που επικαλείται και προσκομίζει το παριστάμενο αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Κ. Κ., που εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους-εκκαλούντες κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Ναυπλίου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα πρόταση, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων. Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξης τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 ΑΚ).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.

Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνικά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.

Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και, σε κάθε τοπική περίπτωση, ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός με πρόσχωση, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τις ισχυούσες διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940 και 968 ΑΚ, όσο και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ’ , ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-7-1837).

Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων.

Επομένως, ο αιγιαλός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και, συνεπώς, δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ΟλΑΠ 24/2000).

Ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και ότι, επομένως, δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724,1813, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση πράξεων νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.α.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.α’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, οπότε ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με τη οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικαστηρίου που δίκασε, τα περιστατικά που κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 α.ν. 2344/1940 είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού (ΑΠ 255/2007).Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτει ότι αυτή είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας:

Με την 96/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 15/4/2004 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτων. Οι ενάγοντες της αγωγής αυτής άσκησαν έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο με την 196/2006 εν μέρει οριστική του απόφαση δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διενέργεια της οποίας και την επαναφορά της υπόθεσης για συζήτηση, με την επιμέλεια των εναγόντων, εκδόθηκε η 99/2014 οριστική (ήδη αναιρεσιβαλλόμενη) απόφαση του ίδιου Εφετείου, το οποίο κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την .../24-9-1984 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ’ 583/7-11-1984, επικυρώθηκε η από 24/4/1984 έκθεση της νομίμως συσταθείσας Επιτροπής Καθορισμού Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στην περιοχή της ..., με την οποία καθορίστηκε αιγιαλός, ζώνη παραλίας και παλαιός αιγιαλός και στην ειδικότερη περιοχή "...".

Ο καθορισμός έγινε επί των από μηνός Νοεμβρίου 1979 τοπογραφικών διαγραμμάτων του Ν. Ν. της Δ/νσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, που θεωρήθηκαν στις 27/11/1999 από τον Διευθυντή της υπηρεσίας αυτής και συγκεκριμένα επί των διαγραμμάτων αυτών με κόκκινη γραμμή καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού, με κίτρινη γραμμή τα όρια της παραλίας και με μπλε γραμμή τα όρια του παλαιού αιγιαλού.

Για τον καθορισμό παλαιού αιγιαλού αναφέρεται στην έκθεση ότι "λήφθηκαν υπόψη ένορκες καταθέσεις ηλικιωμένων και αξιόπιστων κατοίκων της περιοχής, σύμφωνα με τις οποίες το υφιστάμενο από 150 έτη οίκημα που ονομάζεται "..." απέχει 15 έως 20 μέτρα από την θάλασσα, ενώ αναφέρεται επίσης ότι "χαράχθηκε" παλαιός αιγιαλός γιατί μετά το χειμέριο κύμα υπάρχει θαμνώδης έκταση, σε καμμία δε περίπτωση δεν ανεβαίνει η θάλασσα μέχρι την επαρχιακή οδό ενώ η περιοχή έβγαζε και βγάζει υπόγεια ύδατα (τριμέρια), τα οποία λόγω του επιπέδου εδάφους της την κατέκλυζαν κυρίως τον χειμώνα, δηλαδή η περιοχή είναι βαλτώδης και όχι τμήμα της θάλασσας".

Εξάλλου με το .../29-3-1918 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ι. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε. χήρα Σ. Ι. μεταβίβασε κατά κυριότητα στους Δ. Κ. Γ. Κ., Δ. Ε. Τ. και Χ. Δ. Μ. και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα ακίνητο εμβαδού 7.000 στρεμμάτων στην ανωτέρω περιοχή, το οποίο κατά το συμβόλαιο συνορεύει και προς νότον με θάλασσα.

Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται (χωρίς όμως να προσκομίζονται από τους διαδίκους τα σχετικά συμβόλαια), ότι στην Ε. Ι. το πωληθέν είχε περιέλθει από τον σύζυγο της Σ. Ι. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ...1878 (αντικαταστατικού προίκας) συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ναυπλίου I. Σ. και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ...1908 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σ., Φ., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί.

Επίσης αναφέρεται ότι στον Σ. Ι. το όλο ακίνητο είχε περιέλθει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αρ. .../1878 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σ. Α., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, και κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου με κληρονομική διαδοχή του πατέρα του Ι. Ι., ο οποίος το είχε αγοράσει από τον Ι. Ζ.

με το υπ’ αρ. .../1838 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ναυπλίου Χ. Π., που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Περαιτέρω οι άμεσοι και απώτεροι κληρονόμοι των ανωτέρω αγοραστών (τέκνα και εγγονοί τους) απέκοψαν τμήμα του ανωτέρω ακινήτου εμβαδού 304 στρεμμάτων και το μεταβίβασαν στους επιχειρηματίες και κατοίκους Αθηνών Μ.

Λ. του Κ. κατά συνολικό ποσοστό 8/9 εξ αδιαιρέτου και Π. Σ. του Ν. κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου. Ειδικότερα, με τα .../14-3-1965, ...15-3-1965 και .../10-5-1965 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Μ. Λ. αγόρασε από όλους τους κληρονόμους των ανωτέρω τριών αγοραστών, που αναφέρονται στο .../1918 συμβόλαιο, πλην της Ε.

Γ. το γένος Τ., και κατά το ποσοστό που αναφέρεται για καθένα από αυτούς και ειδικότερα αγόρασε από τους Γ. Η. Μ., Χ. Η. Μ. συζ. Σ. Ρ., Ι. Η. Μ., Α. Χ. Μ. συζ. Σ. Τ., Κ. Χ. Μ., Β. Δ. Γ., Κ. Δ. Γ., Γ. Δ. Γ., Χ. Γ. Γ., Κ. Γ. Γ., Π. Γ. Γ., Δ. Γ. Γ., Δ. Γ. Γ., Η. Α.. Τ. (ήδη δέκατο ενάγοντα), Δ. Α.. Τ. και Θ. Δ.. Τ. συνολικό ποσοστό 8/9 του ακινήτου. Επίσης, ο Π.

Σ. με το .../25-6-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον προικολήπτη Δ. Γ., που ενεργούσε νομίμως για την λαβούσα την προίκα σύζυγο του Ε. Γ., το γένος Π. Τ., το υπόλοιπο 1/9 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι το ποσοστό αυτό είχε λάβει ως προίκα η Ε.

Γ. - Τ. από τον πατέρα της Π. Τ. με το υπ’ αρ. .../1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι στον πατέρα αυτού, Δ. Τ., τον οποίο κληρονόμησε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με το ανωτέρω .../1918 συμβόλαιο. Το συμβόλαιο παροχής προίκας δεν προσκομίζεται, ούτε δε και προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο για το πόσα ήταν τα τέκνα του αρχικού συνιδιοκτήτη και αγοραστή το 1918 Δ.

Ε.. Τ.. Ομοίως και, όσον αφορά τους δικαιοπαρόχους του Μ. Λ. δεν προσκομίζονται τα αναφερόμενα στους ανωτέρω τίτλους του συμβόλαια (αποδοχής κληρονομίας, δωρεάς, διαθήκης) με τα οποία ορισμένοι εκ των κληρονόμων των αρχικών αγοραστών μεταβίβασαν μερίδιά τους, ούτε δε και προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για το πόσα και ποια ήταν τα τέκνα των αρχικών αγοραστών του έτους 1918, όπως επίσης και τα τέκνα των τέκνων τους.

Και στα τέσσερα ανωτέρω αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μ. Π., το αγορασθέν ακίνητο περιγράφεται ως ακαλλιέργητη έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." του χωρίου "..." και στην παραλία ..., έχει εμβαδόν 304 στρεμμάτων, εμφαίνεται με τα περιμετρικά κεφαλαία στοιχεία ... στο από 6 Μαρτίου 1965 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ., το οποίο προσαρτάται στο ανωτέρω .../1965 συμβόλαιο, και συνορεύει ανατολικά εν μέρει με την επαρχιακή οδό ... και εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών, βόρεια εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών και εν μέρει με ποταμό, δυτικά με θάλασσα και νότια με την ανωτέρω οδό και με λοιπή ιδιοκτησία των πωλητών.

Μετά την αγορά του ανωτέρω ακινήτου οι Μ. Λ. και Π. Σ. το κατέτμησαν σε περαιτέρω ακίνητα - οικόπεδα, συνταγέντος σχετικού σχεδιαγράμματος του ανωτέρω μηχανικού Γ. Κ., το οποίο είναι συνημμένο στην .../1965 πράξη του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Α. Τ. και ακολούθως άρχισαν να πωλούν αυτό κατά διακριτά τμήματά του σε πρόσωπα ενδιαφερόμενα να αποκτήσουν παραθαλάσσια οικόπεδα.

Μεταξύ των πωληθέντων κατά τον τρόπο αυτό ακινήτων είναι και τα ακίνητα, στα οποία οι εννέα πρώτοι ενάγοντες ή ομάδες εναγόντων προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας και συγκυριότητας, τα οποία όλα έχουν πρόσωπο στον αιγιαλό. Επίσης, ο δέκατος ενάγων Η. Α. Τ., ο οποίος ήταν ένας εκ των πωλητών του ανωτέρω ακινήτου εμβαδού 304 στρεμμάτων, ισχυρίζεται ότι μετά από άτυπη διανομή με τον αδελφό του Δ.

Τ., που έγινε το 1959 έκτοτε κατέχει και νέμεται με διάννοια κυρίου διακριτό τμήμα ακινήτου, που ευρίσκεται έξω από το ακίνητο των 304 στρεμμάτων και σε επαφή με αυτό και επίσης έχει πρόσωπο στον αιγιαλό. Ειδικότερα, ως προς τους εννέα πρώτους ενάγοντες που κατέχουν τμήματα του ακινήτου των 304 στρεμμάτων αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

1) Ο σύζυγος της με στοιχεία 1α ενάγουσας και πατέρας των με στοιχεία 1β και 1γ εναγόντων Ε. Η. με το ...15-11-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε κατά κυριότητα μαζί με τους Δ. Κ. και Π. Σ. από τους Μ. Λ. και Π. Σ. τα 10, 11, 12 και 13 τεμάχια (κατά το διάγραμμα του Γ.

Κ.) συνολικού εμβαδού 1999,75 τ.μ., τα οποία εν συνόλω συνορεύουν βόρεια, ανατολικά και δυτικά με τα 9, 17 και 14 αγροτεμάχια και με δημοτικό δρόμο, νότια δε σε πλευρά μήκους 52 μέτρων με αιγιαλό. Ο Γ. Κ. έλαβε διακριτώς 308 τ.μ., η Π. Σ. έλαβε επίσης διακριτώς 308 τ.μ. και ο Ε. Η. έλαβε το υπόλοιπο ακίνητο εμβαδού 1383,75 τ.μ., η ακριβής περιγραφή των οποίων παρέλκει αφού τα τρία αυτά ακίνητα συνενώθηκαν μεταγενέστερα.

Ειδικότερα με την ...18-8-1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω ενάγοντες ως μοναδικοί κληρονόμοι του Ε. Η., που απεβίωσε το έτος 1976 χωρίς να αφήσει διαθήκη, αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτού και στο ανωτέρω ακίνητο εμβαδού 1383,75 τ.μ., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη τούτων και 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των δεύτερου και τρίτης και επίσης οι ίδιοι κατά τα ίδια ποσοστά με το .../29-3-1978 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου αγόρασαν από τους Γ.

Κ. και Π. Σ. τα δύο γειτονικά ακίνητα εμβαδού 308 τ.μ. έκαστο, τα οποία συνένωσαν με το κληρονομηθέν ώστε να δημιουργηθεί ένα ακίνητο συνολικού εμβαδού 1999,75 τ.μ. Το ακίνητο αυτό με τους ανωτέρω νόμιμους τίτλους, με καλή πίστη και διάννοια αποκλειστικών συγκυρίων το νέμονταν αφού το περίφραξαν με συρματόπλεγμα και το επέβλεπαν και έτσι έγιναν συγκύριοι αυτού με τακτική χρησικτησία με την πάροδο του νόμιμου χρόνου των 10 ετών δηλαδή το έτος 1986 για το κληρονομηθέν τμήμα και το έτος 1988 για τα δύο αγορασθέντα τμήματα.

Επικουρικά οι ενάγοντες έχουν γίνει συγκύριοι αυτού και με έκτακτη χρησικτησία το έτος 1985 κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι από της αγοράς του το 1965 και μέχρι τον θάνατο του ο Ε. Η. και την ανωτέρω μεταβίβαση οι Ε. Κ. και Π. Σ. νέμονταν το δικό του τμήμα έκαστος τούτων με διάννοια αποκλειστικού κυρίου επιβλέποντας και οριοθετώντας αυτό.

Από το ακίνητο αυτό των εναγόντων τμήμα εμβαδού 271,02 τ.μ. , που εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από 15/3/2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Ι. Ρ. με τον ... και θα περιγραφεί αναλυτικά στο διατακτικό, έχει χαρακτηρισθεί ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας. Περαιτέρω με την ανωτέρω ...1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Ε.

Η. και σε ένα άλλο ακίνητο τμήμα του ακινήτου των 304 στρεμμάτων, το οποίο έχει εμβαδόν 1719 τ.μ., συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με δρόμο, βόρεια με τα 11 και 24 αγροτεμάχια του ανωτέρω διαγράμματος και νότια με αιγιαλό σε πλευρά μήκους 24 μέτρων και δεν αποδείχθηκε με ποιόν τρόπο περιήλθε στον Ε. Η.. Το ακίνητο αυτό οι ενάγοντες συννέμονταν με καλή πίστη, με τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο και με διάνοια αποκλειστικού συγκυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής περιφράσσοντας αυτό, επιβλέποντας τα όριά του και κατασκευάζοντας δύο οικήματα, εντός του και έτσι με την πάροδο του νόμιμου χρόνου έγιναν συγκύριοι αυτού κατά τα ανωτέρω ποσοστά με τακτική χρησικτησία το έτος 1986 άλλως δε με έκτακτη χρησικτησία το έτος 1996.

Από το ακίνητο αυτό τμήμα εμβαδού 549 τ.μ. που εμφαίνεται με τον ... στο ανωτέρω διάγραμμα του Ρ. και θα περιγράφει αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας.

2) Η δεύτερη ενάγουσα με το 3083/16-10-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους Μ. Λ. και Π. Σ. το … αγροτεμάχιο (κατά το διάγραμμα Γ. Κ.), που είναι τμήμα του ακινήτου των 304 στρεμμάτων, έχει εμβαδόν 1040,70 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά με το … αγροτεμάχιο, νοτιοδυτικά σε πλευρά μήκους 37,60 μέτρων με τον αιγιαλό, δυτικά με ιδιωτική οδό και ανατολικά με το … αγροτεμάχιο. Το ακίνητο αυτό από της αγοράς του και μέχρι την άσκηση της αγωγής το νέμεται με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, με καλή πίστη και με τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο έχοντας περιφράξει αυτό με συρματόπλεγμα και επιβλέποντάς το και έτσι με την πάροδο του νόμιμου χρόνου έγινε κυρία αυτού με τακτική χρησικτησία το έτος 1975, άλλως δε με έκτακτη χρησικτησία το έτος 1985. Από το ακίνητο αυτό τμήμα, εμβαδού 418,16 τ.μ. που εμφαίνεται με τον αριθμό … στο ανωτέρω διάγραμμα Ρ. και θα περιγραφεί αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας.

3) Ο τρίτος ενάγων με το .../9-12-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους Μ. Λ. και Π. Σ. τα 10, 11 και 12 αγροτεμάχια (κατά το διάγραμμα Γ. Κ.), που είναι τμήματα του ακινήτου των 304 στρεμμάτων, έχουν συνολικό εμβαδόν 1232 τ.μ. και συνορεύει το όλο ακίνητο βόρεια με το 9 αγροτεμάχιο, νότια με τον αιγιαλό σε πλευρά μήκους 28 μέτρων, ανατολικά με τα υπ’ αρ. ... αγροτεμάχια και δυτικά με δρόμο. Στη συνέχεια με το .../7-8-1973 προικοσυμβόλαιο του

ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έδωσε προίκα στην θυγατέρα του - τέταρτη ενάγουσα Π. Δ. - Δ. από το ανωτέρω ακίνητο του διακριτό τμήμα, εμβαδού 392 τ.μ. που είναι το 11 αγροτεμάχιο και συνορεύει βόρεια με το 10 αγροτεμάχιο του προικοδότη, νότια με αιγιαλό σε πλευρά μήκους 14 μέτρων, ανατολικά με το 12 αγροτεμάχιο του προικοδότη και δυτικά με δρόμο.

Τα ακίνητα αυτά, από τότε που κάθε ένας από τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων τα έλαβαν στην νομή τους και μέχρι την άσκηση της αγωγής, τα νέμονταν με διάνοια αποκλειστικού κυρίου (ο τρίτος ενάγων ολόκληρο το ακίνητο μέχρι την χορήγηση της προίκας και το υπόλοιπο στην συνέχεια) με καλή πίστη και τους ανωτέρω νόμιμους τίτλους αφού τα έχουν περιφράξει με συρματόπλεγμα και τα επιτηρούν και έτσι με την πάροδο του νόμιμου χρόνου κάθε ένας έχει γίνει κύριος του ακινήτου του με τακτική χρησικτησία (ο τρίτος ενάγων το έτος 1975 και η τέταρτη ενάγουσα το έτος 1983), άλλως δε με έκτακτη χρησικτησία ο τρίτος ενάγων το έτος 1985 και με έκτακτη χρησικτησία και η τέταρτη ενάγουσα κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου επίσης το έτος 1985.

Από το αρχικά ενιαίο ακίνητο τμήμα εμβαδού 351,10 τ.μ. που εμφαίνεται με τον αριθμό 32 στο ανωτέρω διάγραμμα Ρ. έχει χαρακτηρισθεί ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας. Από το τμήμα αυτό ακόμα ειδικότερο τμήμα εμβαδού 186,62 τ.μ. ανήκει στον τρίτο ενάγοντα και το υπόλοιπο εμβαδού 164,48 τ.μ.

ανήκει στην τέταρτη ενάγουσα, όπως τα τμήματα αυτά περιγράφονται στο διατακτικό. 4) Με τα .../5-11-1965 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι Γ. Σ., Ι. Χ. και Δ. χήρα Λ. Μ. το γένος Σ. Χ.-Ζ., αγόρασαν από τους Μ. Λ. και Π. Σ. τρία συνεχόμενα αγροτεμάχια εκ του ανωτέρω ακινήτου των 304 στρεμμάτων, έκαστο των οποίων συνόρευε νότια σε πλευρά 14 μέτρων με αιγιαλό και είχε εμβαδόν 616 τ.μ.

παρέλκει δε η ειδικότερη περιγραφή εκάστου τούτων, αφού εν συνεχεία έχουν συνενωθεί, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Ακολούθως οι Γ. Σ. και Ι. Χ. με το .../14-2-1966 συμβόλαιο του ίδιου ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντάλλαξαν τα ακίνητά τους. Στη συνέχεια ο Ι. Χ. απεβίωσε στις 20/1/1978 και με την από 15/8/1973 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέλιπε το ακίνητο του στην σύζυγο του Α.

Χ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά με την .../26-11-1986 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης η Δ. Μ. απεβίωσε στις 15/4/1980 και με την από 21/3/1980 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέλιπε το ακίνητο της στην θυγατέρα της Ε. συζ. Κ. Τ. το γένος Λ.

Μ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά με την .../26-11-1986 δήλωση στου συμφ/φου Ναυπλίου Γ. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα. Τέλος, με το .../14-12-1986 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω Γ. Σ., Α. Χ. και Ε. Τ. μεταβίβασαν κατά κυριότητα το ακίνητο του έκαστος στους υπό στοιχεία 5α και 5β ενάγοντες και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο τούτων.

Το ενιαίο ακίνητο εμβαδού 1648 τ.μ. οι ενάγοντες το συννέμονται με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων, με καλή πίστη και με τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο, αφού το περιέφραξαν με συρματόπλεγμα και το επιβλέπουν και έτσι με την πάροδο του νόμιμου χρόνου το έτος 1996 έγιναν συγκύριοι αυτού κατά το ανωτέρω ποσοστό με τακτική χρησικτησία.

Επικουρικά οι ενάγοντες έχουν γίνει συγκύριοι και με έκτακτη χρησικτησία κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι κατά τον ανωτέρω χρόνο που έκαστος είχε τμήμα του ακινήτου το νεμόταν με διάννοια αποκλειστικού κυρίου επιτηρώντας τα όριά του και περιφράσσοντας αυτό. Τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, εμβαδού 381,75 τ.μ., που εμφαίνεται με τον αριθμό 22 στο ανωτέρω διάγραμμα Ρ.

και περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας.

5) Με το .../15-12-1665 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Ε. Μ. και Α. χήρα Α. Μ. το γένος Ι. Π., αγόρασαν κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος από τους ανωτέρω τους Μ. Λ. και Π. Σ. και τα με αριθμούς ... τμήματα του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 304 στρεμμάτων, κατά το διάγραμμα του Γ.

Κ., τα οποία είναι συνεχόμενα, έχουν εμβαδόν αντιστοίχως 392 και 448 τ.μ. και συνορεύουν κατά το συμβόλαιο αυτό το μεν πρώτο, δυτικά, βόρεια και ανατολικά με τα ... ακίνητα, αντιστοίχως, και νότια σε πλευρά μήκους 14 μέτρων με τον αιγιαλό, το δε δεύτερο δυτικά με δημοτικό δρόμο, βόρεια με το υπ’ ... ακίνητο, ανατολικά με το … ακίνητο και νότια με τα ...

ακίνητα. Ακολούθως, με το ...1/30-5-1983 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Ναυπλίου Α.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω αγοραστές, οι οποίοι είχαν συνενώσει τα δύο ακίνητα σε ένα ακίνητο, από τότε που τα αγόρασαν, πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα το ενιαίο πλέον ακίνητο, εμβαδού 812 τ.μ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν στους ανηλίκους τότε υπό στοιχεία ...

ενάγοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τους γονείς τους (που ασκούσαν τότε από κοινού την γονική τους μέριμνα) Α. Σ. και Ε. Π.-Σ., δηλαδή τους υπό στοιχεία ... ενάγοντες. Οι ανωτέρω υπό στοιχεία ... ενάγοντες, από τότε που αγόρασαν το ακίνητο το νέμονταν με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων δια των γονέων τους μέχρι την ενηλικίωσή τους και αυτοπροσώπως στην συνέχεια, με καλή πίστη και με τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο, αφού περίφραξαν αυτό με μανδρότοιχο και επιτηρούν τα όριά του, και έτσι με την πάροδο του νόμιμου χρόνου έγιναν συγκύριοι αυτού με τακτική χρησικτησία.

Επικουρικά, αυτοί έχουν γίνει συγκύριοι και με έκτακτη χρησικτησία, κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι από τότε που το αγόρασαν μέχρι τότε που το πώλησαν συννέμονταν αυτό κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, αφού το επέβλεπαν και επιτηρούσαν τα όριά του. Τμήμα του ακινήτου αυτού των εναγόντων, εμβαδού 209,46 τ.μ., που εμφαίνεται με τον ...

στο ανωτέρω διάγραμμα Ρ. και περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας.

6) Με την .../8-4-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Λ. Β.- Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Α.-Α., Δ. και Χ. Ξ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά της θανούσας στις 18/11/1974 μητέρας τους Σ. Ξ. το γένος Χ. Γ. (η οποία δεν άφησε διαθήκη), κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος και στο με αριθμό… αγροτεμάχιο κατά το διάγραμμα του Γ.

Κ., που αποτελεί τμήμα του ανωτέρω ακινήτου των 304 στρεμμάτων, έχει εμβαδόν 392 τ.μ. και συνορεύει δυτικά με δρόμο, νότια με αιγιαλό σε πλευρά μήκους 14 μέτρων και βόρεια και ανατολικά με τα ... αγροτεμάχια (δηλαδή το ανωτέρω ενιαίο πλέον ακίνητο των με στοιχεία ... των εναγόντων). Ακολούθως, οι ανωτέρω κληρονόμοι με το .../2-6-1993 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της ανωτέρω συμβολαιογράφου πώλησαν και μεταβίβασαν κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν το ακίνητο αυτό στους υπό στοιχεία ...

ενάγοντες. Και στα δύο ανωτέρω συμβόλαια, αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κληρονομούμενη με το ...6-12-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., το οποίο δεν προσκομίζεται. Το αγορασθέν ακίνητο οι ενάγοντες από τότε που το αγόρασαν και μέχρι την άσκηση της αγωγής το συννέμονταν κατά το ανωτέρω ποσοστό έκαστος με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων, καλή πίστη και τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο, αφού περίφραξαν αυτό με μανδρότοιχο και επιτηρούν τα όριά του, και έτσι με την πάροδο του νόμιμου χρόνου το 2003 έγιναν συγκύριοι αυτού με τακτική χρησικτησία.

Επικουρικά, αυτοί έχουν γίνει συγκύριοι του ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι νέμονταν το ακίνητο, αφού το επέβλεπαν και επιτηρούσαν τα όριά του με διάνοια αποκλειστικής κυρίας η Σ. Ξ.-Γ. από τότε που το αγόρασε και μέχρι τον θάνατο της και με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων οι κληρονόμοι της από τον θάνατο της και μέχρι την πώληση του ακινήτου.

Τμήμα του ακινήτου αυτού των εναγόντων, εμβαδού 214,44 τ.μ., που εμφαίνεται με τον ... στο ανωτέρω διάγραμμα Ρ. και περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας.

7) Με το .../8-12-1989 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π.-Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Ε. χήρα Ε. Τ., Γ. Τ., Κ. Τ. και Μ. Τ., πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος στους υπό στοιχεία ... ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν και στον Ν. Κ.

κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου τα με αριθμούς ... αγροτεμάχια του ακινήτου των 304 στρεμμάτων, κατά το ανωτέρω διάγραμμα του Γ. Κ., εμβαδού 1.182 τ.μ. και 1.150,73 τ.μ. κατά ακριβέστερη καταμέτρηση σύμφωνα με το προσαρτημένο στο ανωτέρω συμβόλαιο από 29/9/1989 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Γ. Γ., στη συνέχεια δε με το ...-10-1998 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Σ.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Κ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το ανωτέρω ποσοστό του στον υπό στοιχείο 8γ ενάγοντα και στην μη διάδικο σύζυγο αυτού Π. Κ.-Π. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Στους πωλητές του ανωτέρω .../1989 συμβόλαιο το ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του συζύγου της πρώτης τούτων και πατέρα των λοιπών Ε.

Τ., που πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 23/11/1985, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με το ...1986 κληρονομητήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον Ε. Τ. το ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα με το .../7-8-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αγορά από τους ανωτέρω Μ.

Λ. και Π. Σ.. Από την απόκτηση του ακινήτου του και μέχρι τον θάνατο του, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 20 έτη, ο Ε. Τ. νεμόταν με διάνοια αποκλειστικού κυρίου το ακίνητο του, επιτηρώντας τα όριά του και επιβλέποντας αυτό και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος έγιναν παραγώγως και οι υπό στοιχείο 8 τρεις ενάγοντες, αφού υπάρχει η ανωτέρω διαδοχή μεταβιβάσεων με νομίμως μεταγεγραμμένα δημόσια έγγραφα, με τελική αναγωγή στον Ε.

Τ.. Επικουρικά, οι υπό στοιχεία ... ενάγοντες έχουν γίνει συγκύριοι του ακινήτου και με τακτική χρησικτησία, αφού από την κτήση του ακινήτου τους και μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών, νέμονταν με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων με καλή πίστη και με τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο το ακίνητό τους, αφού το περιέφραξαν και επιτηρούσαν τα όριά του, ενώ τέτοια κτήση κυριότητας για τον 8γ ενάγοντα δεν υπάρχει γιατί από την κτήση του ακινήτου το 1998 και μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2004 παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο των 10 ετών.

Τμήμα του ανωτέρω ακινήτου των εναγόντων, το οποίο εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή από 22/2/2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Γ. Γ., έχει εμβαδόν 161,18 τ.μ., και περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας.

Ως προς τον δέκατο ενάγοντα, το ακίνητο του οποίου βρίσκεται εκτός του ακινήτου των 304 στρεμμάτων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι τρεις αγοραστές του όλου ακινήτου των 7.000 στρεμμάτων με το ανωτέρω .../1918 συμβόλαιο, διένειμαν ατύπως αυτό και έλαβαν διακριτά εδαφικά τμήματα, η δε διανομή δεν περιέλαβε το ακίνητο των 304 στρεμμάτων, που αγόρασαν το 1965 οι Μ.Λ.

και Π. Σ.. Μετά τον θάνατο του εκ των τέκνων του αρχικού αγοραστή Δ. Ε. Τ., Α. Δ. Τ., που συνέβη το έτος 1948, τα τέκνα αυτού Δ. και Η. (ήδη δέκατος ενάγων) το έτος 1959 διένειμαν ατύπως την περιουσία του πατέρα τους και ο δέκατος ενάγων έλαβε μεταξύ άλλου και ένα ακίνητο, το οποίο ευρίσκεται δυτικότερα του ποταμού-ρέμματος, που είναι το προς δυσμάς όριο του όλου ακινήτου των 304 στρεμμάτων και συνεπώς δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτό, εμφαίνεται δε στο ανωτέρω διάγραμμα Ρ., όπως περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό.

Το ακίνητο αυτό από το έτος 1959 και μέχρι την άσκηση της αγωγής ο δέκατος ενάγων το νεμόταν με διάννοια αποκλειστικού κυρίου αφού το έχει περιφράξει από την βόρεια και ανατολική πλευρά του και έχει κατασκευάσει εντός του κτίσμα, το οποίο εκμεταλλεύεται ως ταβέρνα-εστιατόριο και έτσι το έτος 1979 με την πάροδο του νόμιμου χρόνου των 20 ετών έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Τμήμα του ακινήτου αυτού, εμβαδού 261 τ.μ., που εμφαίνεται στο διάγραμμα Ρ. με τον ... και περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό, χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας. Όλα τα παραπάνω εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων, που χαρακτηρίστηκαν ως παλαιός αιγιαλός δεν είχαν ποτέ την ιδιότητα του αιγιαλού, αφού ποτέ ούτε στο παρελθόν κατέκλυζε αυτά το χειμέριο κύμα και συνεπώς δεν αποτελούν παλαιό αιγιαλό για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:

α) Το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο ούτε καν επικαλείται την ύπαρξη κάποιας φυσικής διαδικασίας (π.χ. προσχώσεις ποταμού) ή ανθρώπινης δραστηριότητας που οδήγησαν στην επέκταση της ξηράς σε βάρος της θάλασσας και στην δημιουργία συνεπώς παλαιού αιγιαλού, είναι δε χαρακτηριστικό ότι ανατολικά και δυτικά της εκβολής στην θάλασσα του υπάρχοντος ποταμού-ρέμματος, όπου βρίσκονται οι ιδιοκτησίες Η. (πρώτων εναγόντων) και Μ. (μη διαδίκου), ο παλαιός αιγιαλός έχει χαραχθεί σε πολύ μικρότερο πλάτος από άλλες περιοχές που βρίσκονται πολύ μακριά από την εκβολή και συνεπώς θα επηρεάζοντο λιγότερο, αν υποτεθεί ότι ο παλαιός αιγιαλός δημιουργήθηκε από τις προσχώσεις του ρέματος, γεγονός βέβαια που δεν αποδεικνύεται, β) Η ανωτέρω αιτιολογία της Επιτροπής που καθόρισε τον παλαιό αιγιαλό δεν είναι πειστική γιατί μόνη η ύπαρξη σε αυτόν θαμνώδους βλάστησης δεν αποτελεί τεκμήριο ύπαρξης παλαιού αιγιαλού, αντίθετα δε δημιουργεί επιχείρημα περί του αντιθέτου, αφού για να φυτρώσουν οι θάμνοι χρειάζεται χώμα.

γ) Η ύπαρξη και άμμου στην λωρίδα που χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός, η οποία λωρίδα έχει γαιώδη και όχι αμμώδη υφή, όπως ιδίως αποδεικνύεται εκτός από την ύπαρξη θάμνων και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οφείλεται στους έντονους δυτικούς-νοτιοδυτικούς ανέμους, που πλήττουν την περιοχή, οι οποίοι μεταφέρουν την άμμο όχι μόνο στην λωρίδα που χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός αλλά και βορειότερα σε περιοχές που δεν χαρακτηρίστηκαν.

Επίσης, τα επίδικα τμήματα δεν υπήρξαν ποτέ βαλτώδεις εκτάσεις. Ειδικότερα το όλο ακίνητο εμβαδού 304 στρεμμάτων κατά το μεγαλύτερο μέρος του αποτελεί επίπεδη-πεδινή έκταση, που βρίσκεται μεταξύ του βουνού και της θάλασσας. Κατά τους χειμερινούς μήνες το νερό της βροχής παγιδευόταν μεταξύ του βουνού ανατολικά και των αμμόθινων του αιγιαλού δυτικά και μη μπορώντας να απορροφηθεί όλο λίμναζε κατά τόπους, η δε απορρόφησή του γινόταν με την έλευση της Άνοιξης και την παύση των βροχοπτώσεων.

Από το τέλος της Άνοιξης και μέχρι τις αρχές του Χειμώνα δεν λίμναζε νερό, υπήρχαν δε μόνο πηγές που ανέβλυζαν (τριμέρια) και οι κτηνοτρόφοι της περιοχής έβοσκαν εκεί τα ποίμνιά τους στο χορτάρι που φύτρωνε. Μετά το έτος 1965 που έγινε η κατάτμηση του ακινήτου και η οικοπεδοποίηση της περιοχής, μπαζώθηκε η όλη περιοχή και έγιναν έργα αποστράγγισης των υδάτων τα οποία πλέον δεν λιμνάζουν, σήμερα δε έχει δημιουργηθεί οικισμός που περιλαμβάνει και ξενοδοχεία και καταστήματα.

Το εναγόμενο, αν η περιοχή ήταν βαλτώδης, θα την χαρακτήριζε ως τέτοια και όχι ως παλαιό αιγιαλό και επίσης δεν θα διεκδικούσε μόνο την επίδικη λωρίδα, αλλά όλη την πεδινή έκταση που βρίσκεται βορείως αυτής. Τέλος αποδεικνύεται ότι όλη η έκταση των 304 στρεμμάτων δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτησία του Οθωμανικού κράτους, αλλά πριν ακόμα την Ελληνική Επανάσταση ήταν ιδιοκτησία ποιμένων της περιοχής, οι οποίοι την νέμονταν ως βοσκότοπο, όπως τούτο ιδίως αποδεικνύεται και από την διαδοχή των συμβολαίων που αναφέρονται στο ανωτέρω .../1918 συμβόλαιο και φθάνουν μέχρι το 1838, το δε Ελληνικό Δημόσιο ποτέ δεν νεμήθηκε την έκταση αυτή, ενώ καμμία διαδικασία πρόσχωσης ή πρόκλυσης δεν αποδείχθηκε ότι συνέβη στην περιοχή.

Συνεπώς θα πρέπει, αφού απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες όλες οι ενστάσεις του εναγόμενου, να γίνει δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων (πλην των υπό στοιχείο 9) και να αναγνωρισθούν αυτοί κύριοι ή συγκύριοι των ακινήτων τους κατά το διατακτικό, αφού σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδείχθηκε να υπάρχει οποτεδήποτε κυριότητα του εναγόμενου στα επίδικα ακίνητα, δεν απαιτείται για την παραδοχή της αγωγής να αναχθούν οι ενάγοντες σε κτήση κυριότητας πριν τις 11/9/1915." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, ως προς τους υπό στοιχεία ...

ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους και την απέρριψε, ως προς τους λοιπούς (υπό στοιχεία 9α, 9β και 9γ ενάγοντες). Επίσης απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιήλθαν στην κυριότητά του ως κοινόχρηστα πράγματα (αιγιαλός), τα οποία πριν από το έτος 1984 απέκτησαν την ιδιότητα του παλαιού αιγιαλού, άλλως ότι περιήλθαν σε αυτό με πρόσχωση ή πρόσκλυση (άρθρο 1069ΑΚ), άλλως ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, άλλως με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ και του ΑΚ.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι τα παρακάτω ακίνητα, κυριότητας των αναφερόμενων στη συνέχεια εναγόντων ή ομάδων εναγόντων, βρίσκονται εντός μεγαλύτερης έκτασης 304 στεμμάτων, στη θέση "..." του χωρίου "..." και στην παραλία .... Ότι την κυριότητα των εν λόγω ακινήτων απέκτησαν οι ενάγοντες αυτοί ως εξής: α) οι υπό στοιχεία 1α, 1 β και 1γ ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ειδικότερα περιγραφόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 1999,75 τ.μ., τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και αγορά), όσο και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) β) η δεύτερη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του περιγραφόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 1040,70τ.μ., επίσης με παράγωγο τρόπο (αγορά), αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) γ) ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόντων απέκτησαν την κυριότητα των ειδικότερα περιγραφόμενων διακριτών ακινήτων, συνολικού εμβαδού 1232τ.μ., τόσο με παράγωγο τρόπο (αγορά και προίκα), όσο και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) δ) οι με τα στοιχεία 5α και 5β ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ειδικότερα περιγραφόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 1648 τ.μ., επίσης με παράγωγο τρόπο (αγορά), αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ε) οι με τα στοιχεία ...

ενάγοντες, οι οποίοι ήταν ανήλικοι και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τους γονείς τους (με τα στοιχεία ... ενάγοντες) κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ειδικότερα περιγραφόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 812 τ.μ., τόσο με παράγωγο τρόπο (αγορά), όσο και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) στ) οι υπό τα στοιχεία ...

ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ειδικότερα περιγραφόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 392 τ.μ. με παράγωγο τρόπο (αγορά) και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ζ) οι με τα στοιχεία 8α, 8β και 8γ ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ειδικότερα περιγραφόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού κατά νεότερη καταμέτρηση 1150,73 τ.μ., με παράγωγο τρόπο (αγορά), οι δε ...

ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία) η) ο δέκατος ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ειδικότερα περιγραφόμενου τμήματος μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 261 τ.μ., με έκτακτη χρησικτησία. Ότι οι πράξεις νομής των πιο πάνω εναγόντων στα προαναφερόμενα ακίνητα συνίσταντο κυρίως στην επίβλεψη, περίφραξη, επιτήρηση και κατασκευή κτισμάτων σε κάποια από αυτά.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι τα περιγραφόμενα εδαφικά τμήματα (επίδικα) των ακινήτων των προαναφερόμενων εναγόντων, που χαρακτηρίστηκαν ως παλαιός αιγιαλός, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν ποτέ την ιδιότητα του αιγιαλού, αφού ποτέ, ούτε στο παρελθόν, δεν τα κατέκλυζε το χειμέριο κύμα, ούτε ότι υπήρξαν βαλτώδεις εκτάσεις ούτε ότι η μεγαλύτερη έκταση των 304 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα, υπήρξε ποτέ ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, αλλά αυτή υπήρξε ιδιοκτησία ποιμένων της περιοχής, ούτε ότι αναιρεσείον νεμήθηκε ποτέ την εν λόγω έκταση ούτε ότι συνέβη κάποια διαδικασία πρόσχωσης ή πρόσκλυσης στην περιοχή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 2344/1940 και του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική ακολουθία μεταξύ των γεγονότων που έγιναν δεκτά και έχουν υπαχθεί στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ούτε επίσης παραβίασε τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού και οθωμανικού δικαίου περί αιγιαλού και χρησικτησίας επί δημοσίων κτημάτων, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1069 ΑΚ (περί πρόσχωσης και πρόσκλυσης) και του Β.Δ. 18/30.11.1833, τις οποίες το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα επίδικα εδαφικά τμήματα δεν είχαν ποτέ την ιδιότητα του αιγιαλού και, άρα, οι παραπάνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση.

Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης το ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ως τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και τη μη απόκτηση κυριότητας του αναιρεσείοντος σε αυτά.

Επομένως οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα προαναφερόμενα ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 379/2006).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 259/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, αναφορικά με την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα με πρωτότυπο τρόπο, χωρίς απόδειξη και χωρίς να εκτίθενται από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την κρίση του για την απόδειξη του ουσιώδους αυτού ζητήματος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη) που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ανεξάρτητα από την ορθότητά του ή μη.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ’ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα νομοτύπως ισχυρισμό του ότι "τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούν παλαιό αιγιαλό, ο οποίος δημιουργήθηκε με τον λεπτομερώς αναφερόμενο στις προτάσεις του τρόπο, ώστε να δεχθεί στη συνέχεια ότι αυτά αποτελούν δημόσιο κτήμα και να απαιτήσει, για την παραδοχή της ένδικης αγωγής, να αναχθούν οι ενάγοντες σε άσκηση πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους τους επί μια 30ετία πριν από τις 11/9/1915".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο σχετικός περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, αφού οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/6/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 99/2014 απόφασης Εφετείου Ναυπλίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ