116/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated116/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): βλ. ΑΠ 1468/2005). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δε του δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, παρόλο που συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 116 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Bank" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. χήρας Σ. Δ., το γένος Ε. Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπαγγελή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5262/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7020/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 5-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στο πλαίσιο των αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η οποία έκρινε υπόθεση παράνομης ιδιοποίησης από μέρους προστηθείσας υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Τράπεζας χρηματικής κατάθεσης της ενάγουσας και αναιρεσίβλητης. Σημειώνεται, πως, ήδη, τη δίκη συνεχίζουν, μετά το θάνατο της τελευταίας, οι κληρονόμοι της.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνη των άρθρων 330, 335 και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικήματος απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση εκ συμβάσεως, απόκειται μεν στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου.
Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 481, 482, 483, 822, 827, 830, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται περαιτέρω: α) εάν δι' απάτης, την οποία διέπραξε τραπεζικός υπάλληλος (μόνος ή με συμμετοχή άλλων) εκταμιευθούν από την τράπεζα χρήματα επ' ονόματι καταθέτου και με χρέωση του λογαριασμού του, ενέχονται έναντι του τελευταίου εις ολόκληρον, τόσον η Τράπεζα (ως προστήσασα τον υπάλληλό της) όσο και καθένας εκ των συμμετόχων του αδικήματος, για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το εκταμιευθέν ποσό, κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεσή του , β) ότι, επιπλέον, η Τράπεζα ενέχεται έναντι του καταθέτου πελάτου της και εκ της μεταξύ τους συμβάσεως (ανώμαλης) παρακαταθήκης για απόδοση του αυτού χρηματικού ποσού γ) ότι, εάν η απαίτηση του καταθέτου για καταβολή των χρημάτων που δικαιούται ικανοποιηθεί ολικώς ή μερικώς είτε από την τράπεζα, είτε από τους δράστες του εις βάρος του αδικήματος (συνοφειλέτες της εξ αδικήματος παροχής) αποσβήνεται αντίστοιχο μέρος, τόσο της απαίτησής του έναντι όλων των εκ ολόκληρον εξ αδικήματος συνοφειλετών, όσο και της εκ συμβάσεως απαίτησής του έναντι της θεματοφύλακος τράπεζας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 §2, 216 §1, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, πως η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης και δεν δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα εκκαλούμενα προς θεμελίωση του οικείου ισχυρισμού περιστατικά τον - κατά την κρίση του - προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον ισχυρισμό στον προσήκοντα κανόνα δικαίου λαμβάνοντας υπ' όψη την ιστορική βάση και το υποβαλλόμενο αίτημα (ΑΠ 1382/2008 πρ.
βλ. ΑΠ 1468/2005). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δε του δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, παρόλο που συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε - κατά λέξη - τα ακόλουθα (από τα οποία προκύπτει και η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως): "Η ενάγουσα διατηρούσε στην εναγομένη Τράπεζα, στο υποκατάστημα αυτής της Καισαριανής δύο λογαριασμούς καταθέσεων Ταμιευτηρίου υπό τους κωδικούς αριθμούς ... και ..., από τους οποίους ο πρώτος άνοιξε στις 3-3-1998 και στις 28-7-99 πιστώθηκε με το ποσό των 34.171.058 δρχ, ενώ ταυτόχρονα την ίδια ημέρα έγινε από αυτήν ανάληψη ποσού 4.000.0000 δρχ, παραμένοντας έτσι σ' αυτόν υπόλοιπο 30.1717.058 δρχ.
Ο δεύτερος λογαριασμός άνοιξε την 4-8-1999 με κατάθεση ποσού 62.000.000 δρχ., το οποίο μετέφερε η ίδια με τραπεζική επιταγή από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκ/μα) Καισαριανής, όπου μέχρι τότε είχε κατατεθιμένο το ποσό αυτό των χρημάτων της. Στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης κατά τους παραπάνω , χρόνους διευθύντρια ήταν η υπάλληλος αυτής Μ.
Κ., η οποία, εκμεταλλευόμενη τη θέση.της αυτή, ως διευθύντριας, την μεγάλη ηλικία της ενάγουσας (79 ετών τότε και όχι 85 όπως εκτίθεται στην αγωγή), την μετριότατη μόρφωση της και την άγνοιά της περί τις συναλλαγές αλλά κυρίως διάφορες φοβίες της σε σχέση με προβαλλόμενες αξιώσεις επί των παραπάνω χρημάτων της από τους συγγενείς της, κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να αναπτύξει φιλικές σχέσεις προς αυτήν και παριστάνοντας της ψευδώς ότι χρειαζόταν την υπογραφή της για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων της, για να μη τα βρουν οι συγγενείς, προέβη εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς τη χρήση βιβλιαρίου της - κατά τις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες στις ακόλουθες αναλήψεις: 1) Στις 17-8-1999, σε ανάληψη ποσού 25.0000 δρχ.
από τον πρώτο από τους παραπάνω λογαριασμούς, από το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε α) ποσό 10.000.000 δρχ. σε λογαριασμό με δικαιούχο τον μνηστήρα της με αριθμό ΑΚ ..., β) ποσό 10.000.000 δρχ σε λογαριασμό με δικαιούχο με το επώνυμο ... με αριθμό ΑΚ ... και γ) ποσό 5.000.000 δρχ. σε δικό της λογαριασμό με αριθμό .... 2) Στις 25-8-1999 προέβη σε ανάληψη ποσού 10.000.000 δρχ.
από τον δεύτερο από τους παραπάνω λογαριασμούς της ενάγουσας, το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό του ... (όπως προκύπτει από την από 29-6-2001 έκθεση ελέγχου επιθεωρητών της εναγομένης και όχι σε δικό της λογαριασμό όπως εκτίθεται στην αγωγή). 3) την 1-9-1999 προέβη σε ανάληψη ποσού 1.000.000 δρχ. από τον δεύτερο επίσης ως άνω λογαριασμό, το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε στον προαναφερθέντα λογαριασμό ... 4) Την 1-9-1999 επίσης προέβη σε ανάληψη ποσού 6.000.000 δρχ.
από τον πρώτο από τους προαναφερθέντες λογαριασμούς της ενάγουσας, το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε επίσης στον παραπάνω λογαριασμό του ... 5) Την 27-10-1999 προέβη σε ανάληψη ποσού 1.000.000 δρχ. από τον δεύτερο ως άνω λογαριασμό της ενάγουσας, το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε σε δικό της λογαριασμό με αριθμό ΑΚ ... ο οποίος ήταν κοινός με τη θεία της ...
ηλικίας 80 ετών. Στα αντίστοιχα παραστατικά των παραπάνω αναλήψεων, συνολικού ποσού 43.000.000 δρχ. που έγιναν, όπως προαναφέρθηκε, εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς τη. χρήση του βιβλιαρίου της, υπάρχει η υπογραφή της ενάγουσας, πλην εκείνου που αφορά την τελευταία ως άνω ανάληψη του 1.000.000 δρχ., που δεν φέρει την υπογραφή αυτής, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγομένη παραστατικά αλλά και από την προαναφερθείσα έκθεση ελέγχου των επιθεωρητών της εναγομένης.
Όπως αποδεικνύεται όμως από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως-η οποία εκτιμώμενη σε συνδυασμό με το όλο αποδεικτικό υλικό κρίνεται αληθής - την υπογραφή της, για τις αντίστοιχες εντολές των αναλήψεων, η ενάγουσα είχε θέσει σε λευκά παραστατικά, εξαπατηθείσα από την ως άνω υπάλληλο της εναγομένης, η οποία της παρέστησε ψευδώς ότι οι υπογραφές της αυτές χρειάζονταν για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων της, να μην το βρουν οι συγγενείς της, και η οποία ακολούθως, με το τέχνασμα της μεταφοράς των άνω αναλήψεων στους λογαριασμούς των ως άνω προσώπων, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό, υπεξαιρώντας το από την εναγομένη Τράπεζα.
Το γεγονός εξάλλου των αναλήψεων των ως άνω χρημάτων εν αγνοία της ενάγουσας, ενισχύεται και από το αποδεικνυόμενο, από την ως άνω έκθεση ελέγχου, έτερο γεγονός ότι όλες αυτές οι αναλήψεις έγιναν (με τον κωδικό της παραπάνω υπαλλήλου στα παραστατικά) χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου της ενάγουσας, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (αρθρ. 336 ΚΠολΔ) οι αναλήψεις των τραπεζικών καταθέσεων που γίνονται από τους ίδιους τους καταθέτες, γίνονται συνήθως με τη χρήση του σχετικού βιβλιαρίου τους.
Περαιτέρω, σχετικά με την επικαλούμενη με την αγωγή ανάληψη ποσού 50.000.000 δρχ. την 12-8-1999 (προγενέστερη των ως άνω αναλήψεων) από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ανάληψη αυτή έγινε με την υπογραφή της ενάγουσας και τη φυσική παρουσία της στην Τράπεζα της εναγομένης, από τον δεύτερο λογαριασμό των 62.000.000 δρχ.
μετά από υπόδειξη της ως άνω διευθύντριας και για το ποσό αυτό εκδόθηκαν, με εντολές της τελευταίας δύο τραπεζικές επιταγές σε Διαταγή της εταιρίας ... των 25.000.000 δρχ. η κάθε μία, εν αγνοία της ενάγουσας (σε διαταγή τίνος εκδόθηκαν), η οποία, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στη Διευθύντρια του καταστήματος της εναγομένης, υπέγραφε οποιοδήποτε έγγραφο της ζητούσε να υπογράψει η εν λόγω υπάλληλος μεταξύ των οποίων και οι από 12-8-99 αιτήσεις για έκδοση επιταγής (σχετ. 6γ, 6δ της εναγομένης).
Ακολούθως, την ίδια ημέρα η τελευταία οδήγησε την ενάγουσα (με ΤΑΧΙ) στην Τράπεζα "...", παριστάνοντάς της ψευδώς ότι θα κατέθετε χρήματα (αυτά επ' ονόματί της, με σκοπό να χάσουν τα αδέλφια της που είχαν διεκδικητικές βλέψεις, τα ίχνη των καταθέσεών της. Τις επιταγές όμως αυτές, που κρατούσε στην τσάντα της η υπάλληλος αυτή, τις κατέθεσε στην παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία - που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο με την ως άνω τράπεζα, στην Ομόνοια -ζητώντας από την ενάγουσα να υπογράψει τα έγγραφα που εκείνη είχε συμπληρώσει και συγκεκριμένα τις επικαλούμενες από την εναγομένη, από 12-8-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και (χωρίς ημερομηνία) αίτηση ανοίγματος κωδικού (σχετ.
με αρ. 6 και 6α της εναγομένης) ενώ, προκειμένου να την πείσει περί της υποτιθέμενης καταθέσεως, της έδωσε ένα βιβλιάριο, που, όπως η ενάγουσα διαπίστωσε αργότερα, έφερε υπόλοιπο μηδέν. Όπως δε προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση ελέγχου των επιθεωρητών της εναγομένης οι αρμόδιες υπηρεσίες της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρίας τους πληροφόρησαν ότι δεν είχαν δυνατότητα επικοινωνίας με την ενάγουσα, διότι από τα τρία τηλέφωνα που είχαν στη διάθεσή τους το ένα ανήκε στην Μ.
Κ., το άλλο στον ... και το τρίτο στο όνομα ..., που ήταν άγνωστο προς την ενάγουσα πρόσωπο, γεγονός που ενισχύει την κρίση ότι η ενάγουσα αγνοούσε, κατά την ως άνω ημερομηνία, ότι τα χρήματά της είχαν επενδυθεί στη προαναφερθείσα χρηματιστηριακή εταιρία, κάτι που πληροφορήθηκε αργότερα, όταν άρχισαν να φθάνουν στη διεύθυνση της κατοικίας της τα σχετικά έντυπα της εταιρίας αυτής.
Τα ποσά εξάλλου της εν λόγω επενδύσεως στη χρηματιστηριακή αυτή εταιρία καρπώνονταν η παραπάνω υπάλληλος της εναγομένης και ο προαναφερθείς μνηστήρας της, οι οποίοι και τα διαχειρίζονταν, χωρίς ποτέ να περιέλθει στην ενάγουσα κάποιο ποσό από την, εν αγνοία της γενομένη χρηματιστηριακή αυτή επένδυση.
Παρόμοια αδικήματα η εν λόγω υπάλληλος και ο ... τέλεσαν σε βάρος της εναγομένης και άλλων καταθετών, όπως συνομολογείται από την τελευταία και με την με αρ. 740α-758/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων καταδικάσθηκαν σε συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών η πρώτη, για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, απάτης κατ' εξακολούθηση και πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και σε συνολική ποινή φυλάκισης 6 ετών ο δεύτερος για απλή συνεργεία στα παραπάνω αδικήματα της πρώτης.
Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων, ήταν αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι η ενάγουσα εν γνώσει της υπέγραφε τα σχετικά εντάλματα και ότι με τη θέληση της ανέλαβε τα αντίστοιχα ποσά των καταθέσεών της με τις προαναφερθείσες αναλήψεις, προκειμένου να τα επενδύσει στην παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία.
Αποδειχθέντος δε, του καθ' υποφοράν με την αγωγή αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις προβληθέντος ισχυρισμού της ενάγουσας ότι οι αναλήψεις των καταθέσεών της έγιναν με τις αξιόποινες πράξεις της απάτης σε βάρος της, εκ μέρους της προστηθείσης υπαλλήλου της εναγομένης και της υπεξαιρέσεως σε βάρος της τελευταίας, η άρνηση της εναγομένης να αποδώσει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό των παρακατατεθέντων σ' αυτήν χρημάτων της, συνιστά αθέτηση της μεταξύ τους συμβάσεως παρακαταθήκης, εκ μέρους της, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Ο πρωτοδίκως προβληθείς εξάλλου από την εναγομένη ισχυρισμός ότι η ενάγουσα έχει ήδη εισπράξει από τον ... το ποσό των 27.000.000 δρχ. (45.000 Ευρώ), ποσό που ισούται με το συνολικό ποσό των μεταφερθέντων στο λογαριασμό αυτού ποσών, που ανελήφθησαν εκ μέρους της υπαλλήλου της (ήτοι των 10,10 και 7 εκατ. δρχ.) και ότι ως προς το ποσό αυτό η αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και αληθής υποτιθέμενος δεν έχει έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, εφ' όσον η επίδικη αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης από τη σύμβαση της παρακαταθήκης ....".
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησής της εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, (όπως αυτοί εκτιμώνται από το παρόν δικαστήριο), η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι στο ουσιαστικό δικαστήριο είχε, κατ' ένσταση, ζητήσει (πράγμα που προκύπτει βάσιμο από την επισκόπηση των οικείων προτάσεων), να αφαιρεθεί από το ποσό που τυχόν θα επιδικαζόταν στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα:
α) χρηματικό ποσό 79.237 Ευρώ, το οποίο είχε καταβληθεί σ' αυτήν από τον συμμέτοχο του εις βάρος της αδικήματος Α. Ζ. β) χρηματικό ποσό 36.720,83 Ευρώ, το οποίο αυτή είχε εισπράξει "από πλειστηριασμό ακινήτων της Μ. Κ.", και ότι το Εφετείο, το μεν πρώτο αίτημα απέρριψε ως νομικώς αβάσιμο με την παρατεθείσα αιτιολογία, το δε δεύτερο δεν το έλαβε υπόψιν, παραλείποντας να το εξετάσει.
Με βάση τα προεκτεθέντα και ανεξάρτητα από τους γενόμενους από την αναιρεσείουσα νομικούς χαρακτηρισμούς των πραγματικών περιστατικών, οι οποίοι είχαν ως έρεισμα τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο όντως υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, αφού, την μεν πρώτη ένσταση και το αντίστοιχο αίτημα δεν υπήγαγε στις εφαρμοστέες, ως άνω, διατάξεις, αλλά σε άλλη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, την δε δεύτερη ένσταση και το οικείο αίτημα παρέλειψε να τα εξετάσει.
Ενόψει τούτων, οι ρηθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει, κατ' αποδοχή αυτών, να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το μέρος της που αφορά τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας τράπεζας, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που αναιρετικώς ανέλεγκτα έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα από ουσιαστικό δικαστήριο, η αναιρεσείουσα ενέχεται έναντι της αναιρεσιβλήτου για το σύνολο της ζημίας που προκλήθηκε στην τελευταία από το εις βάρος της αδίκημα της απάτης, που διέπραξε η προστηθείσα από την τράπεζα υπάλληλός της.
Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο "η τράπεζα ... εκπλήρωσε την πηγάζουσα από το άρθρο 827 ΑΚ υποχρέωσή της έναντι της .... αντιδίκου ... προς απόδοση του ποσού των 50.000.000 δραχμών ... αφού της απέδωσε τα χρήματα, όταν αυτή τα ζητούσε ... και συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο ...
αναγνώρισε την υποχρέωση της τράπεζας να αποδώσει στην αντίδικο εκ νέου το ποσό των 146.735,14 Ευρώ και για το λόγο αυτό κατέστη αναιρετέα κατ' άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει να σημειωθεί, ότι αβασίμως δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ενάγουσα-αναιρεσίβλητη εισήγαγε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παράπονα μόνο "ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής ...
ενώ δεν υφίσταται ειδικό παράπονο στην έφεση ως προς τις απορριφθείσες λοιπές βάσεις της αγωγής". Τούτο δε, διότι από την επισκόπηση της εφέσεως προκύπτει, ότι η ενάγουσα διέλαβε σ' αυτή σαφή και αναλυτικά παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης για την απόρριψη της εξ αδικήματος βάσεως της αγωγής, καταλήγοντας μάλιστα, κατά λέξιν, ως εξής: "Άπαντα δε τα ανωτέρω δεν θα συνέβαιναν, εάν η εκκαλουμένη, κρίνουσα ορθώς και δικαίως, εδέχετο το πράγματι συμβάν ότι δηλαδή ουδέποτε υπήρξε πραγματική συναίνεσή μου, δια τας γενομένας υπό της Κ.
αναλήψεις των ενδίκων χρηματικών ποσών, ανηκόντων μεν κατά κυριότητα στην εναγομένη, ουσία δε αποτελούντων τας οικονομίας ολοκλήρου της ζωής μου. Η δε φαινομένη συναίνεσή μου δεν είναι νόμιμος και επομένως νομικώς είναι ανύπαρκτος μη ούσα προϊόν ελευθέρας θελήσεώς μου, αλλά προϊόν εγκληματικού καταναγκασμού και εξαπατήσεώς μου υπό της ανωτέρω υπαλλήλου της αντιδίκου.".
Εν όψει τούτων ο ρηθείς αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Εξ άλλου, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρ. 178 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 7020/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική αυτών δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ