Legislator Case Law & Legislation
116/2012 AI generated

116/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 116/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 116 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2012

Legislator headnote

AI generated
116/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 116 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2012 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
loss of earnings calculation calculation of loss of earnings insufficient income loss loss of profits decrease in income dismissal for economic reasons

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 116 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζ. Π. Π. και 2. Π. Π. του Ι., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καρπαθάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", με έδρα την Αθήνα, η επωνυμία της οποίας ορίστηκε ως ανωτέρω από 1.6.2005 δυνάμει της από 22.5.2005 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της εταιρίας και η οποία μέχρι τότε ήτο ""ΕΚΟ ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ", η οποία είναι από 1.4.1998 η δια διασπάσεως με απορρόφηση καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγούσης υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΒΕΕ" "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6.6.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11204/1995 προδικαστική 3504/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3301/2004 μη οριστική, 889/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3.6.2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι (πρώτος και τρίτος).

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-12-2010 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 03-06-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 889/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως, λόγω των βουλευτικών εκλογών, κατά τη δικάσιμο της 15-11-2010, που είχε ορισθεί μετά από αναβολή από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 21-09-2009.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, λόγω των περιεχομένων σ' αυτήν ανεπαρκών αιτιολογιών και ελλείψεων, ως προς τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών, που απώλεσε η αναιρεσίβλητη, για το χρονικό διάστημα που αφορούσε η ένδικη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο εκτίθεται μόνο ο κατά την άποψη των αναιρεσειόντων τρόπος υπολογισμού της άνω αποθετικής ζημίας των αναιρεσίβλητων, χωρίς να αναφέρονται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, παραδοχές που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της πρoσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, επιπροσθέτως δε διότι υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 297 εδ. α' του ΑΚ, "ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα", κατά δε το άρθρο 298 του ίδιου Κώδικα, "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προς εκείνες των άρθρων 345, 346 ΑΚ και 69 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη που δεν είναι απαιτητή, αλλά καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον, μπορεί να επιδιωχθεί η επιδίκασή της, εφόσον κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής είχε γεννηθεί το δικαίωμα για την αξίωση αυτή και απλώς καθίσταται απαιτητή από την επέλευση ορισμένου χρονικού σημείου, από του οποίου και επιδικάζεται. Στην περίπτωση δε που επιδιώκεται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, για όσα μεν εξ αυτών είχαν καταστεί απαιτητά κατά την άσκηση της αγωγής, οφείλεται νόμιμος τόκος, και αν ο οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος, αφότου επιδόθηκε η τελευταία. Αν όμως η αποζημίωση για την απώλεια διαφυγόντων κερδών καθίσταται απαιτητή στο μέλλον, οφείλεται νόμιμος τόκος από του χρόνου που ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος, δηλαδή το χρονικό σημείο μετά το οποίο η απαίτηση αυτή δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι εξαιτίας αθετήσεως, από υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας, της μεταξύ αυτής και της αρχικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΒΕΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, την οποία είχε εγγυηθεί ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ζημιώθηκε η αναιρεσίβλητη εταιρεία, εκτός των άλλων, και κατά το ποσό των 17.441.685 δραχμών (ήδη 51.186,16 ευρώ), το οποίο κατά βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από την πώληση βενζίνης σούπερ, βενζίνης απλής και πετρελαίου, αν λειτουργούσε κανονικά η σύμβαση μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της και η πρώτη αναιρεσείουσα εξεπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, δηλαδή απώλεσε η αναιρεσίβλητη διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 1-4-1989 έως 30-3-1997, που είχε συμφωνηθεί η διάρκεια της σύμβασης, ύψους 51.186,16 ευρώ, όπως αναλυτικά εξάγεται το τελευταίο αυτό ποσό κατά χρονικές περιόδους, και ένα μέρος αυτού ανάγεται στο προ της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα, και το υπόλοιπο στο μετά την επίδοση της αγωγής τοιούτο, και το οποίο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και την μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, ολόκληρο το επιδικαζόμενο ποσό για την παραπάνω αιτία, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, κατά το μέρος που επεδίκασε τόκους υπερημερίας για ολόκληρο το επιδικασθέν ποσόν αποζημιώσεως διαφυγόντων κερδών, τόσον δηλαδή αυτών που ανάγονται πριν από την επίδοση της αγωγής, όσον και αυτών που αναφέρονται μετά την επίδοση της τελευταίας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 345 και 346 ΑΚ.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, πραγματικά γεγονότα που είναι τόσο πασίγνωστα ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη. Πασίγνωστο είναι το γεγονός που είναι κοινώς γνωστό σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη γεννιέται εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινό. Δεν διατάσσεται απόδειξη για το πασίγνωστο γεγονός και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε πραγματικό περιστατικό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αποδεδειγμένο, ως πασίδηλο, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, μόνον αν ο διάδικος είχε αρνηθεί το περιστατικό που συνιστά το "πασίδηλο γεγονός".

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ερευνώντας τους αγωγικούς ισχυρισμούς ως προς το ύψος της αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης για τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε αυτή, από υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω αθέτησης της ένδικης συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: "... Καθόσον αφορά το ύψος των διαφυγόντων κερδών που απώλεσε η ενάγουσα από τη μη πραγματοποίηση της ελάχιστης συμβατικής καταναλώσεως καυσίμων, κατά το συμβατικό χρόνο διάρκειας της μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης ένδικης σύμβασης, κατ' αρχήν, πρέπει να αναφερθεί ότι για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών που η απώλειά τους αποτελεί και τη ζημία της, η ενάγουσα προβαίνει σε εκτενή και αναλυτικό υπολογισμό της παραπάνω ζημίας της, με βάση τη διαφορά, αφ' ενός της μέσης μηνιαίας κατανάλωσης που παρουσίασε η πρατηριούχος κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη της συμβάσεως μέχρι την καταγγελία της και τη διακοπή εκ μέρους της πρώτης εναγομένης της συνεργασίας τους, και αφ' ετέρου, της ελάχιστης μέσης μηνιαίας κατ' έτος κατανάλωσης που είχαν συμφωνήσει, για όλο το συμβατικό χρόνο διάρκειας της συμβάσεως πολλαπλασιάζοντας ακολούθως την προκύπτουσα διαφορά με το καθαρό κέρδος της ενάγουσας, όπως αυτό καθοριζόταν με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες αγορανομικές διατάξεις, καθόσον αφορά από την έναρξη της ένδικης συμβάσεως και μέχρι τις 4 Μαρτίου 1992, που υπήρξε η τελευταία ημέρα ισχύος του καθορισμού της τιμής των καυσίμων αγορανομικώς, αφού κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2008/1992 που απελευθέρωσε την τιμή των καυσίμων, και με βάση το κέρδος αυτής κατά την τελευταία ημέρα καθορισμού των τιμών αγορανομικώς, κατά το μετέπειτα και μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειας της ένδικης συμβάσεως χρονικό διάστημα, αφού αφαιρεί και τα κόμιστρα που η ίδια θα κατέβαλε για τη μεταφορά των καυσίμων (όχι δε και ποσά εκπτώσεων, αφού δεν είχαν συμφωνηθεί τέτοια). Ο υπολογισμός αυτός, καθόσον αφορά το επίδικο διάστημα μετά την εφαρμογή του Ν. 2008/1992 μέχρι και τις 30-3-1997, κατά το οποίο η ενάγουσα λαμβάνει υπόψη το κέρδος αυτής κατά την τελευταία ημέρα του καθορισμού αγορανομικώς είναι μεν ανακριβής, αφού κατά το χρόνο εφαρμογής της επίδικης σύμβασης δεν υφίσταντο αγορανομικές διατάξεις καθορίζουσες επακριβώς την τιμή πώλησης του κάθε είδους καυσίμου, καθώς και το περιθώριο κέρδους τόσο του πρατηριούχου όσο και της εταιρείας που τον προμήθευε, αλλά ίσχυαν οι τιμές της ελεύθερης αγοράς, πλην όμως ο ανακριβής αυτός υπολογισμός αποβαίνει σε όφελος των εναγομένων, αφού είναι γεγονός πασίδηλο ότι έκτοτε (από 4-4-1992) η τιμή των καυσίμων είχε κατά πολύ αυξηθεί, σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, κατά το οποίο ελεγχόταν οι τιμές αγορανομικώς, παρά ταύτα δε η ενάγουσα για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών της μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της ένδικης συμβάσεως, λαμβάνει υπόψη το μικρότερο κέρδος το οποίο είχε την τελευταία ημέρα του καθορισμού των τιμών αγορανομικώς, υπολογισμός ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είναι οπωσδήποτε προς όφελος των εναγομένων και αποβαίνει σε βάρος της". Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε και επεδίκασε στην ενάγουσα διαφυγόντα κέρδη για την χρονική περίοδο από 4-3-1992 έως 30-3-1997 που έληγε η ένδικη σύμβαση, συνολικού ύψους 38.370,40 ευρώ, περίοδο κατά την οποία είχαν παύσει να καθορίζονται αγορανομικώς οι τιμές πώλησης του κάθε είδους καυσίμου, καθώς και το περιθώριο κέρδους τόσο του πρατηριούχου όσο και της προμηθεύτριας εταιρείας και οι τιμές αυτών διαμορφώνονταν πλέον ελεύθερα, υπολογίζοντας και για την περίοδο αυτή τα διαφυγόντα κέρδη με βάση τις τιμές των καυσίμων όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με την τελευταία αγορανομική διάταξη, με την παραδοχή ότι, αν και ο υπολογισμός αυτός ήταν ανακριβής, δεν βλάπτονται αυτοί (αναιρεσείοντες), καθόσον είναι πασίδηλο γεγονός ότι από 4-4-1992 η τιμή των καυσίμων είχε κατά πολύ αυξηθεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, ενώ αντιθέτως οι τιμές των καυσίμων συνεχώς διακυμαίνονταν και παρουσίαζαν άλλοτε άνοδο και άλλοτε πτώση, και έτσι το γεγονός ότι συνήθως οι τιμές των καυσίμων παρουσίαζαν άνοδο δεν μπορεί να θεωρηθεί πασίδηλο γεγονός, και μάλιστα και ως προς το καθαρό κέρδος που πραγματοποιεί μια εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών, σε τρόπον ώστε να δεχθεί πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών της παρούσης δίκης εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αν και η ενάγουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, υπολογίζει τα διαφυγόντα κέρδη της περιόδου από 4-4-1992 έως 30-3-1997 με βάση την τελευταία αγορανομική διάταξη που καθόριζε τις τιμές των καυσίμων, διατεινόμενη ότι αυτό είναι εις βάρος της, καθόσον είναι πασίδηλο γεγονός ότι οι τιμές αυτών είχαν αυξηθεί κατά πολύ από εκείνες που όριζε η τελευταία αγορανομική διάταξη, ισχυρισμό τον οποίο υιοθέτησε η προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι), ούτε με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, τόσον αυτές της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, όσον και της μετ' απόδειξη τοιαύτης, αλλά ούτε και με την έφεσή τους, ή ακόμη και τις προτάσεις τους ενώπιον εφετείου, αρνήθηκαν ή καθοιονδήποτε τρόπο αμφισβήτησαν το πραγματικό αυτό περιστατικό, δηλαδή, ότι είναι πασίδηλο γεγονός πως οι τιμές των υγρών καυσίμων κατά το διάστημα από 4-4-1992, που έπαυσαν αυτές να καθορίζονται αγορανομικά, μέχρι την 30-3-1997 που ζητούνταν διαφυγόντα κέρδη, είχαν αυξηθεί κατά πολύ από εκείνες που όριζε η τελευταία αγορανομική διάταξη, γι' αυτό άλλωστε δεν τάχθηκαν θέματα αποδείξεως για το περιστατικό αυτό, με τις προδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε όμως και από το Εφετείο, και επομένως η αιτίαση αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, απαραδέκτως προβάλλεται.

Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ως προς τους επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και για τη ζημία της ενάγουσας από διαφυγόντα κέρδη που προέκυψαν μετά την επίδοση της τελευταίας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 889/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ