Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on overtime pay for school bus driver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous educational company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding overtime compensation to a school bus driver. The driver argued that his duties during intermediate hours between 8:30 and 13:30 constituted genuine readiness for work, entitling him to additional pay beyond his standard schedule. The court found the lower court's application of labor law provisions regarding this specific period to be legally sound and the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 224(a) and 224(b) of the Code of Civil Procedure; The court may not alter the basis of the claim, and supplementary submissions must not change the fundamental basis of the action, as established in this labor dispute regarding overtime compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 116 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 116/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αιτούσας την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε", που εδρεύει στις ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στυλιανός Βλαστός.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.03.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2157/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5123/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 09.10.2007 αίτησή της καθώς και τον από 08.09.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 224 ΚΠολΔ ορίζει, στο εδάφιο α', ότι είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής και στο εδάφιο β', ότι με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινήσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 28.3.2005 ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε: α) ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί εκπαιδευτήρια, ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, και απασχολήθηκε σ' αυτή, αρχικά μεν δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου και έληγαν με το πέρας αυτής, πλην όμως στην πραγματικότητα η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με την αναιρεσείουσα ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, στη συνέχεια δε, και συγκεκριμένα από 2-9-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μέχρι τις 3-3-2005, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, β) ότι, ενώ είχε συμφωνηθεί να απασχολείται με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες την εβδομάδα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή του σχέση, εργαζόταν καθημερινώς πέραν του συμφωνημένου ωραρίου καθώς και τα Σάββατα και τις Κυριακές, ενώ εργαζόταν ως φύλακας και δύο αργίες κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και δύο αργίες κατά τις εορτές του Πάσχα, χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση και γ) ότι η αναιρεσείουσα δεν του κατέβαλλε το εκ ποσοστού 17% επί του βασικού μισθού επίδομα, που καταβάλλεται στους οδηγούς σχολικών λεωφορείων, ούτε συνυπολόγισε το ποσοστό αυτό, όπως και την υπερωριακή του αποζημίωση, στις αποδοχές αδείας, στα επιδόματα αδείας και στα δώρα εορτών, ενώ δεν του κατέβαλε αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόλησή του και την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις εορτές.
Ζήτησε, λοιπόν, ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 307.116, 91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και συγκεκριμένα: 1) ποσό 20.473,90 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, 2) ποσό 5.448,49 ευρώ για μη καταβολή του επιδόματος 17% με βάση την 19/01 ΔΑ, 3) ποσό 1.402,10 ευρώ για υπερεργασία μέχρι 31-3-2001, 4) ποσό 122.266,72 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση, 5) ποσό 18.510,72 ευρώ για διαφορές δώρων εορτών, 6) ποσό 23.906,95 ευρώ για διαφορές αδειών και επιδομάτων αδειών, 7) ποσό 4.381, 72 ευρώ για την εργασία του κατά τις αργίες των Χριστουγέννων και του Πάσχα, 8) ποσό 6.113,44 ευρώ για υπερωριακή και νυκτερινή απασχόληση κατά τις προαναφερόμενες αργίες των Χριστουγέννων και του Πάσχα εκάστου έτους, 9) ποσό 26.295,22 ευρώ για την απασχόληση του τις Κυριακές, 10) ποσό 31.424,11 ευρώ για την εργασία του τα Σάββατα, 11) ποσό 31.424,11 ευρώ για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως και 12) ποσό 15.469,43 ευρώ για την εκτός έδρας εργασία του.
Με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε και τα εξής: "εργαζόμουν ως οδηγός σχολικών λεωφορείων και καθημερινά απασχολούμην από 6 με 6.30' πρωϊνή, διότι μετέβαινα σε μακρινές συνοικίες να παραλάβω τους μαθητές, δεδομένου ότι το σχολείο της αντιδίκου είναι μακριά από το κέντρο της Αθήνας (......).
Και δεν έκανα μόνο ένα δρομολόγιο αλλά δύο και τρία. Κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, ήτοι από 9.30'μέχρι πέρατος του σχολείου, η αντίδικος μας απασχολούσε αναγκαστικά σε διάφορες εργασίες και συγκεκριμένα μετέβαινα με το λεωφορείο σε διάφορες απασχολήσεις, όπως σε Τράπεζες για διεκπεραίωση υποθέσεων της εταιρείας ή σε Εφορίες, Ταχυδρομείο κ.λ.π.
Μετέβαινα σε καταστήματα για διάφορα ψώνια του Σχολείου, ενώ επίσης πολλές φορές απασχολούμην με τη συντήρηση του λεωφορείου, όπως με επιδιορθώσεις καθισμάτων και ζωνών ασφαλείας καθώς και με το καθάρισμα του εσωτερικού του λεωφορείου από τσίχλες και διάφορα γραψίματα με μαρκαδόρο. Καθόμουν, όπως όλοι οι οδηγοί, σε επιφυλακή, σαν ασθενοφόρο, για τυχόν έκτακτα περιστατικά.
Δύο φορές την εβδομάδα μεταφέραμε τα νήπια, από το νηπιαγωγείο, που διατηρούσε η εναγόμενη στη ......, για μπάνιο στην πισίνα του κυρίως Σχολείου, δηλαδή στο ...... . Πρέπει να επισημάνω ότι όσοι δεν δέχονταν να εργασθούν ενδιάμεσα μας απειλούσαν με απόλυση είτε άμεσα, είτε δεν τους επαναπροσλάμβανε η επιχείρηση κατά τη νέα σχολική περίοδο".
Τα στοιχεία αυτά συνιστούν συμπλήρωση των αγωγικών ισχυρισμών, χωρίς να μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι, παρά το νόμο, αφενός μεν έλαβε υπόψη τα ως άνω περιλαμβανόμενα στις προτάσεις στοιχεία, αφετέρου δε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτους τους συναπτόμενους με τα στοιχεία αυτά ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος.
Από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, πλην άλλων, να του επιδικασθούν για την εκτός έδρας απασχόλησή του κατά τα Σάββατα σχετικές αμοιβές για την απασχόλησή του αυτή, για τις διανυκτερεύσεις και για παράνομη υπερωριακή εργασία.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν τα εν λόγω κονδύλια και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος του κύριου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ., 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ.
του ΝΔ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές τουδυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Η γνήσια ετοιμότητα εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτή, εκτός αν έχεισυμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας και των ΣΣΕ, όπως τα κατώτατα όρια αποδοχών που θεσπίζουν οι ΣΣΕ ή ΔΑ, οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας, υπερεργασία, υπερωρίες, οι διατάξεις για την εργασία Κυριακών, αργιών κ.λ.π.
Γι' αυτό το λόγο στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 13-10-1998 από την αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί εκπαιδευτήρια, ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, και απασχολήθηκε σ' αυτή, αρχικά δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου και έληγαν με το πέρας αυτής, και από 2-9-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε στις 3-3-2005, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από 13-10-1998 έως 12-10-1999, από 12-10-1999 έως 15-6-2000, από 7-9-2000 έως 15-6-2001 και από 4-9-2001 έως 15-6-2002, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 2-9-2002 μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Σε όλες τις ως άνω συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε (από το έτος 2001 και εγγράφως), ότι αυτές θα διέπονταν από τους όρους της ισχύουσας την αντίστοιχη χρονική περίοδο Κλαδικής ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Στις ως άνω έγγραφες συμβάσεις που καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων καθοριζόταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του αναιρεσιβλήτου, καθώς και η συμφωνηθείσα αμοιβή του.
Έτσι, για το ένδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2000 έως 3-3-2005) είχε συμφωνηθεί, ότι ο αναιρεσίβλητος θα εργαζόταν, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες εβδομαδιαίως, ως εξής: α) από 12-10-1999 έως 15-6-2000, Δευτέρα, Πέμπτη, Παρασκευή από 7.30' έως 8.30', Τρίτη από 7.30'έως 17.00' και Τετάρτη από 7.30' έως 20.00', β) από 7-9-2000 έως 15-6-2001, Τρίτη και Τετάρτη από 6.50' έως 17.30' και τις υπόλοιπες εργάσιμες από 6.50' έως 20.30' και από 14.00' έως 17.30', γ) από 4-9-2001 μέχρι 15-6-2002, Δευτέρα από 7.30' μέχρι 8.30' και από 13.30' μέχρι 17.00', Τρίτη από 7.30' έως 13.00' και από 13.15'έως 17.00' και τις λοιπές εργάσιμες από 7.30' έως 8.30' και από 13.30' έως 17.00', δ) τη σχολική περίοδο 2003 - 2004, Τρίτη από 7.30 έως 17.30' και τις λοιπές εργάσιμες ημέρες από 13.30 έως 17.30, ε) τη σχολική περίοδο 2003 - 2004, Τρίτη και Τετάρτη, από 7.30 έως 17.30' και τις λοιπές εργάσιμες ημέρες από 7.30' έως 8.30 και από 13.30' έως 17.30' και στ) τη σχολική περίοδο 2004-2005 Τετάρτη και Πέμπτη από 7.30' έως 17.00' και τις λοιπές εργάσιμες ημέρες από 7.30' έως 8.30' και από 14.00' έως 17.00'.
Αποδείχθηκε, όμως, ότι ο αναιρεσίβλητος, καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα επί έντεκα ώρες, κατά μέσο όρο, ημερησίως, ήτοι από 6.30' έως 17.30', αλλά κατά το χρονικό διάστημα που εργάστηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου, ήτοι από 2-9-2002 και εφεξής, την περίοδο από 15 Ιουνίου έως 31 Αυγούστου εκάστου έτους η απασχόληση του δεν υπερέβαινε το συμφωνημένο ωράριο αυτού.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσίβλητος οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της αναιρεσείουσας, που βρίσκονται στις ......, κατά τις ώρες 6.30' έως 17.30', ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30', ενόψει του ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 14.00' και άλλοι στις 16.00'.
Σημειώνεται, ότι στο ως άνω ημερήσιο ωράριο του αναιρεσιβλήτου δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης αυτού από την κατοικία του στο σημείο, απ' όπου παραλάμβανε τον πρώτο μαθητή, ούτε και ο χρόνος επιστροφής του από το σημείο, όπου άφηνε μετά τη λήξη των μαθημάτων τον τελευταίο μαθητή, στην κατοικία του.
Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (ήτοι από 8.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι τις 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών), ο αναιρεσίβλητος, κατά κανόνα, τις δύο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της αναιρεσείουσας.
Τις υπόλοιπες τρεις ημέρες, ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες, όπως και οι άλλοι οδηγοί της αναιρεσείουσας, με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και τη συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την αναιρεσείουσα, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο ......, στη ......), καθώς και σε επισκέψεις σε θέατρα, διάφορα ιδρύματα κλπ.
Έτσι, κατά τις ώρες αυτές ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του εκάστοτε καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου του παροχή εργασίας (απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία), κατά το από 1.1.2000 έως 3.3.32005 επίδικο χρονικό διάστημα, συνολική αμοιβή από 31.745 ευρώ, την οποία και του επιδίκασε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφορικώς με το ίδιο ζήτημα της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία του αναιρεσίβλητου κατά τις ενδιάμεσες ώρες (από 8.30' έως 13.30' ώρας) της ημερήσιας απασχολήσεώς του, είναι επαρκώς ορισμένη.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2007 αίτηση και το από 8-9-2008 πρόσθετο αναιρετήριο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕΜΕ" περί αναιρέσεως της 5123/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ