Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of property claim due to lack of specific demand for declaration of will.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision rejecting a property transfer claim. The appellant argued that the contract required the respondent to transfer ownership of a ground-floor house after paying 10 million drachmas, but the appellate court found no obligation to make a declaration of will. The court ruled that the appellant failed to prove the specific demand for such a declaration existed in the agreement, rendering the appeal inadmissible on substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 949, 166 of the Civil Procedure Code; A declaration of will is only deemed made when the judgment becomes final, and its absence does not invalidate a claim if the contract's specific terms regarding property transfer were not contingent upon such a declaration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1169/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Φ. και Μ., κατοίκου ... Κεφαλληνίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Στάβερη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Φ. και Μ. συζύγου Ε. Κ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγή Καππάτου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 301/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η από 23-7-2018 έφεση (αριθ. εκθ. κατ. 61/23-7-2018) του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 78/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 28-4-2015 (αριθ. εκθ. κατ. 70/28-4-2015) αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ήτοι ως αόριστη. Το Εφετείο, μετά την παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η από 29-3-2022 αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής, την 6-4-2022, στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (αριθ. εκθ. κατ. 19/6-4-2022), μέσα στην οριζόμενη διετή προθεσμία από την δημοσίευση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την 31-7-2020, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, ούτε άλλωστε την επικαλούνται οι διάδικοι (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 949 εδ. α ΚΠολΔ, όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βουλήσεως, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος της που ανάγει την εκβιαζόμενη δήλωση βουλήσεως σε περιεχόμενο παροχής, θεσμοθετείται ένα ιδιότυπο μέσο εκτέλεσης και εξαναγκασμού του οφειλέτη για εκπλήρωση υποχρεώσεώς του προς επιχείρηση νομικής πράξης, η οποία και θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έγινε από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον οφειλέτη σε σχετική δήλωση βουλήσεως (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 695/2021, ΑΠ 33/2009).
Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη δήλωση βούλησής του προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία, απορρέουσα είτε απευθείας από το νόμο είτε από σύμβαση την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα.
Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο τη δικαιοπραξία και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας, ενώ αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 1642/2018, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 1919/2017, ΑΠ 511/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, ήτοι γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας συμβάσεως, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1187/2011, ΑΠ 499/2011, ΑΠ 33/2009).
Επομένως, η σύναψη προσυμφώνου επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να αναλαμβάνουν την υποχρέωση για την κατάρτιση της σκοπούμενης από αυτά οριστικής σύμβασης και περιέχει με δεσμευτικότητα τους όρους και τις προϋποθέσεις της κύριας σύμβασης. Με την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως παρέχεται η αξίωση στο ένα μέρος να επιδιώξει την αναγκαστική κατάρτιση της κύριας σύμβασης σε βάρος του έτερου μέρους, που αθετεί την από το προσύμφωνο υποχρέωσή του να συμπράξει προς τούτο (ΑΠ 499/2011).
Στην δίκη που ανοίγεται με την αγωγή του άρθρου 949 ΚΠολΔ, η οποία είναι ενοχική (ΑΠ 945/2017, ΑΠ 1919/2017), επίδικη είναι η παροχή που οφείλεται από το νόμο ή την σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στην απαιτούμενη σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως. Η ιστορική βάση της αγωγής συντίθεται από τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την επιχείρηση της οφειλόμενης και ζητούμενης δήλωσης βούλησης (ΑΠ 1396/2005).
Η απόφαση που δέχεται την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αφενός προβαίνει σε διάγνωση έστω και σιωπηρώς της ύπαρξης της αξίωσης και αφετέρου καταδικάζει τον εναγόμενο οφειλέτη σε επιχείρηση της οφειλόμενης δήλωσης (ΑΠ 266/2020). Εξάλλου, ο δικαιούχος από προσύμφωνο, στον οποίο έχει χορηγηθεί αμετάκλητη πληρεξουσιότητα από το έτερο μέρος να καταρτίσει με αυτοσύμβαση την οριστική σύμβαση, αφενός ατομικά και αφετέρου ως άμεσος αντιπρόσωπος του πληρεξουσιοδότη, σε περίπτωση που ο τελευταίος δυστροπεί να συμπράξει, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αγωγής για καταδίκη του υποχρέου σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να επιτύχει την αναγκαστική σύναψη της οριστικής σύμβασης (ΑΠ 1766/2023).
Η οριστική σύμβαση μπορεί να καταρτισθεί από μόνο το ένα μέρος, όταν στο προσύμφωνο περιέχεται ρήτρα αυτοσύμβασης και παρέχεται πληρεξουσιότητα του ενός μέρους προς κατάρτιση της οριστικής σύμβασης από μόνο το έτερο μέρος, αφενός ατομικώς και αφετέρου υπό την ιδιότητά το ως αντιπροσώπου του. Εξάλλου, αν στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής σωρεύονται και άλλα αιτήματα, όπως της παράδοσης του πράγματος, στο οποίο αφορά η οφειλόμενη δήλωση βουλήσεως, απαιτείται η απόφαση να περιέχει διάταξη και γι' αυτά.
Το αίτημα προς παράδοση του πράγματος θα υποβληθεί για την περίπτωση, που θα γίνει δεκτό το κύριο αίτημα για την καταδίκη του οφειλέτη της δήλωσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1788/2023, ΑΠ 1722/2023).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αιτιάται ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, διότι απαίτησε με την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερα στοιχεία από εκείνα που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και που ήταν αρκετά για την εφαρμογή αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής: Δυνάμει του με αριθ. 79/17-9-1968 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα του Φ. Μ., που τύγχανε πατέρας των διαδίκων, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στον οικισμό ...
του ήδη δήμου Κεφαλληνίας στη θέση ... ... Το οικόπεδο αυτό, έχει έκταση 2.940 περίπου τ.μ. Με το με αριθ. ... συμβόλαιο ... που μεταγράφηκε νόμιμα, ... συστήθηκαν δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, η μία εκ των οποίων αποτελούσε τον ισόγειο όροφο, ... εμβαδού 85 τ.μ. με ποσοστό επί του οικοπέδου 50% ... Ακολούθως, επί του ιδίου αυτού οικοπέδου ...
ανεγέρθηκε ... μία έτερη διώροφη οικοδομή, προκειμένου να λειτουργήσει ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων ... στις 2-12-1994 ο πατέρας των διαδίκων απεβίωσε, καταλείποντας ... δημόσια διαθήκη ... κατέλειπε στα τέκνα του (διαδίκους) την περιγραφόμενη σ' αυτή (διαθήκη) ακίνητη περιουσία του ... Ειδικότερα, στην εναγόμενη θυγατέρα του, κατέλιπε, μεταξύ άλλων, την ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου έκτασης 2.940 τ.μ.
μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, η οποία έχει εμβαδόν 85 τ.μ. καθώς και την ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου της νεώτερης οικοδομής ενοικιαζόμενων δωματίων (το 1/2 εξ αδιαιρέτου της οποίας, κατά τον διαθέτη, ανήκε στον ενάγοντα), αποτελούμενης από υπόγειο και ισόγειο όροφο, εμβαδού εκάστου ορόφου 200 τ.μ., ορίζοντας ως επικαρπώτρια αυτών εφ' όρου ζωής την σύζυγό του και μητέρα των διαδίκων, η οποία έχει ήδη αποβιώσει. ...
συντάχθηκε το με αριθ. 14.595/3-9-1996 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου η εναγομένη διόριζε ειδικό αυτής πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο τον ενάγοντα, ... παρέχοντάς του την ειδική εντολή να πωλήσει ... με οποιοδήποτε τίμημα ... ολόκληρο το μερίδιό της κατά ψιλή κυριότητα από οικόπεδο κείμενο εντός του οικισμού ...
στη θέση ... εκτάσεως 2.934 τ.μ. μετά των εντός αυτού κτισμάτων, είτε και από οριζόντια ιδιοκτησία ή κάθετη ιδιοκτησία ευρισκόμενη στο άνω οικόπεδο και να περιέρχεται σ' αυτή από το άνω οικόπεδο η ισόγεια οικία 85 τ.μ. κατά την ψιλή κυριότητα καθώς και η αυλή, τα οποία (ισόγειος οικία και αυλή) θα βρίσκονται σε τμήμα του άνω οικοπέδου, έκτασης 564 τ.μ. ...
να υπογράφει για λογαριασμό της πράξεις σύστασης οριζόντιας ή και κάθετης ιδιοκτησίας καθώς και πράξη κατάργησης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας ...σχεδόν μετά από ένα έτος και ενώ άρχισαν ήδη να διαταράσσονται σε μεγάλο βαθμό οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων, κάνοντας χρήση του ως άνω πληρεξουσίου που του έδινε τη δυνατότητα να ενεργεί με αυτοσύμβαση, ...
συνέταξε το με αριθμό ... προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου. Στο εν λόγω προσύμφωνο και συγκεκριμένα στο τρίτο φύλλο αυτού, αναγράφηκαν αυτολεξεί τα κάτωθι: '' Η πωλήτρια (ήτοι η εναγόμενη) δήλωσε δια του πληρεξουσίου της (ήτοι του ενάγοντα) ότι το πιο πάνω ακίνητό της (1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και της νέας οικοδομής και τον ισόγειο όροφο της αρχικής οικοδομής, τα οποία της ανήκουν κατά ψιλή κυριότητα) υπόσχεται και αναλαμβάνει την υποχρέωση με το παρόν να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά ψιλή κυριότητα προς τον αφετέρου συμβαλλόμενό της (ενάγοντα), ο οποίος στη συνέχεια θα αναφέρεται αγοραστής, με τίμημα που συμφωνήθηκε και που βρίσκεται σε αναλογία παροχής και αντιπαροχής 10.000.000 δραχμών, το οποίο έλαβε η πωλήτρια, όπως δήλωσε δια του πληρεξουσίου της από τον αγοραστή πριν την σύνταξη του παρόντος και εκτός γραφείου μου, υπό τον όρο να περιέλθει σ' αυτή από όλο το ανωτέρω ακίνητο η ισόγεια οικία εμβαδού 85 τ.μ.
καθώς και η αυλή της και τα οποία (ισόγεια οικία και αυλή) θα ευρίσκονται σε τμήμα του άνω οικοπέδου έκτασης 564 τ.μ.''. Επίσης στο ίδιο προσύμφωνο αναγραφόταν ότι οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν επιπλέον ότι ο αγοραστής θα έχει το δικαίωμα να υπογράφει για λογαριασμό της πωλήτριας πράξεις σύστασης οριζόντιας ή και κάθετης ιδιοκτησίας, καθώς και πράξεις κατάργησης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας. ...
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που αποτελεί και την βάση της αγωγής του, ότι κατά τους ανωτέρω όρους αυτού (προσυμφώνου), πρώτα η εναγόμενη θα του μεταβίβαζε την ισόγεια οικία της μετά του 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου και μετά θα περιερχόταν σ' αυτή με σύσταση καθέτων και οριζοντίων ιδιοκτησιών η ίδια ισόγεια οικία, που ως νέα οριζόντια ιδιοκτησία θα είχε αναλογία στο οικόπεδο που θα αντιστοιχούσε σε 564 τ.μ.
αυτού τυγχάνει αβάσιμος. ... Περαιτέρω πέραν των προαναφερομένων, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 10.000.000 δραχμών για την εν λόγω μεταβίβαση που επικαλείται. ... ". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω έλλειψης αξίωσης προς καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, κρίνοντας ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος (εφεσιβλήτου-ενάγοντος), που αποτελεί την βάση της αγωγής του, ότι κατά τους όρους του επίδικου προσυμφώνου, πρώτα η αναιρεσίβλητη (εκκαλούσα-εναγομένη) θα του μεταβίβαζε την ισόγεια οικία της μετά του 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου και μετά θα περιερχόταν σε αυτή με σύσταση καθέτων και οριζοντίων ιδιοκτησιών η ίδια ισόγεια οικία ως νέα οριζόντια ιδιοκτησία, με αναλογία στο οικόπεδο που θα αντιστοιχούσε σε 564 τ.μ.
τυγχάνει αβάσιμος, απέρριψε την αγωγή. Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, λόγω έλλειψης αξίωσης προς καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει υποχρέωση να προβεί στην αξιούμενη από τον αναιρεσείοντα δήλωση βουλήσεως, διότι δεν συνιστά την οφειλόμενη από το προσύμφωνο παροχή, αλλά υπάρχει απόκλιση από τους διαληφθέντες όρους και τις τεθείσες δεσμεύσεις του προσυμφώνου.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι στο προσύμφωνο δεν περιέχεται υποχρέωση σύμπραξης της αναιρεσίβλητης για κατάρτιση οριστικής σύμβασης πώλησης, μεταβίβασης και παράδοσης στον αναιρεσείοντα της ψιλής κυριότητας της ισόγειας οικίας της μετά της αναλογίας της κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου εκτάσεως 2.934 τ.μ., έναντι τιμήματος 10.000.000 δραχμών (29.347,02 €), που της έχει ήδη καταβάλει, αλλά ότι στο προσύμφωνο τέθηκε ως όρος για την μεταβίβαση στον αναιρεσείοντα της ψιλής κυριότητας της εν λόγω πρώτης οριζόντιας ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, ήτοι της ισόγειας οικίας της, η εκ νέου περιέλευση στην αναιρεσίβλητη της ίδιας οικίας, συγχρόνως με την μεταβίβαση από αυτή στον αναιρεσείοντα του ποσοστού της ψιλής συγκυριότητάς της στην δεύτερη οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι στην έτερη οικοδομή, με την επίσης συγχρόνως αντίστοιχη τροποποίηση της αρχικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και την σύσταση νέας πράξης κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας, Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, διότι υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και δεν την παραβίασε ευθέως, ούτε και την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ.
Επομένως, ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 179 περ.
β ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2022 (αρ. κατ. 19/6-4-2022), αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 301/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ