Legislator Case Law & Legislation
1169/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations issue in labor dispute, dismissing claims against specific defendants.

Case Number 1169/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final labor court decision regarding twenty-one plaintiffs and the Municipality of Halandri. The court found that the lower court incorrectly declared the statute of limitations defense inadmissible for some plaintiffs while dismissing it for others, despite identical factual circumstances. Consequently, the appeal was granted for the remaining plaintiffs, the case was remitted for further trial on the disputed claims, and the appellants were ordered to pay the municipality's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the admissibility and merits of appeal grounds when procedural defects in the lower court's handling of statute of limitations defenses are identified, requiring remittal for specific claims rather than total dismissal.

Keywords

AI generated
statute of limitations labor dispute appeal admissibility remittal for trial legal costs allocation code of civil procedure statutory time limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1169 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1169/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Π. Β. του Γ., 2) Γ. Κ. του Δ., 3) Μ. Κ. του Δ., 4) Γ. Κ. του Α., 5) Ε. Μ. του Α., 6) Ν. Μ. του Β., 7) Α. Π. του Γ., 8)Ε. Π. του Π., 9) Ε. Π. του Ά., 10) Ε. Π. του Α., 11) Ρ. Ρ. του Α., 12) Χ. Σ. του Κ., 13) Ν. Σ. του Γ., 14) Α. Σ. του Σ., 15) Ε. Τ. του Χ., 16) Β. Τ. του Χ., 17) Ε. Φ. του Α., 18) Δ. Χ. του Ν., 19) Β. Χ. του Ν., 20) Β. Ψ. του Κ. και 21) Α. Ω. του Μ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαριλένας Αλεξοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1461/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1321/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2017 αίτησή τους και τους από 2-11-2018 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 8-4-2017 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 312/4-4-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 1321/7-4-2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους είκοσι ένα (21) ενάγοντες έφεσης κατά της με αριθ. 1461/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 5-5-2010 και με αριθ. κατάθεσης 92487/2682/2010 αγωγής τους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 4-4-2018, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της υπό του νόμου τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 7-4-2016 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, παραδεκτά και εμπρόθεσμα ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 2-11-2018 και με αριθ. Κατάθεσης 133/2-11-2018, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι κοινοποιήθηκαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου Δήμου Χαλανδρίου, Δημήτριο Κ. Βασιλείου, στις 2-11-2018 (βλ. την υπ' αριθ. 10967/2-11-2018, έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Κ. Γ. Μ.), δηλαδή τριάντα ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης, που είχε προσδιορισθεί για τις 4-12-2018. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθούν και αυτοί ως προς τη βασιμότητά τους μαζί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με την ένδικη, από 5-5-2010, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες εξέθεσαν ότι δυνάμει συμβάσεων διάρκειας 24μηνών, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε." και του Δήμου Χαλανδρίου, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου και ειδικότερα στη φύλαξη σχολικών κτηρίων, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Ότι οι αρχικές συμβάσεις τους παρατάθηκαν διαδοχικά μέχρι τις αναφερόμενες ημερομηνίες και στις 30-6-2006 οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν εξ αρχής σε αορίστου χρόνου με την αναφερόμενη διαδικασία. Ότι οι εναγόμενοι, παρότι οι συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεις μαθητείας, δεν κατέβαλαν σ' αυτούς τις διαφορές μεταξύ των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθό, προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και για εργασία νυχτερινή, παράνομες υπερωρίες, επίδομα γάμου, επιδόματα εορτών και έξοδα κίνησης, που έπρεπε να τους έχουν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους (από την πρόσληψή τους έως τις 30-6-2006) σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι κατέβαλαν, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων μαθητείας που είχαν καταρτίσει.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά για διαφορές αποδοχών τους με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι ενάγοντες προέβησαν σε περιορισμό του αιτήματος της σε εν μέρει αναγνωριστικό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η, με αριθ. 146/2013, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα Ε. Κ. ως άκυρη, διότι ασκήθηκε μετά το θάνατό του και εξ ολοκλήρου ως μη νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της ως προς τους λοιπούς ενάγοντες. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως παθητικά ανομιμοποίητη όσον αφορά την πρώτη εναγομένη εταιρεία, κρίθηκε νόμιμη ως προς τον εναγόμενο Δήμο και στη συνέχεια εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον τελευταίο, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής που πρόβαλλε αυτός και την απόρριψη ως αόριστης της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που πρόβαλλαν οι ενάγοντες.

Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής ή μη των αξιώσεων των εναγόντων και της διακοπής αυτής τα ακόλουθα: Ότι: "...οι ενάγοντες εργάζονταν 22 ημέρες το μήνα, σε τρεις κυλιόμενες βάρδιες, η πρώτη από τις οποίες διαρκούσε από τις 07.00 έως τις 15.00, η δεύτερη από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη βάρδια από 23.00 έως 07.00.

Εργαζόμενοι με το ανωτέρω ωράριο πραγματοποιούσαν 30 λεπτά ημερησίως παράνομη υπερωρία, εργαζόμενοι και Κυριακές εδικαιούντο προσαυξήσεως 75% επί του νομίμου ημερομισθίου τους, ενώ εδικαιούντο προσαυξήσεως 25% επί του νομίμου ημερομισθίου τους για την νυχτερινή εργασία είτε αυτή παρείχετο καθημερινές είτε Κυριακές, εδικαιούντο δώρο Πάσχα, τα κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης του προσωπικού των Ο.Τ.Α πρώτης βαθμίδας και επίδομα γάμου.

Οι ενάγοντες με την αγωγή τους προβάλλουν απαιτήσεις για όλες τις ανωτέρω αιτίες από το έτος 2001 έως 29-7-2006. Με την, υπ' αριθ. πρωτ. 21128/29-12-2005, αίτηση που οι ενάγοντες, πλην των Γ. Κ., Π. Α., Π. Ε., Π. Ε. και Χ. Σ., υπέβαλαν στον δεύτερο εναγόμενο, ζητούσαν καταβολή των ποσών που εδικαιούντο για προσαύξηση νύχτας, Κυριακών και αργιών, επιδομάτων εορτών και επίδομα γάμου, ενώ δεν αναφέρουν στην ως άνω αίτησή τους τις αξιώσεις για παράνομες υπερωρίες, βραδινά Κυριακών και αργιών και έξοδα κίνησης, τα οποία ζητούν με την υπό κρίση αγωγή, για τα έτη από 2001 έως και 29-12-2005.

Κατά τον χρόνο υποβολής της ως άνω αίτησης είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις των εναγόντων για τα έτη 2001 έως και τον Νοέμβριο του 2003, δεν διέκοψαν την παραγραφή για τις αξιώσεις των υπερωριών, βραδινών, Κυριακών και αργιών και εξόδων κίνησης από τον Δεκέμβριο του 2003 και εφεξής με την προαναφερόμενη αίτηση, ενώ διέκοψαν μόνο την παραγραφή για τις αναφερόμενες και στην υπό κρίση αγωγή αξιώσεις τους για προσαύξηση νύχτας, Κυριακών και αργιών και επίδομα γάμου από τον Δεκέμβριο 2003 και εφεξής.

Ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν απάντησε στην ανωτέρω αίτηση και επομένως μετά από έξι μήνες, ήτοι την 29-6-2006, ξεκίνησε νέα διετής παραγραφή για τις μη παραγραφείσες αξιώσεις, η οποία συμπληρώθηκε στις 29-6-2008. Οι ενάγοντες, πλην των Γ. Κ., Α. Π., Ε. Π. και Χ. Σ., στις 21-12-2006 υπέβαλαν και νέα αίτηση στον εναγόμενο για διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών τους των ετών 2001 έως και 30-6-2006 και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, για τις αξιώσεις τους για αποζημίωση απασχόλησης για Κυριακές και αργίες, επίδομα Πάσχα 2006 και για νυχτερινή εργασία, η εν λόγω δε αίτηση διέκοψε την παραγραφή των προαναφερομένων μόνο δύο αξιώσεών τους, αφού δεν αναφέρουν τις λοιπές αναφερόμενες στην υπό κρίση αγωγή έως και το έτος 2006.

Επιπλέον δε την τελευταία αυτή αίτηση κάνει και η ενάγουσα Π. Ε., η οποία δεν είχε υποβάλλει την προηγούμενη αίτηση. Ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν απάντησε ούτε σε αυτή την αίτηση και επομένως μετά από έξι μήνες, ήτοι από 21-6-2007, ξεκίνησε νέα διετής παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 21-6-2009. Η υπό κρίση αγωγή, η οποία αφορά αξιώσεις των εναγόντων για τα έτη 2001 έως και 30-6-2006, επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 18 Μαΐου 2010, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής, όμως οι ενάγοντες είχαν ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την, από 22-12-2008, αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 30-12-2008 και διέκοψαν εκ νέου την παραγραφή των αξιώσεών τους για προσαύξηση Κυριακών και αργιών και νυχτερινής εργασίας, οι οποίες δεν είχαν παραγραφεί, αφού οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους παραιτήθηκαν της ασκηθείσας στο Ειρηνοδικείο αγωγής και ζητούν και την αμοιβή τους για τις ανωτέρω αιτίες.

Με την αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου οι ενάγοντες, δεν είχαν εξειδικεύσει για κάθε έναν από αυτούς ποια ήταν η αμοιβή του για προσαύξηση Κυριακών και αργιών και νυχτερινής εργασίας, αλλά για κάθε έτος ζητούσαν το ίδιο ποσό για όλους τους ενάγοντες. Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εξειδικεύουν ποια είναι η αμοιβή για κάθε ένα εξ αυτών, τα ποσά όμως που ζητούν για τις ανωτέρω μη παραγραφείσες αξιώσεις τους είναι διαφορετικά ποσά, είτε μεγαλύτερα είτε μικρότερα από τα αιτηθέντα με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγή τους.

Ότι ο εναγόμενος Δήμος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέβαλε την ένσταση παραγραφής και την επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες αντενιστάμενοι, ισχυρίζονται ότι διέκοψαν την παραγραφή με τις ανωτέρω δύο αναφερόμενες αιτήσεις τους προς τον Δήμο και με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγή τους.

Όμως, η ανωτέρω αντένσταση είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και τούτο διότι με την αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου οι ενάγοντες διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεών τους μόνο για τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτή και επομένως, εφόσον τα ποσά αυτά είναι διάφορα των αιτηθέντων με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες θα έπρεπε με την αντένστασή τους να εξειδικεύουν τα ποσά αυτά σε απαιτήσεις ποιών χρονικών διαστημάτων τους αντιστοιχούν και σε ποιες βάρδιες εργασίας ώστε να μπορεί και στην απόφαση που θα εκδοθεί να αναφέρεται με σαφήνεια η αξίωση που επιδικάζεται και το χρονικό διάστημα που αυτή αφορά, και το οποίο δεν υπέπεσε σε παραγραφή, διότι διακόπηκε με την ως άνω αγωγή των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου, όσον αφορά το Δώρο Πάσχα 2006, ενώ οι ενάγοντες το αναφέρουν στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγή τους, στον σχετικό πίνακα που γίνονται οι υπολογισμοί για το εν λόγω έτος δεν υπολογίζουν το συγκεκριμένο ποσό με αποτέλεσμα να μην προκύπτει τελικώς για τη συγκεκριμένη αξίωση για ποιο ποσό διακόπηκε η παραγραφή, γεγονός που επίσης δεν αναφέρουν οι ενάγοντες στην αντένστασή τους.

Ότι οι ενάγοντες Κ. Γ., Π. Α., Σ. Χ. και Π. Ε., δεν είχαν υποβάλλει τις ανωτέρω αιτήσεις, αλλά μόνο την αγωγή στο Ειρηνοδικείο και επομένως οι αξιώσεις τους σε κάθε περίπτωση έχουν υποπέσει σε παραγραφή, ενώ η ενάγουσα Π. Ε. υπέβαλε μόνο τη δεύτερη των ανωτέρω αιτήσεων και την αγωγή στο Ειρηνοδικείο όμως ως προς αυτήν, κατ' αποτέλεσμα, αν και διέκοψε την παραγραφή για χρονικά διαστήματα διάφορα των υπολοίπων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, όπως και των λοιπών εναγόντων, μετά την απόρριψη της αντένστασης διακοπής της παραγραφής".

Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που δεν διαφοροποιείται με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014, (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 2362/1995) και που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006, Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου, γεννήσεως των ενδίκων αξιώσεων), ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.

α` ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ` άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.

Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α` της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (βλ.

ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της, παρομοίου περιεχομένου, διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ` αυτών). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.

Εξ άλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των, κάθε είδους, απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.

Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017) η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004, ΑΠ 1241/2018) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες ή οι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών, υπέρ των ΟΤΑ, επιβαρύνσεων (βλ. ΟλΑΠ 38/2005). Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, που το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ούτε τα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, αλλά ούτε και τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για τον λόγο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τον ως άνω ν. 2362/1995, περί διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους κατά του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ο οποίος (νόμος) αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής κλπ, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής. (ΑΠ 749/2017, ΑΠ 577/2016, ΑΠ 119/2014).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 71/2019).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α` και β` του νόμου 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται: "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών και β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας, για την πληρωμή της απαιτήσεως, αρχής.

Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως..." (ΑΠ 879/2017, ΑΠ 332/2015). Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή, κατά περιεχόμενο και αίτημα, απαίτησης (ΑΠ 187/2009), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή.

Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από της επομένης της συμπληρώσεως εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Συγκεκριμένα, για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1241/2018, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 879/2017). Εξάλλου, ως προς τον χρόνο καταβολής του μισθού, το άρθρο 655 ΑΚ ορίζει ότι, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά και, σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στον χρόνο έως τη λήξη.

Με τη διάταξη αυτή τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής του μισθού, κατά τρόπο ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, και να οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 εδ. α` ΑΚ. Ασχέτως του άρθρου 655 ΑΚ, για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα άδειας τάσσεται από τον νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντίστοιχα), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες της υπερημερίας του εργοδότη για την καταβολή των ως άνω αξιώσεων (ΟλΑΠ 40/2002).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει και η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 121/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη, ακόμη και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016).

Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης, η επίδοση αυτής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται και αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Ο ενάγων, δικαιούχος της απαίτησης μπορεί προς απόκρουση της ένστασης του εναγομένου περί παραγραφής, να προβάλει την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1581/2017).

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αναιρετικές πλημμέλειες, ήτοι ότι : α) παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι, αν και προέβαλαν παραδεκτά τον ισχυρισμό-αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών τους, εντούτοις το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη του την αντένστασή τους αυτή και β) έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής των εναγομένων κατά των αξιώσεών τους αυτών, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως αόριστη τη σχετική αντένστασή τους περί διακοπής της παραγραφής, που έγινε με την άσκηση της προηγούμενης αγωγής τους στο Ειρηνοδικείο, η οποία είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή.

Από τις παραπάνω παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όμως, προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη την αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής, την οποία όμως απέρριψε ως αόριστη, ως προς το σκέλος της που αφορούσε τη διακοπή της παραγραφής με την, ενώπιον του Ειρηνοδικείου, ασκηθείσα προγενέστερη αγωγή τους και δέχθηκε διακοπή της παραγραφής με την υποβολή των προαναφερόμενων αιτήσεων προς τον εναγόμενο Δήμο για όσους από τους ενάγοντες είχαν υποβάλλει αίτηση διακοπής της παραγραφής.

Επομένως ως προς το πρώτο σκέλος του, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8, ΚΠολΔ λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε ότι όλες οι αγωγικές αξιώσεις όλων των εναγόντων από το έτος 2001 έως το Νοέμβριο του έτους 2003 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995.

Έκρινε, επίσης, ότι στην από 29-12-2005 αίτηση που κοινοποίησαν στον εναγόμενο Δήμο δέκα έξι (16) αναιρεσείοντες, εκτός από τους αναιρεσείοντες Γ. Κ., Α. Π., Ε. Π., Ε. Π. και Χ. Σ. (5ος, 8η, 9η, 10η και 13ος), δεν συμπεριέλαβαν τις αξιώσεις τους από παράνομες υπερωρίες και έξοδα κίνησης. Με τη δεύτερη, από 21-12-2006, αίτηση οι αναιρεσείοντες, πλην των Γ.

Κ., Α. Π., Ε. Π. και Χ. Σ., που δεν υπογράφουν την αίτηση αυτή, δεν συμπεριέλαβαν οι λοιποί αναιρεσείοντες και πάλι τις αξιώσεις από παράνομες υπερωρίες και έξοδα κίνησης.

Συνεπώς, οι αξιώσεις αυτές όλων των εναγόντων υπέπεσαν στη διετή παραγραφή. Απομένουν, επομένως, προς έρευνα οι αξιώσεις από προσαύξηση για την εργασία των αναιρεσειόντων κατά Κυριακές, αργίες και νυχτερινή εργασία, το επίδομα γάμου , καθώς και το δώρο Πάσχα 2006. Εξάλλου, οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων Γ.

Κ., Α. Π., Ε. Π. και Χ. Σ., που δεν διέκοψαν με αίτησή τους την παραγραφή και των τελευταίων ως άνω αξιώσεών τους, είχαν υποκύψει σε παραγραφή πριν την άσκηση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 30-12-2008. Η αναιρεσείουσα Ε. Π., που διέκοψε την παραγραφή μόνο με τη δεύτερη αίτηση, είχε έως την κατάθεση αυτής στο Δήμο μη παραγεγραμμένες απαιτήσεις από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και εντεύθεν.

Με την αγωγή που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ζητούσαν να τους καταβληθούν ορισμένα ποσά , μεταξύ άλλων, και από προσαύξηση για την εργασία που παρείχαν κατά Κυριακές, αργίες και τη νύχτα, δώρα εορτών και επίδομα γάμου. Με την ένδικη αγωγή ζητούν οι ενάγοντες για δώρο Πάσχα 2006, προσαύξηση για εργασία Κυριακών, αργιών και νύχτας και για επίδομα γάμου διάφορα ποσά, τα οποία όμως είναι μικρότερα από τα αιτούμενα με την αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου .

Το γεγονός αυτό δεν μεταβάλλει την ιστορική και νομική αιτία του τελικού αιτήματος, αλλά συνιστά απλώς ποσοτικό περιορισμό, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να γίνει και με τις προτάσεις στα πλαίσια μιας και μόνο δίκης., Επομένως, και οι δύο ως άνω αγωγές στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και μάλιστα στα ίδια νομικά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι ταυτόσημα και στις δύο αγωγές, απλώς το αίτημα των μη παραγεγραμμένων απαιτήσεων των εναγόντων είναι ποσοτικά ελαττωμένο στην υπό κρίση αγωγή σε σχέση με την αγωγή που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο.

Δεν απαιτείται δε, για το ορισμένο της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου, (στην οποία σημειωτέον αναφέρονται οι ημέρες παροχής εργασίας κατά Κυριακές και αργίες και για νυχτερινή εργασία συνολικά για κάθε έτος, το ημερομίσθιο επί του οποίου θα υπολογισθεί το επίδομα γάμου κλπ και το συνολικό ποσό ανά έτος για τις αξιώσεις των εναγόντων), να εξειδικεύεται σ' αυτή, τα ποσά που ζητούν, σε ποια χρονική περίοδο αναφέρονται και σε ποιες βάρδιες εργασίας, όπως εσφαλμένα απαιτείται με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, το Εφετείο που κήρυξε αόριστη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής κατά το μέρος που αφορά διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, των οποίων δεν είχαν παραγραφεί οι απαιτήσεις, μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής, με τους σχετικούς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του μοναδικού πρόσθετου λόγου.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Κ., Α. Π., Ε. Π. και Χ. Σ. και να γίνει δεκτή ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στην επιδίκαση των μη παραγεγραμμένων ως άνω απαιτήσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από εκείνον που εξέδωσε αυτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ), περιορισμένη κατά το μέτρο του άρθρου, 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 8-4-2017, αίτηση και τους, από 2-11-2018, πρόσθετους λόγους ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Κ., Α. Π., Ε. Π. και Χ. Σ. για αναίρεση της 1321/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (1ο, 2ο, 3η, 5η, 6ο, 8η, 10η, 11η, 13ο, 14η, 15ο, 16η, 17ο, 18η, 19η, 20ό και 21η) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ