Supreme Court annuls labor dispute appeal decision, remands case to find primary claim illegal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a labor dispute between the State and an employee. The court found that while the secondary claim of unjust enrichment was valid, the primary claim was legally flawed. Consequently, the case was remanded for a final judgment declaring the primary claim inadmissible and awarding costs to the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Upon annulment for reasons other than those in paragraphs 1 and 2, the Supreme Court may retain the case and judge it if no further clarification is needed, applying the finding of illegality of the primary claim to dismiss the action entirely.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1169/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Γεωργιάδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Θ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Αβραμίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1421/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-4-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20-4-2018 και υπ' αριθμ. κατάθ. 3902/338/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 23-12-2014 και υπ' αριθμ. καταθ. 8537/2014 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 1421/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί στο σύνολο της την από 5-11- 2012 και με αριθ. κατάθ. 180720/5273/2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά την κυρία βάση της (η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν είχε εξετασθεί). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το ποσό των 71.674,70 ευρώ για μισθολογικές διαφορές μεταξύ των νόμιμων και καταβληθεισών αποδοχών για το διάστημα από 1-11-2010 έως 31-10-2012. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στις 18-3-1999 συνήφθη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου μεταξύ τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα, που λειτουργούν σε κοινοτικό επίπεδο ως εκπρόσωποι των "κοινωνικών εταίρων" (εργαζομένων και εργοδοτών), ήτοι της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES, στην οποία μετέχει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος), της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE, στην οποία μετέχει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CEEP).
Οι εν λόγω διεπαγγελματικές οργανώσεις διαβίβασαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το κείμενο της συμφωνίας τους και υπέβαλαν κοινό αίτημα να "υλοποιηθεί" η συμφωνία αυτή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 139 παρ. 2 της Συνθήκης ΕΚ. Το αίτημά τους έγινε δεκτό από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εξέδωσε σχετικά την Οδηγία 1999/70/ΕΚ (EE L 175/10.7.1999).
Η εν λόγω Οδηγία περιέλαβε προοίμιο και τέσσερα (4) άρθρα, περαιτέρω δε ενσωμάτωσε, ως Παράρτημα, την από 18.3.1999 συμφωνία πλαίσιο των ως άνω διεπαγγελματικών οργανώσεων, που περιλαμβάνει προοίμιο, δώδεκα (12) γενικές παρατηρήσεις και οκτώ (8) ρήτρες. Η ως άνω από 18-3-1999 συμφωνία για την εργασία ορισμένου χρόνου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP που ενσωματώθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, ως Παράρτημα στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και προσέλαβε, κατ' αυτόν τον τρόπο, την ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου, ορίζει στην ρήτρα 1 αυτής ότι σκοπός της είναι "α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης, β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου".
Περαιτέρω, στην ρήτρα 2 της συμφωνίας πλαισίου ορίζεται ότι αυτή "εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος" (παρ. 1) και ότι "τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να αποφασίσουν ότι η παρούσα συμφωνία δεν εφαρμόζεται:
α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από. το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης". Στην ρήτρα 3 δίδονται ορισμοί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, του "εργαζόμενου ορισμένου χρόνου" και του "αντίστοιχου εργαζόμενου αορίστου χρόνου".
Με τις ρήτρες 4 και 5 καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών της συμφωνίας. Ειδικότερα, στην ρήτρα 4 καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης, σύμφωνα με την οποία "όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνον επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" (παρ. 1), περαιτέρω δε προβλέπεται ότι "οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο" (παρ. 3).
Στην δε ρήτρα 5 της συμφωνίας, υπό τον τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζεται ότι: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. 2. Τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου". Από τις ανωτέρω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφ' όσον δεν γίνεται σχετική διάκριση (βλ. ρήτρα 2 παρ. 1), αναφέρονται σε όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως του αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα κατά τη νομοθεσία ενός εκάστου κράτους μέλους.
Περαιτέρω, ο σκοπός της συμφωνίας πλαισίου είναι διττός και συνίσταται αφ' ενός μεν στη διασφάλιση της αρχής της μη διάκρισης, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αφ' ετέρου δε στην καθιέρωση ενός ελάχιστου αναγκαίου ρυθμιστικού πλαισίου για την αποτροπή της κατάχρησης, που προκαλείται από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Οι ρυθμίσεις του εθνικού νομοθέτη πρέπει, για να είναι σύμφωνες με τον δεύτερο σκοπό της συμφωνίας πλαισίου, να περιλαμβάνουν ένα τουλάχιστον από τα περιοριστικά μέτρα, που υποδεικνύονται στην παρ. 1 της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, για την αποτροπή της κατάχρησης που είναι δυνατόν να προκύψει από την σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (δηλαδή αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, μέγιστη επιτρεπτή συνολική διάρκειά τους και μέγιστο επιτρεπτό αριθμό ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας).
Για την περίπτωση δε της παραβάσεως των ως άνω περιορισμών, ο εθνικός νομοθέτης δύναται να καθορίζει, "όταν χρειάζεται", υπό ποιες συνθήκες οι διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Με τις ως άνω ρυθμίσεις δεν τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής, τα δε κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων για να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων αορίστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζόμενου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στην σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτομένων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών, για την εργασία που παρέσχε, και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως στο περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής μέχρι την 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας μέχρι την 10-7-2002, δυνατότητας της οποίας η Ελλάδα έκανε χρήση. Τελικά, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία εκδόθηκαν, κατ' επίκληση των διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 5 του ν. 1338/1983 (Α' 34), όπως ισχύουν, το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου" (Α' 77/2-4-2003), το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 180/2004 (Α'160/23-8-2004), και το π.δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (Α' 134/19-7-2004 και διορθώσεις σφαλμάτων στο Α' 135/19-7-2004).
Το π.δ. 81/2003, παρά την γενικότητα του τίτλου του, περιέλαβε ρυθμίσεις που δεν αφορούν τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. α' αυτού, από τις απαγορεύσεις σχετικά με την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που θεσπίσθηκαν με το εν λόγω δ/μα σε συμμόρφωση προς την Οδηγία, εξαιρέθηκαν οι περιπτώσεις όπου "η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη" και "ο εργαζόμενος αμείβεται από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προϋπολογισμού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που προορίζονται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό για εργασία ορισμένου χρόνου".
Το π.δ. 164/2004 αφορά, αντιθέτως, αποκλειστικά στην εργασία ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως προκύπτει τόσο από τον τίτλο του, όσο και από τις διατάξεις των άρθρων του 2 παρ. 1 και 3γ', που αναφέρονται στο πεδίο εφαρμογής του. Άλλωστε, μετά τη θέση σε ισχύ του π.δ. 164/2004, εκδόθηκε το π.δ. 180/2004, με το οποίο ορίσθηκε ρητώς ότι οι διατάξεις του π.δ. 81/2003 εφαρμόζονται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα (βλ.
άρθρα 1 και 3 του εν λόγω π.δ. 180/2004, που αντικατέστησαν, αντιστοίχως, το άρθρο 2 παρ. 1 και το άρθρο 3 του π.δ. 81/2003).
Εξάλλου, στο άρθρο 103 παρ. 1 έως 6 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: "1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό, οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφ' όσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβασθούν ή να παυτούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους.
Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απ' ευθείας με πρεσβευτικό βαθμό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται από τον Κανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου". Περαιτέρω, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α' 84/17-4-2001) συμπληρώθηκε το άρθρο 103 του Συντάγματος με τις παραγράφους 7 και 8, ως εξής: "7.
Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής.
Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Τέλος, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, εν όψει της κατά τα ως άνω συμπληρώσεως του άρθρου 103 με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8, προστέθηκε στο άρθρο 118 του Συντάγματος, που περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, παράγραφος 7 με το εξής περιεχόμενο: "Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".
Με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στην Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, με σκοπό την μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της διαφάνειας, της ισότητας ενώπιον του νόμου και της αξιοκρατίας.
Ο υφιστάμενος κανόνας των παραγράφων 2 και 3 αυτού του άρθρου, ο οποίος επιβάλλει την νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων ν.π.δ.δ., ενισχύθηκε με τους νέους κανόνες της ως άνω παραγράφου 7, σύμφωνα με τους οποίους η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα γίνεται με διαγωνισμό ή επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω παρ. 7 του άρθρου 103 και της παρ. 6 του άρθρου 118).
Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994 (Α'28) και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, εν όψει της αδιάστικτης διατύπωσης της παραγράφου 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.
και τα άλλα ν.π.δ.δ. με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου και έχει την συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει την συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, η οποία συνίστατο στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη, τύποις, απρόβλεπτων ή επειγουσών ή παροδικών αναγκών (κατά τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος και 56 έως 82 του π.δ. 410/1988, Α' 191), στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και, τελικά, στην "τακτοποίηση" του προσληφθέντος κατά τα ως άνω με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού δια της συστάσεως οργανικών θέσεων για την κάλυψη των εν λόγω παγίων και διαρκών αναγκών και δια της πληρώσεως των οργανικών αυτών θέσεων από το ίδιο προσωπικό, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, είτε με την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό όλων των λοιπών ενδιαφερομένων που θα ηδύναντο να διεκδικήσουν τις θέσεις αυτές βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.
Για να αποτρέψει δε τη συνέχιση της εν λόγω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε στο άρθρο 103 την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη της παρ. 8, η οποία απαγορεύει την μονιμοποίηση και την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον ως άνω τρόπο ήσαν ακόμη εκκρεμείς κατά τον χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ. 7, που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη, προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν, χωρίς να "προσκρούσουν σε οψιγενή αντισυνταγματικότητα" οι σχετικές διατάξεις του κοινού νομοθέτη.
Για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας, που προκαλείται από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και δη σε συμμόρφωση, καθ' όσον αφορά το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, με τις ρήτρες 2 και 5 της από 18-3-1999 συμφωνίας πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP, που ενσωματώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, το π.δ. 164/2004 περιέλαβε τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7, η ισχύς των οποίων αρχίζει από την δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004), σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτού.
Ειδικότερα, το άρθρο 5 (Διαδοχικές συμβάσεις) προβλέπει ότι "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.
Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησης του. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.", το άρθρο 6 (Ανώτατη διάρκεια συμβάσεων) ότι "1.
Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2.
Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κειμένη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς.", το δε άρθρο 7 (Συνέπειες παραβάσεων) ότι "1.
Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά: τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.
Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.
Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.
Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό αδίκημα". Με τις διατάξεις αυτές του π.δ/τος 164/2004 προσαρμόσθηκε, από 19-7-2004, η ελληνική νομοθεσία στο κοινοτικό δίκαιο, καθ' όσον αφορά την λήψη μέτρων για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας, που είναι δυνατόν να προκαλείται σε περιπτώσεις χρησιμοποίησης, από το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Συγκεκριμένα, απαγορεύθηκαν, κατ' αρχήν, οι "διαδοχικές" συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι οι συμβάσεις μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, καθορίσθηκαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η σύναψη μέχρι τριών διαδοχικών, κατά την ως άνω έννοια, συμβάσεων με συνολική διάρκεια απασχόλησης μέχρι είκοσι τεσσάρων μηνών, καθώς και οι ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η υπέρβαση των ως άνω ορίων στην σύναψη διαδοχικών συμβάσεων, όλως κατ' εξαίρεση και για αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με την φύση και το είδος της εργασίας κατηγοριών εργαζομένων.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσόν που δικαιούται ο "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, τέλος δε θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά, η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο κοινοτικό δίκαιο έγινε, δυνάμει των ως άνω διατάξεων, με σεβασμό της απαγόρευσης μετατροπής συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίσθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, καθ' όσον δεν προβλέφθηκε, ως κύρωση για την χρησιμοποίηση από το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το π.δ. 164/2004 εκδόθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, οι δε διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 αυτού ισχύουν από 19- 7-2004. Ως εκ τούτου, για να είναι πλήρης η συμμόρφωση της Ελλάδας προς την ως άνω Οδηγία, επιβαλλόταν να ρυθμισθούν οι εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα όχι μόνο για το μέλλον, αλλά και αναδρομικώς, οπωσδήποτε από τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας συμμορφώσεως (10-7-2002).
Για την κάλυψη του προγενέστερου αυτού χρονικού διαστήματος (τουλάχιστον μέχρι την 10-7-2002), προστέθηκαν στο εν λόγω διάταγμα οι διατάξεις του άρθρου 11, ως μεταβατικές, οι οποίες ορίζουν τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφ' όσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δεκαοκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση. 2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.
Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α., ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος. 3. Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων. 4.
Στις διατάξεις αυτού του άρθρου υπάγονται οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 περ. γ' του παρόντος διατάγματος, καθώς και στις δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση των εργαζομένων σε ανώνυμες εταιρείες που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται στα απ' ευθείας διοριζόμενα διευθυντικά στελέχη, το καθεστώς των οποίων, λόγω του είδους των καθηκόντων τους και των προνομίων που απολαμβάνουν, ρυθμίζεται από ειδικές κάθε φορά διατάξεις, καθώς και στο προσωπικό των εκτός Ελλάδος υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών και στο προσωπικό των Γραφείων Τύπου και Επικοινωνίας στο εξωτερικό της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, που προσλαμβάνεται επιτοπίως. 5.
Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις έως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.
α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης. 6. Κατ' εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του Ο.Α.Ε.Δ., αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφ' όσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω".
Με τις διατάξεις των άρθρων 150 παρ. 2 και 129 παρ.2 του Κώδικα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2594/1998 (ΦΕΚ Α 62), και εφαρμόζεται στη κρινόμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου πρόσληψης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου, το μεν καταργήθηκε ο ισχύσας μέχρι τις 23 Μαρτίου 1998 προηγούμενος Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" (ΦΕΚ Α 221), το δε ορίσθηκαν τα της προσλήψεως για τις ανάγκες των αρχών του εξωτερικού (πρεσβείες, προξενεία) και της υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Ειδικότερα με τη διάταξη της παρ, 2 του άρθρου 129, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 και 2 του ν. 3196/2003 (Α'274), ορίσθηκε ότι "Στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
Σε αυτές περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, οδηγών, κλητήρων, φυλάκων-θυρωρών, τηλεφωνητών, προσωπικού ασφαλείας, κηπουρών, συντηρητών και οικιακού προσωπικού εν γένει. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, οι οποίοι γνωρίζουν τη τοπική γλώσσα.
Για τη πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών μετά από πρόταση του προϊσταμένου της εν λόγω αρχής. Με τη κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.
Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής". Με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.5 του άρθρου 129 ορίσθηκε ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού (24 Μαρτίου 1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών διατηρούν το συμβατικό εργασιακό καθεστώς μέχρι την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές τους θέσεις μετατρέπονται σε ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ειδικά δε για όσους από αυτούς λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού των Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής στην οποία υπηρετεί.
Ανάλογη ρύθμιση προς εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998 για τη πρόσληψη επιτοπίως προσωπικού εκ των μονίμων κατοίκων μιας χώρας, ομιλούντος τη τοπική γλώσσα με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προς πλήρωση θέσεων των αρχών του εξωτερικού στη χώρα αυτή και προς εκείνες των παρ. 1, 4, 5 και 6 του άρθρου 131 του Ν. 2594/1998 για το είδος των αποδοχών των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και τη καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής σε αυτούς περιέχονται στις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 149 παρ 2 και 155 παρ.1, 4, 5 και 6 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου των Εξωτερικών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3566/2007 (ΦΕΚ Α 117) και αντικατέστησε εκ νέου κατ' άρθρο 171 παρ. 2 αυτού από 5 Αυγούστου 2007 τον κυρωθέντα με το Ν. 2594/1998 προηγούμενο Οργανισμό του Υπουργείου των Εξωτερικών.
Κατά την έννοια της από 18-3-1999 συμφωνίας πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UN1CE και CEEP, η ανανέωση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται από τη συμφωνία πλαίσιο κατά κανόνα καταχρηστική, αν υπερβαίνει ένα ανώτατο ανεκτό όριο συνολικής διάρκειας της διαδοχικής εργασιακής σχέσης και ένα μέγιστο ανεκτό αριθμό ανανεώσεων, είναι κατ' εξαίρεση επιτρεπτή χωρίς τους ως άνω περιορισμούς, σε ειδικές περιπτώσεις, αν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι.
Τούτο συνάγεται από την παρ. 1 της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, σύμφωνα με την οποία η πρόβλεψη αντικειμενικών λόγων, που δικαιολογούν την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων, δύναται να είναι, αυτή και μόνη, επαρκές μέτρο που θεσπίζει ο εθνικός νομοθέτης για την αποτροπή της κατάχρησης, λαμβάνοντας υπ' όψη τις ανάγκες ειδικών εργασιακών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων.
Όπως δε συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, που παρατίθεται παραπάνω, ο εθνικός νομοθέτης εξαίρεσε από τους προστατευτικούς περιορισμούς στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που έθεσε με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 παρ. 1 του ίδιου διατάγματος, τις "... περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κειμένη νομοθεσία ...".
Η εξαίρεση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνον τις ενδεικτικώς αναφερόμενες στο άρθρο 6 παρ. 2 του π. δ/τος κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, αλλά και τους εργαζόμενους, που προσλαμβάνονται από το Δημόσιο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του ν. 2594/1998 και 3566/2007, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, για την κάλυψη αναγκών των υπηρεσιών εξωτερικού του Υπουργείου Εξωτερικών.
Είναι δε αντικειμενικώς δικαιολογημένη, όπως επιβάλλει η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου, η εν λόγω εξαίρεση από την απαγόρευση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να διατηρήσει και στο μέλλον το Δημόσιο, ειδικώς σ' αυτές τις εργασιακές σχέσεις, την μείζονα ευελιξία που παρέχει η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.
Αντικειμενική δικαιολογία συνιστά το γεγονός ότι η εργασία παρέχεται στην αλλοδαπή από ειδικό επιστημονικό, τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό, υπό νομοθετικό καθεστώς που δύναται να διαφέρει ουσιωδώς ανάλογα με την χώρα, στην οποία απασχολείται κάθε εργαζόμενος, και, γενικότερα, υπό συνθήκες που καθιστούν δυσχερέστερη την επιλογή των καταλληλοτέρων προσώπων για την εξυπηρέτηση των ειδικών αναγκών του Δημοσίου.
Για τον ίδιο αντικειμενικό λόγο, άλλωστε, η διαφοροποίηση του νομοθετικού καθεστώτος σχετικά με τους όρους της χρονικής διάρκειας των συμβάσεων εργασίας, ως προς αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων, έγινε από τον κοινό νομοθέτη κατά τρόπο που δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας ή άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή και δεν αντιβαίνει σε διατάξεις του διεθνούς δικαίου.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η σύναψη από το Δημόσιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τις κατηγορίες αυτές εργαζομένων, καθώς και η ανανέωση των συμβάσεων αυτών δεν είναι καταχρηστική και ανεπίτρεπτη, κατά την έννοια της από 18-3- 1999 συμφωνίας πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP, που ενσωματώθηκε στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (ΣτΕ 4597/2014, ΣτΕ 1256, 1255/2006).
Εξάλλου, από το άρθρο 904 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία, από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση ν' αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό δηλαδή η ως άνω αιτία, δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Ο πιο πάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί άκυρης απασχολήσεως μισθωτού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία που παρασχέθηκε σ' αυτό (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 82/2013).
Η ωφέλεια του εργοδότη στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλε ο εργοδότης δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας σε άλλο μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη προσαυξήσεις που θα δικαιούταν αυτός λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπο του ιδιαίτερων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, προϋπηρεσίας κλπ, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαία στο πρόσωπο του εργαζόμενου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 142/2016, ΑΠ 670/2010).
Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική - επικουρική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 22/2003).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 5-11-2012 αγωγή της εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 28-6-2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, διάρκειας δύο (2) ετών, που καταρτίστηκε στο … μεταξύ αυτής και του Πρέσβη της Ελλάδας, ενεργούντος ως εκπροσώπου του εναγομένου, προκειμένου να απασχοληθεί ως Κλητήρας Α' στην Ελληνική Πρεσβεία στο Πεκίνο της Κίνας, με μηνιαίες αποδοχές.
Ότι μετά τη λήξη της ως άνω συμβάσεως, με συνεχείς διαδοχικές και αλλεπάλληλες ανανεώσεις αυτής από 28-6-2003 μέχρι 27-6-2005, από 28-6-2005 μέχρι 27-6-2007, από 28-6-2007 μέχρι 27-6-2009, από 28-6-2009 μέχρι 27-6-2011 και από 28-6-2011 μέχρι 27-6-2013, παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, ασκώντας τα καθήκοντα του μορφωτικού ακόλουθου-υπεύθυνης του πολιτιστικού τμήματος της Ελληνικής Πρεσβείας, τα οποία στην πραγματικότητα της ανατέθηκαν.
Ότι η κατάρτιση των πιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας είναι αντίθετες στην Εθνική και Κοινοτική νομοθεσία (ν.2112/1920 και 1999/70/ΕΚ Οδηγία της 28-6-1999) και δεν δικαιολογούνταν από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχε, ή τις ανάγκες του εναγομένου, ενώ καταχρηστικά χαρακτηρίστηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού στην πραγματικότητα υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι με την παροχή των υπηρεσιών της καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ζήτησε δε, α) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτή με το εναγόμενο σύμβαση έφερε τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί στη θέση, με την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση που απασχολείτο, καθώς και να την ασφαλίσει από τις 28-6-2001 και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που ανέρχονται συνολικά σε 484.984 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 27-6-2013, πλέον επιδομάτων (εορτών και λοιπών) ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που έλαβε και αυτών που θα δικαιούταν η ίδια ως απασχολούμενη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (για την περίπτωση που αναγνωριζόταν ότι η σύμβαση εργασίας που τη συνέδεε με το εναγόμενο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) ή μεταξύ των αποδοχών που έλαβε και αυτών που ελάμβαναν οι εργαζόμενοι του εναγομένου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τους οποίους παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες, άλλως επικουρικά, (αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας της ήταν άκυρες), ότι τα ποσά αυτά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον το εναγόμενο ωφελήθηκε λόγω μη καταβολής σε αυτή των νόμιμων αποδοχών, αποδοχές τις οποίες το εναγόμενο θα κατέβαλε σε άλλο υπάλληλο που θα παρείχε την ίδια εργασία και τούτο διότι η ενάγουσα λάμβανε αποδοχές μικρότερες από τις νόμιμες που ελάμβανε μόνιμος υπάλληλος, που παρείχε την ίδια με αυτή εργασία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1421/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και ειδικότερα: α) αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) υποχρεώθηκε το εναγόμενο να την απασχολεί στη θέση του μορφωτικού ακολούθου υπευθύνου πολιτιστικού τμήματος της Ελληνικής Πρεσβείας στο Πεκίνο, καταβάλλοντος σ' αυτή τις αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές, και γ) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 77.537,68 ευρώ, για διαφορές των αποδοχών που έλαβε και των νόμιμων αποδοχών κατ' αρθρ. 15 παρ.1 εδαφ.
α' ν. 3205/2003, (βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, επίδομα μεταπτυχιακού, επίδομα διδακτορικού, επιδόματα κατοικίας και αλλοδαπής) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31- 10-2012, επιπλέον για το λόγο ότι η καταβολή μειωμένων αποδοχών στην ενάγουσα αποτελεί αδικαιολόγητη δυσμενή μισθολογική διάκριση σε βάρος της έναντι των μονίμων και αορίστου χρόνου υπαλλήλων της πρεσβείας και επομένως συνιστά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο - αναιρεσείον άσκησε την από 23-12-2014 έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11/2018 απόφαση, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που συνέδεαν την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον ήταν άκυρες λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, με συνέπεια να δημιουργείται για την τελευταία απλή σχέση εργασίας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως ουσιαστικά βάσιμη (αρθρ. 904 ΑΚ) και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 71.674,70 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που θα ελάμβανε ως απασχολούμενη με σχέση εξαρτημένης εργασίας (από το βασικό μισθό, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής 65% και κατοικίας 10%, [συνυπολογιζομένων των μειώσεων που επήλθαν δυνάμει του αρ.1 παρ.2 ν. 3833/2010 και 8% του τρίτου άρθρου παρ.1 του ν. 3845/2010] κίνητρο απόδοσης, επίδομα μεταπτυχιακού και διδακτορικού και παροχή 176 ευρώ του αρθρ. 14 του ν. 3016/2002) και των καταβληθέντων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-11-2010 έως 31-10-2012, ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκε το εναγόμενο από την αποδοχή και την αξιοποίηση των υπηρεσιών της, αφού θα αναγκαζόταν να το καταβάλει σε άλλο υπάλληλο που θα παρείχε την ίδια εργασία.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα δυνάμει διαδοχικών έγγραφων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που υπογράφηκαν μεταξύ αυτής και του εκάστοτε Πρέσβη της Ελλάδος στο Πεκίνο, ενεργούντος ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα κατωτέρω χρονιά διαστήματα από 28-6- 2001 έως 27-6-2003, από 28-6-2003 έως 27-6-2005, από 28-6- 2005 έως 27- 6-2007, από 28-6-2007 έως 27-6-2009, από 28-6-2009 έως 27-6-2011 και από 28-6-2C11 έως 27-6-2013 προσελήφθη από την Ελληνική Πρεσβεία στο Πεκίνο της Κίνας, ως κλητήρας.
Στην πραγματικότητα όμως η ενάγουσα καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής της ασκούσε καθήκοντα μορφωτικού ακολούθου-υπεύθυνη του πολιτιστικού τμήματος της Πρεσβείας. Ειδικότερα ήταν επιφορτισμένη με την προώθηση των εκπαιδευτικών και πολιτιστικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, την προώθηση του Ελληνικού πολιτισμού στην Κίνα, την διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων της πρεσβείας και τις επαφές με πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα, ακαδημαϊκούς και καλλιτεχνικούς χώρους των δύο χωρών.
Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των άνω καθηκόντων της ενάγουσας, σε συνδυασμό με τον χρόνο διάρκειας των συμβάσεών της (σχεδόν 12ετής συνεχής απασχόληση) στην παραπάνω υπηρεσία με τα ίδια καθήκοντα, για την εκτέλεση των οποίων δεν υπάρχει εκεί διορισμένος, άλλος μόνιμος ή συμβασιούχος υπάλληλος, καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με την εν λόγω πρεσβεία και κατ' επέκταση με το εναγόμενο, είχε τα χαρακτηριστικά, της εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως οι επίδικες συμβάσεις έστω και εάν επιγράφονταν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, πλην όμως οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, με συνέπεια να δημιουργείται για την ενάγουσα απλή σχέση εργασίας και να δικαιούται αυτή, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκε στο εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το τελευταίο θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες".
Υπολόγισε δε συνολικά ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι 31-10-2012 το ποσό των 71.674,70 ευρώ. Με την κρίση του όμως αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που έκρινε ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας με τις οποίες συνδεόταν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ήταν άκυρες, με συνέπεια να δημιουργείται για αυτή απλή σχέση εργασίας και έκανε εν μέρει δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των άρθρων 5 παρ.4, 6 παρ.2 και 7 παρ.1 και 2 του ΠΔ 164/2004, 129 παρ.2 και 5 του ν. 2594/1998 και 149 παρ. 2,4,5,8 εδαφ.
β' του ν. 3566/2007 (προϊσχύσας και ισχύων Οργανισμός του ΥΠΕΞ), καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 904 επομ. ΑΚ, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η σύναψη από το Δημόσιο συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την κατηγορία των εργαζομένων στην οποία ανήκει η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη (ως επιτόπιο προσωπικό στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 του Οργανισμού του ΥΠΕΞ (v.2594/1998), δεν είναι καταχρηστική και ανεπίτρεπτη κατά την έννοια της από 18-3-1999 συμφωνίας πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEE, που ενσωματώθηκε στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.
Αντίθετα, η σύναψη τέτοιων συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου προβλέπεται από τις ρητές διατάξεις των άρθρων 129 παρ. του ν. 2594/1998 και 149 παρ. του ν. 3666/2007 και κατά συνέπεια η ανανέωση των συμβάσεων αυτών της αναιρεσίβλητης ήταν δυνατή και μάλιστα χωρίς περιορισμό, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Π.Δ. 164/2004.
Συνεπώς οι αποδοχές της κατηγορίας των εργαζομένων (στην οποία ανήκει και η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη), οι οποίοι προσελήφθηκαν το πρώτο μετά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών με το ν.2594/1998, ήτοι μετά τις 24-3-1998, δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του προϊσταμένου της ως άνω αρχής του εξωτερικού, καθορίζονται κατά τη σχετική νομοθετική πρόβλεψη των άρθρων 129 παρ.2 εδαφ.
ε' του ν. 2594/1998 και 149 παρ.2 εδαφ. ε' του ν. 3566/2007, μετά από εισήγηση του άνω προϊσταμένου και αφού ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας. Έτσι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώσει τις αποδοχές αυτές ως εργαζόμενη με σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε όμως και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού οι διατάξεις των άρθρων 904 επομ.
ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, που εν προκειμένω δεν υφίσταται. Κατόπιν αυτών ο περί τούτου μοναδικός, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος που έκρινε ότι οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου που συνέδεαν την αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον ήταν άκυρες λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου και δέχθηκε στη συνέχεια την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 71.674,70 ευρώ, για διαφορές των αποδοχών που έλαβε και των νόμιμων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-10-2012.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είχε μεταβιβαστεί η υπόθεση ως προς την κύρια βάση της από 5-12-2012 αγωγής, η οποία είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επεδίωκε την απόρριψή της.
Το εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική βάση αυτής, που δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η επικουρική βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι αυτής, κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη μη νομιμότητα της κύριας βάσης της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολο της.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δικάζοντας επί της από 23-12-2014 εφέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής.
Δέχεται την έφεση και τον πρόσθετο λόγο.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 1421/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της από 5-11-2012 αγωγής, καθώς και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
Απορρίπτει την ένδικη αγωγή στο σύνολο της.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον τριακόσια (300) ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ