Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for challenging lower court's fact-finding evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals challenging a lower court's decision regarding family property disputes. The appellants argued that the appellate court improperly evaluated evidence without proof, but the Supreme Court held that such factual assessments are non-reviewable. Consequently, the appeals were declared inadmissible as they targeted the essence of the lower court's discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 para. 1 and 573 of the Code of Civil Procedure; Appeals challenging the substantive evaluation of facts and evidence by the court of first instance are inadmissible as they fall within the exclusive domain of the lower court's discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1169/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A. Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Δ., 2) Μ. συζύγου Χ. Σ., 3) Χ. Σ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσιώτα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
B. Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Δ., 2) Μ. συζύγου Χ. Σ., , για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους ..., 3) Δ. Σ. του Χ., 4) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσιώτα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Σ. Κ. του Δ., 4) Δ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Πρωτοπαπαδάκη, που ανακάλεσε την από 7/9/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2010 αγωγή των υπό στοιχεία A ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1261/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως αυτή διορθώθηκε με την 115/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 29/5/2016 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 20/6/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 29/5/2016 αιτήσεως, ο δε πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Β αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 20/6/2016 αιτήσεως, ο δε πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας τούτων την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον των δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2/10/2017 συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 20.6.2016 και 29.5.2016 αιτήσεις για αναίρεση της 1261/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 115/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αντίθετες εφέσεις τους κατά της 154/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 28.6.2010 αγωγή αναφορικά με τους δύο πρώτους ενάγοντες και την εκπροσωπούμενη από αυτούς ανήλικη θυγατέρα τους ... (ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι) ως προς τον πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα) αφού απέρριψε την 115/6.11.2012 έφεση των εναγόντων δέχτηκε εν μέρει την 118/12.11.2012 έφεση του πρώτου εναγομένου ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων ενεργούντων ατομικά, (απορρίπτοντας αυτή ως προς την εκπροσωπούμενη από του δύο πρώτους των εναγόντων ανήλικη θυγατέρα τους ...) και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τους δύο πρώτους των εναγόντων, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής, δέχτηκε εν μέρει αυτή αναφορικά με τους δύο πρώτους ενάγοντες, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς (δύο πρώτους ενάγοντες) το ποσό των 87.624,50 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής τους προς αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τη σε βάρος τους περιγραφόμενη αδικοπραξία και απήγγειλε σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, προσωπική κράτηση διαρκείας τριών μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Οι αιτήσεις αυτές, που έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να συνεκδικαστούν εξαιτίας της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια σειρά, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Α) Επί της από 20-6-2016 και της αναίρεσης των Χ. Σ. κ.λ.π.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολιπόμενου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, για τους οποίους η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση (Ολ. ΑΠ 14/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1261/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως αυτή διορθώθηκε με την 115/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, επισπεύθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων και προσδιορίστηκε χρόνος συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 7, η δικάσιμος της 2-10-2017. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριό του, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έλαβε με νόμιμο τρόπο μέρος στη συζήτηση ο πρώτος αναιρεσίβλητος Σ. Σ.. Παράλληλα, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του τελευταίου (πρώτου αναιρεσίβλητου) για την προαναφερόμενη δικάσιμο, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση επίδοσης της ανωτέρω κλήσης προς αυτόν. Επομένως, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς το μη εμφανισθέντα πρώτο αναιρεσίβλητο, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν και να προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νομίμως.
Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή α) να έχουν συνταχθεί πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης ενώπιον του αντίστοιχου δικαστηρίου, στο οποίο προσκομίζονται και β) να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές (ΑΠ 1519/2009).
Στη περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους. Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε και έναντι εκείνου, που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί.
Τούτο δε διότι, αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης, τα οποία είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ' ανάγκην, εφόσον και επί απλής ομοδικίας η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως ή θα ληφθούν αυτά υπόψη για την απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης ή δεν θα ληφθούν (ΑΠ 1744/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ειδικότερα, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρθ. 11 γ' λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δ/ριο της ουσίας ένορκης βεβαιώσεως ενώπιον συμ/φου ή Ειρηνοδίκη ως ιδιαίτερου, κατά το άρθρο 270 απρ. 2 ΚΠολΔ, αποδεικτικού μέσου, απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποίαν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Για να είναι δε νόμιμη η συγκεκριμένη επίκληση, πρέπει να γίνεται στις προτάσεις αυτές και επίκληση των αναγκαίων για το νόμιμο αυτής ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου, κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, στοιχείων και δη υπό τα στο τελευταίο οριζόμενα, ότι αυτή έγινε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου προ δύο (2) εργάσιμων ημερών τουλάχιστον πριν από τη βεβαίωση ή ότι ο τελευταίος παραστάθηκε με τρόπο ώστε η από την έλλειψη της κλήτευσης ακυρότητα να θεραπεύεται και να εκτίθεται για ποίου ισχυρισμού την απόδειξη ή ανταπόδειξη έγινε η επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 1386/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ως άνω αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη στην προσβαλλόμενη απόφασή του την 196/2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά τους Α. Τ. στον Ειρηνοδίκη Κατερίνης, που είχε ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση όλων των αντιδίκων τους (αναιρεσιβλήτων), αντίγραφο της οποίας προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στις από 9.5.2014 (σελ. 8) έγγραφες προτάσεις τους ενώπιόν του, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους πως εξαιτίας της υπαιτιότητας όλων των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων προκλήθηκε σε αυτούς η επικαλούμενη ζημία από όλους τους αντιδίκους τους, καθώς και το μέγεθος της. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αυτοί, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, δεν επικαλέστηκαν σαφώς και ορισμένως το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο αφού δεν επικαλέστηκαν ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση έγινε μετά από την κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ κλήτευση των αντιδίκων τους προς δύο τουλάχιστον ημερών από τη βεβαίωση, ή ότι οι τελευταίοι παραστάθηκαν κατά την εξέταση του αναφερόμενου σε αυτή μάρτυρά τους.
Κατά το άρθρο 562παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση; γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 1851/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ.β'ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 1851/2007).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση (άρθρ. 559 αριθ. 11 εδ. β ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προσκομισθούν με επίκληση, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησής τους, αποδίδουν στο Εφετείο την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του "μεταξύ άλλων και παρά το νόμο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας, αλλά και ότι η από 1.12.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε και υπογράφει, μετά από παραγγελία του διοικητή της Πυροσβεστικής υπηρεσίας Κατερίνης, ο Ι.
Κ. του Μ., μηχανολόγος μηχανικός και ε) η από 24.10.2011 τεχνική έκθεση, την οποία συνέταξε και υπογράφει, μετά από εντολή ανάθεσης που έλαβε από την δεύτερη εναγομένη, ο Ά. Κ., πολιτικός μηχανικός, τα οποία όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν τα είχαν επικαλεστεί νομίμως με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο, αλλά με γενική και αόριστη αναφορά στο τέλος των από 9.05.2013 προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η δεύτερη, ο τρίτος και ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ανέφεραν συγκεκριμένα επί λέξει όλως μη νόμιμα και αόριστα.
Επειδή προσκομίζουμε και επικαλούμαστε το σύνολο των αναφερθέντων ως άνω σχετικών μας." Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται επακριβώς στο αναιρετήριο η ταυτότητα των εγγράφων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, δεν καθορίζεται το περιεχόμενο τούτων, καθώς και των υπό στοιχ.
α' και ε' εκθέσεων, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε αναφέρεται από τους τελευταίους ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, αν προτάθηκε στο Εφετείο ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν πρόκειται για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση, που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 495/2009).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 20.6.2016 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495§4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Β) Επί της από 29.5.2016 αίτησης αναίρεσης του Σ. Σ. του Α.:
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/201 1).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά , υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, ερευνώντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων και τα ακόλουθα:
Οι δύο πρώτοι από τους ενάγοντες είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρία μιας διπλοκατοικίας, που ανήγειραν στην αγροτική περιοχή Κατερίνης και ειδικότερα στο 1° χλμ. της Π.Ε.Ο. Κατερίνης-Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελείται από υπόγειο χώρο, κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα από ισόγειο όροφο και από πρώτο όροφο, στους οποίους η τοιχοποιία είναι κατασκευασμένη από διπλά τοιχώματα ξύλινων επιφανειών τύπου osb με εσωτερική μόνωση από πετροβάμβακα, που εσωτερικά και εξωτερικά είχαν επιχρίσματα σοβά, ενώ η οροφή ήταν κατασκευασμένη από ξύλινη κεραμοσκεπή.
Ο ισόγειος όροφος και ο πρώτος όροφος επικοινωνούσαν με εσωτερική ξύλινη κλίμακα. Περιμετρικά του υπερυψωμένου ισογείου υπήρχαν μπαλκόνια, τα οποία ήταν στεγασμενα με ξύλινες πέργκολες και με κεραμίδια. Στις 30-11- 2009 ενόψει της εγκατάστασής τους στην οικία τους αυτή, εκτελούσαν τις τελευταίες σχετικές εργασίες.
Μετά από ώρα 15.00' η δεύτερη και ο τρίτος από τους ενάγοντες, που βρίσκονται στην ανωτέρω κατοικία, αποχώρησαν για να διεκπεραιώσουν εργασίες τους στη Θεσσαλονίκη, οπότε εντός της οικίας παρέμεινε μόνο ο πρώτος ενάγων, ο οποίος το απόγευμα άναψε το τζάκι. Μετά από ώρα 18.30' αποχώρησε και αυτός από την οικία.
Την ώρα εκείνη η φωτιά στο τζάκι έκαιγε ακόμη. Ο πρώτος ενάγων ισχυρίζεται ότι η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Το τζάκι ήταν κλειστό, ενεργειακής τεχνολογίας, με τζάμι αντιπυρικής τεχνολογίας. Περί ώρα 02.43' της επόμενης ημέρας (1-12-2009) ειδοποιήθηκε η Πυροσβεστική Υπηρεσία Κατερίνης από τον Σ.
Α. του Π., ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του, ότι είχε εκδηλωθεί πυρκαγιά στην ανωτέρω διώροφη κατοικία. Ο ανωτέρω οδηγός κινούνταν κοντά στο 11° δημοτικό σχολείο με κατεύθυνση προς την οικία του, που βρίσκεται στην περιοχή των εργατικών κατοικιών του .... Αρχικά είδε σε απόσταση περίπου 2-3 χιλιομέτρων φλόγα.
Πλησιάζοντας από περιέργεια σε απόσταση περίπου 500 μέτρων είδε την ένδικη κατοικία να καίγεται. Μετά από άμεση κινητοποίησή της η Πυροσβεστική Υπηρεσία Κατερίνης κατάφερε να κατασβήσει την πυρκαγιά, πλην όμως στο μεταξύ καταστράφηκαν ολοσχερώς ο ισόγειος όροφος και ο πρώτος όροφος. Η βάση του ισογείου και το υπόγειο δεν υπέστησαν ζημίες.
Ειδικότερα, από τη φωτιά καταστράφηκαν ξύλινα ντουλάπια κουζίνας, ένα πιάνο, μία ξύλινη τετράφυλλη ντουλάπα, μία συσκευή κουζίνας, μία συσκευή φούρνου, ένα ψυγείο, ένα ραδιοκασετόφωνο, ένα τζάκι καμινάδας, τέσσερις ξύλινες πόρτες με κάσωμα, πέντε σώματα καλοριφέρ, πέντε συνθετικά κουφώματα αλουμινίου-πόρτες, δέκα εννέα συνθετικά κουφώματα αλουμινίου-παράθυρα, ξύλινο πατάρι, ξύλινη κεραμοσκεπή, είδη ένδυσης, είδη υγιεινής, πλακίδια, καμινάδα τζακιού, έπιπλα, υαλότουβλα, πετροβάμβακας, επιχρίσματα, μία ξύλινη συρταριέρα, μία ξύλινη πέργκολα, πλαστικές υδρορροές, ηλεκτρολογική εγκατάσταση, εσωτερικού ξύλινη επένδυση τύπου 050 στα τοιχώματα, υδραυλική εγκατάσταση και δύο μεταλλικά κρεβάτια, όπως προκύπτει από την επίσημη καταγραφή της πυροσβεστικής υπηρεσίας.
Η έναυση της φωτιάς προκλήθηκε στον πρώτο όροφο της ένδικης διπλοκατοικίας και ειδικότερα, μεταξύ του δαπέδου του πρώτου ορόφου και της σκεπής. Λόγω της δομής των υλικών κατασκευής του κτιρίου, αναπτύχθηκε υψηλό πυροθερμικό φορτίο, με αποτέλεσμα όλο το τμήμα του πρώτου ορόφου να καταρρεύσει, και η φωτιά να επεκταθεί στον ισόγειο χώρο.
Επειδή η καταστροφή του κτιρίου ήταν ολοσχερής, δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθούν ηλεκτρικοί πίνακες και καλωδιώσεις, πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι ο πραγματογνώμονας Ι. Κ. του Μ., που πραγματοποίησε μετά από εντολή που του δόθηκε από το διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κατερίνης, έλεγχο και αυτοψία στον ανωτέρω χώρο που αναφέρθηκε ως πιθανή περιοχή ανάφλεξης διαπίστωσε, ότι δεν υπήρχαν καλωδιώσεις και άλλα ηλεκτρικά φορτία.
Από τα ευρήματα που βρέθηκαν αποδεικνύεται, ότι η φωτιά που έλαβε διαστάσεις πυρκαγιάς, προκλήθηκε από κακή επιλογή του αγωγού καμινάδας και από την μη προσήκουσα και μη ασφαλή μόνωση της, σε συνάρτηση και σε αναφορά με την κατασκευαστική δομή του κτιρίου. Ειδικότερα, χρησιμοποιήθηκε μεταλλικός σωλήνας τύπου inox, μονού τοιχώματος, που μεταφέρει το ενεργειακό του φορτίο πολύ εύκολα σε παρακείμενα υλικά.
Στη θέση του θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί μεταλλικός σωλήνας διπλού τοιχώματος με ενδιάμεση μόνωση. Βρέθηκε τμήμα της• καμινάδας•, το οποίο είχε μονωθεί με πετροβάμβακα πάχους τριών (3) εκατοστών με ενδιάμεση στρώση χαρτιού. Το χαρτί αυτό χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσος συγκολλητικός παράγοντας μεταξύ του πετροβάμβακα και της εξωτερικής στρώσης αλουμινίου.
Το υλικό αυτό αντενδείκνυται για την θερμομόνωση αγωγών και μάλιστα με υψηλό ενεργειακό φορτίο, αλλά προτείνεται για σκοπούς ηχομόνωσης σε τοιχοποιίες και δάπεδα. Από τα τεχνικά χαρακτηριστικά αναφέρεται σαν μέγιστη θερμοκρασία αντοχής οι 250° C, ενώ οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται κατά την ανεξέλεγκτη καύση στο εσωτερικό του τζακιού, αποδίδουν καυσαέρια με πολύ υψηλότερες θερμοκρασίες.
Θα έπρεπε επομένως, δεδομένης της μεγάλης ενεργειακής απόδοσης του συγκεκριμένου τύπου τζακιού, να χρησιμοποιηθούν πλάκες από πετροβάμβακα, με δυνατότητα αντοχής σε καύση έως 700° C. Δηλαδή, έπρεπε να αξιολογηθούν οι τεχνικές προδιαγραφές της καμινάδας και της ενδιάμεσης μόνωσης, σε συνάρτηση με την ενεργειακή απόδοση του συγκεκριμένου τύπου τζακιού, αλλά και του είδους της κατασκευής της διώροφης κατοικίας, στην οποία η τοιχοποιία του ισογείου ορόφου και του πρώτου ορόφου ήταν κατασκευασμένη από ξύλινη επένδυση τύπου osb.
Σωστή αξιολόγηση έπρεπε να καταλήξει στην επιλογή ενισχυμένων υλικών πυροπροστασίας κατά τα ανωτέρω. Για οικονομικούς λόγους ο πρώτος ενάγων ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο μόνο την κατασκευή της καμινάδας, ενώ το τζάκι το αγόρασε από τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία ανέλαβε να το τοποθετήσει στον επιλεγμένο χώρο και να το συνδέσει με την καμινάδα που είχε τοποθετήσει ο πρώτος εναγόμενος.
Ο τελευταίος χρησιμοποίησε για να εφαρμόσει τον πετροβάμβακα επί του αγωγού καυσαερίων, πλαστική κοινή συγκολλητική ταινία, η οποία χρησιμοποιείται για σκοπούς δεματοποίησης χάρτινων κιβωτίων. Η συγκεκριμένη συγκολλητική ταινία όμως είναι αναφλέξιμη και σε χαμηλές θερμοκρασίες.
Συνεπώς, δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί καθόλου και σε κανένα σημείο. Για τους σκοπούς συγκράτησης καθ' ύψος της καμινάδας χρησιμοποιήθηκε κοινό μεταλλικό στήριγμα το οποίο "αγκάλιαζε" τον αγωγό και τον στερέωνε πάνω στην ξύλινη κατασκευή του πατώματος και της οροφής (μαχιές -ξύλινα δοκάρια). Στο σημείο όμως της συγκράτησης του στηρίγματος επί του ξύλινου δαπέδου και της οροφής, δεν μπορούσε-να μονωθεί εξ' ολοκλήρου, λόγω της βίδας συγκράτησης.
Έπρεπε στο σημείο αυτό να επιλεγεί άλλος ασφαλής τρόπος μόνωσης. Στην προκειμένη περίπτωση το σημείο αυτό επενεργούσε σαν θερμογέφυρα επάνω στο ξύλινο δομικό στοιχείο, με αποτέλεσμα την υπερθέρμανση και την δυνατότητα ανάφλεξης του. Καταδεικνύεται συνακόλουθα ότι συνέτρεχε ακαταλληλότητα των ως άνω υλικών που χρησιμοποιήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο, κατασκευαστή της καμινάδας. 0 αγωγός απαγωγής των καυσαερίων βρέθηκε να έχει διαφορετικό χρωματισμό σε διαφορετικά τμήματα της διατομής του, τα οποία προκλήθηκαν από την υπερθέρμανση του κατά την μεταφορά των καυσαερίων προς την έξοδο.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι το συγκεκριμένο τζάκι διέθετε χυτοσιδηρά πόδια, το οποία ήταν χυτή προέκταση του σώματος του τζακιού και εδράζονταν πάνω στο δάπεδο της κατοικίας, που ήταν κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα, αφήνοντας ένα διάκενο ύψους περίπου δεκαπέντε εκατοστών μεταξύ του τζακιού και του δαπέδου.
Στο σημείο αυτό τοποθετήθηκε μία σειρά από οπτόλινθους (τούβλα), τα οποία εξυπηρετούσαν καθαρά διακοσμητικούς σκοπούς και όχι λειτουργικούς του τζακιού. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί μετατόπιση ή καθίζηση του τζακιού εξαιτίας του βάρους του ή των διακοσμητικών οπτόπλινθων και συνεπώς ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός που προβάλλεται από τον πρώτο εναγόμενο αποδεικνύεται ουσία αβάσιμος.
Το τζάκι συνδέθηκε με την καπνοδόχο με καπναγωγό- σπιράλ, ο οποίος πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις ασφαλείας για την συγκεκριμένη σύνδεση λειτουργίας έως και τους 600° C. Στον πρώτο όροφο της ένδικης κατοικίας αναπτύχθηκε έντονο πυροθερμικό φορτίο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει, ότι η έναυση της φωτιάς, προκλήθηκε μεταξύ του δαπέδου του πρώτου ορόφου και της οροφής.
Το ύψος του τζακιού από το πάτωμα ήταν περίπου ένα μέτρο και σαράντα εκατοστά του μέτρου (1,40 μ.) και το μήκος του καπναγωγού σπιράλ ήταν περίπου σαράντα εκατοστά του μέτρου (0,40 μ.). Αρχικά ο πρώτος εναγόμενος είχε αφήσει εκτός τοίχου τμήμα του καπναγωγού σπιράλ μήκους 70 εκατοστών, που κόπηκε από τους υπαλλήλους της δεύτερης εναγόμενης, οι οποίοι έκαναν την τοποθέτηση του τζακιού και τη σύνδεσή του με τον καπναγωγό, στο ανωτέρω μήκος, λόγω του σημείου που υποδείχθηκε από τους ιδιοκτήτες της κατοικίας για την οριστική θέση του τζακιού επί του δαπέδου.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η καπνοδόχος ήταν μήκους τουλάχιστον ενός (1) μέτρου σε ευθύγραμο τμήμα του χώρου του ισογείου ορόφου. Επειδή όμως δεν κατέληγε ευθύγραμμα στο τζάκι, αλλά κατέβαινε υπό κλίση, για το λόγο αυτό το τμήμα αυτό ήταν τόσο μεγάλο. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα γεγονότα δεν αποτέλεσε σημείο έναυσης της φωτιάς το σημείο ένωσης της καπνοδόχου - σπιράλ με τον καπναγωγό.
Αποδεικνύεται ακόμη, ότι η δεύτερη εναγόμενη είχε επιστήσει την προσοχή των ιδιοκτητών της ένδικης κατοικίας, στο θέμα της κατασκευής της καμινάδας. Ειδικότερα, κατά την επίσκεψη του πρώτου ενάγοντος στο κατάστημα της, του είχε γίνει η επισήμανση από τον τρίτο εναγόμενο, την ημέρα της παραγγελίας του τζακιού, ότι έπρεπε να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της κατασκευής της καμινάδας, ενόψει του ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει ενεργειακό τζάκι, ενώ του επιστήθηκε η προσοχή αναφορικά με τη σωστή κατασκευή της καμινάδας, αλλά και της αναγκαιότητας να χρησιμοποιηθεί• πετροβάμβακας πάχους 10 εκατοστών, για να σωστή και ασφαλή μόνωση της καμινάδας, στην περίπτωση που περνούσε κοντά από ξύλα.
Εξάλλου, οι υπάλληλοι του συνεργείου της δεύτερης εναγομένης δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τι είδους κατασκευή είχε πραγματοποιήσει ο πρώτος εναγόμενος και τι μονωτικά υλικά είχε χρησιμοποιήσει, δεδομένου ότι δεν είχαν οπτική επαφή με το αντικείμενο, παρά μόνο με το τμήμα του καπναγωγού που εισερχόταν υπό κλίση εντός του ισογείου ορόφου.
Με βάση τα πλήρως ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα η ένδικη πυρκαγιά δεν οφείλεται σε αμέλεια της δεύτερης εναγόμενης. Για το λόγο αυτό η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αλλά και ως προς τον τρίτο και τον τέταρτο από τους εναγομένους, που δεν φέρουν καμία αδικοπρακτική ευθύνη, ούτε λόγω της ιδιότητας τους ως ομορρύθμων μελών της δεύτερης εναγομένης, ούτε για κανένα άλλο λόγο ατομικά, δεκτών γενομένων των σχετικών προβληθέντων ισχυρισμών τους, απορριπτόμενου δε του περί του αντιθέτου προβληθέντος ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου ως ουσία αβασίμου.
Αντίθετα, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αιτία της πυρκαγιάς αποτέλεσαν οι πιο πάνω πλημμέλειες του πρώτου εναγομένου, που είναι ο κατασκευαστής της καπνοδόχου -καμινάδας του τζακιού ο οποίος δεν χρησιμοποίησε την κατάλληλη για τη συγκεκριμένη κατοικία καπνοδόχο, ούτε την μόνωσε με ασφαλή τρόπο κατά τα ανωτέρω.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η καπνοδόχος - καμινάδα που επέλεξε πληροί τις προδιαγραφές ασφαλούς λειτουργίας για άλλους τύπους τζακιού και για οικίες που δεν είναι κατασκευασμένες από ξύλο. Δεν ήταν όμως ασφαλής με βάση τις προδιαγραφές της για τη συγκεκριμένη κατοικία που σε μεγάλο μέρος της ήταν κατασκευασμένη από ξύλο.
Έπρεπε επομένως να επιλέξει άλλη καμινάδα, ήτοι μεταλλικό σωλήνα διπλού τοιχώματος με ενδιάμεση μόνωση και ακολούθως να προβεί σε μόνωση της με ασφαλή τρόπο και με τα κατάλληλα υλικά που αναφέρονται πιο πάνω και όχι να χρησιμοποιήσει τα ακατάλληλα υλικά που βρέθηκαν από τον πραγματογνώμονα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κατερίνης.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε μετά την αποχώρηση του πρώτου ενάγοντος από την κατοικία. Με δεδομένο ότι η ένταση της φωτιάς, έβαινε μειουμένη λόγω μη τροφοδοσίας με καύσιμο υλικό, η φωτιά εκδηλώθηκε στην αρχή λόγω μετάδοσης του πυροθερμικού φορτίου στην ξύλινη επένδυση της κατοικίας, μετά από διαφυγή της από την καμινάδα και την πλημμελή μόνωση της, και ακολούθως έλαβε διαστάσεις πυρκαγιάς.
Αυτός είναι και ο λόγος που περί ώρα 02:43' ο ανωτέρω αυτόπτης μάρτυρας είδε από απόσταση 2-3 χιλιομέτρων φλόγα στο σημείο όπου καιγόταν ήδη η ένδικη διώροφη κατοικία. Ο πρώτος εναγόμενος αρνείται ότι τον βαρύνει οιαδήποτε υπαιτιότητα και ότι η πυρκαγιά μπορεί να προήλθε από την καμινάδα, ακόμη και από το τζάκι, και την αποδίδει ευθέως στις καλωδιώσεις και στον ηλεκτρολογικό πίνακα, με το επιχείρημα ότι καταστράφηκαν εντελώς.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι το πυροθερμικό φορτίο που εκδηλώθηκε στον πρώτο όροφο και στη σκεπή ήταν τόσο υψηλό, που έλιωσε όλες τις καλωδιώσεις, η δε φωτιά ξεκίνησε όπως προαναφέρθηκε μεταξύ του δαπέδου του πρώτου ορόφου και της οροφής της κατοικίας. Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους ο πρώτος εναγόμενος είναι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης της ένδικης πυρκαγιάς.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο για την πρόκληση της ένδικης πυρκαγιάς τον πρώτο εναγόμενο, δεν έσφαλε, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, τόσο ο πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόντων, ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι υπαιτιότητα για την πυρκαγιά έχουν εκτός από τον πρώτο εναγόμενο, και οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, όσο και ο δεύτερος λόγος της έφεσης του πρώτου εναγομένου με τον οποίο αρνείται την υπαιτιότητά του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές και όχι μόνο εκείνες, τις οποίες αποσπασματικά επικαλείται ο αναιρεσείων, σχετικά με την αιτία και την πηγή - εστία της προκληθείσας στη διπλοκατοικία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων πυρκαγιάς, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, την οποία άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων εξειδικεύει με την παράθεση του φερόμενου ως παραβιασθέντος κανόνα δικαίου, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά μη επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και της συνδρομής όλων των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για την ευθύνη του στην περιγραφόμενη σε αυτή αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).
Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ. ΑΠ 15/2000).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556§2, 570§1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 621/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησής του υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια της επιδίκασης μη ζητηθέντος αιτήματος για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την συμπροσβαλλόμενη διορθωτική απόφαση αυτής, έκρινε δεκτό το αίτημα προσωπικής κράτησης σε βάρος του, παρά τις σαφείς αντιρρήσεις στην έφεσή του, αφού τέτοιο αίτημα δεν υφίσταται ούτε είχε διατυπωθεί στο αιτητικό της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Από την επισκόπηση όμως της από 6-11-2012 (αρ. κατ. 118/2012) έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 154/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο, δεχόμενο το ως άνω παρεπόμενο αίτημα προσωπικής κράτησης λόγω, της περαγραφόμενης αδικοπραξίας του και ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκκαλουμένης απόφασης, απήγγειλε σε βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών, προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν είχε διατυπώσει σε αυτή τέτοιο παράπονο, δηλαδή ότι στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν υπήρχε, ούτε είχε διατυπωθεί αίτημα προσωπικής κράτησης του στο αιτητικό της. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός, προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008).
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη, ενώ κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν θεωρούνται ως πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις (ΑΠ 259/2007).
Κατά συνέπεια, εφόσον προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014, 1457/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιόν του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας, προσκομισθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας), σχημάτισε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, αξιολογώντας αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο αναφερόμενο σε αυτή αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχτηκε, παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), αβασίμως προβάλλλεται.
Επίσης, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, οι οποίες περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο έως τρίτο) λόγους αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι. Κατόπιν, τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει από 29.5.2016 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 παρ. 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το καταχωριζόμενο στα πρακτικά σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20.6.2016 και 29.5.2016 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση, της 1261/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 115/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ. Σ. στην από 20.6.2016 αίτηση αναίρεσης.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20.6.2016 αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ. Σ..
Απορρίπτει την από 20.6.2016 αίτηση για αναίρεση της 1261/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 115/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή το παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της από 20.6.2016 αίτησής τους, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της από 20.6.2016 αίτησης στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 29.5.2016 αίτηση για αναίρεση της 1261/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 115/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της από 29.5.2016 αίτησή του, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της από 29.5.2016 αίτησης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ