Legislator Case Law & Legislation
1169/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding late document submission and irrelevance of evidence.

Case Number 1169/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting a retrial application. The appellant argued that new documents were withheld by force majeure, but the court found she could have easily obtained them from her relatives. Furthermore, the court ruled that the documents were not critical to the case's diagnosis, making the appeal arguments inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 544(7), 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court may reject a retrial application where the appellant failed to prove force majeure for late submission and the documents were not critical to the case.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure retrial application force majeure critical documents inadmissible appeal procedural dismissal irrelevant evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 135(1) of the Code of Civil Procedure
Article 134(1) of the Code of Civil Procedure
Article 136 of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 544(7) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 721/201
Supreme Court Case 1774/2011
Supreme Court Case 406/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1169 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1169/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Α. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία εδρεύει στον ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1895/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8993/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναψηλάφιση της απόφασης αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 18-12-2009 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 3574/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 31-10-2016. έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα προσκομιζόμενα από την αναιρείουσα έγγραφα και συγκεκριμένα: α) την υπ’ αριθμ. ...16-5-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Μ., β) την από 15-5-2016 βεβαίωση της ιδίας και τα υπ’ αριθμ. .../25-5-2016 και .../25-5-2016 φύλλα των εφημερίδων "..." αντιστοίχως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ’ αυτήν έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 135 παρ. 1, 134 παρ.1, 136 και 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 Κ.Πο.λ.Δ, "αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου λόγου αναψηλαφήσεως πρέπει, μεταξύ των άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, υπό την έννοια ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, εις τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να είναι διαφορετική υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και ο αιτών να αγνοούσε την ύπαρξή του ή την κατοχή του από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά την διάρκεια της δίκης.

Ως κρίσιμο έγγραφο κατά την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, δεν θεωρείται το έγγραφο εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή εγγράφου αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα δε αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, κατά τα ανωτέρω, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την αίτηση αναψηλαφήσεως δικαστηρίου, η οποία, ως αναγομένη σε πραγματικό γεγονός δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης ανωτέρα βία, η περί της οποίας κρίση, ως αορίστου νομικής εννοίας από το ουσιαστικό δίκαιο, ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1685/2014, 224/2013), είναι κάθε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί, ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της υπάρξεως κρισίμων εγγράφων, όπως στην περίπτωση κατοχής αυτών από ιδιώτη, χωρίς καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο, η οποία (άγνοια) έχει ως αναγκαία συνέπεια και την αδυναμία εγκαίρου προσκομίσεώς των στη δίκη, αλλά και όταν υπάρχει αδυναμία προσκομίσεως τούτων, επειδή την δυνατότητα αυτή έχουν βάσει νόμου που προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα, τρίτα μόνο πρόσωπα. (Α.Π.721/2014, 474/11,1774/11).

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από την διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και προς εκείνη του με αριθμό 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο , αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π.204/2014, 862/2011).

Περαιτέρω, η κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. παράβαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνος δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως.

Έτσι με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 10/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής:"Με την απόφαση 1895/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αιτούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η αίτηση εταιρεία ποσό 22.000 ευρώ ως οφειλόμενο από σύμβαση δανείου που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους με το από 28-3-2002 έγγραφο.

Η αιτούσα προσέβαλε με έφεση την απόφαση αυτή, αρνούμενη μεταξύ άλλων την κατάρτιση της σύμβασης δανείου και προβάλλοντας τους ισχυρισμούς: α) ότι η σύμβαση δανείου ήταν εικονική και β) ότι το έγγραφο συμφωνητικό υπογράφηκε προς κάλυψη εγγύησης που παρείχε η ίδια ως προς την πληρωμή των ακολούθων, τεσσάρων επιταγών, με αριθμούς: 1) ...

της ... τράπεζας, εκδόσεως του αδελφού της Ε. Α., στις 30-4-2002, ποσού 4.108,58 ευρώ, 2)... της ... Τράπεζας, εκδόσεως του αδελφού της Ε. Α. στις 28-5-2002, ποσού 7.630,22 ευρώ, 3) ... της ... τράπεζας, εκδόσεως της μητέρας της Λ. Α. στις 30- 5-2002, ποσού 4.989 ευρώ και 4) ... της ... τράπεζας, εκδόσεως της μητέρας της Λ. Α. στις 30-5-2002, ποσού 6.603 ευρώ.

Ισχυρίσθηκε επίσης ότι οι επιταγές αυτές ήταν ευκολίας και ανταλλάχθηκαν από τον αδελφό της με ισόποσες επιταγές εκδόσεως της καθ’ ης και των εταίρων της, η καταβολή δε από την ίδια του ποσού του δήθεν δανείου, το οποίο ποτέ δεν έλαβε, εξαρτήθηκε, κατόπιν ρητής διαβεβαίωσης της καθ’ ης, από δύο όρους, αφενός από την μη πληρωμή των πιο πάνω επιταγών από τον αδελφό και την μητέρα της και αφετέρου από την πληρωμή από την καθ’ ης των αντίστοιχων επιταγών εκδόσεως της ιδίας και των εταίρων της που είχε παραδώσει στον αδελφό της.

Η έφεση της καθ’ ης απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλομένη απόφαση 8993/2006 του Δικαστηρίου τούτου που δημοσιεύθηκε στις 20-12-2006. Ειδικότερα απορρίφθηκε η ένσταση περί εικονικότητας της σύμβασης ως απαραδέκτως το πρώτον προβληθείσα στην κατ’ έφεση δίκη και ως προς το δεύτερο ισχυρισμό, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση δανείου, τα χρήματα όμως του δανείου δεν καταβλήθηκαν στην αιτούσα, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, αλλά καταβλήθηκαν στους νόμιμους κομιστές των πιο πάνω επιταγών των συγγενών της προς εξόφληση αυτών και ότι παρά την εξόφληση τους από την καθ’ ης, η αιτούσα δεν επέστρεψε το ποσό του δανείου, δεχόμενο τον ισχυρισμό της περί ανταλλαγής των επιταγών μεταξύ του αδελφού της και της καθ’ ης, όχι όμως και τους δύο όρους καταβολής από την ίδια του δανείου, αλλά μόνο τον ένα από αυτούς (η αιτούσα ισχυρίζεται με την αίτηση ότι την συμφωνία περί καταβολής του δανείου σε τρίτα πρόσωπα δεν είχε προβάλει κανένας διάδικος).

Προς απόδειξη των δύο όρων προς απόδοση του δανείου υπό τους οποίους καταρτίσθηκε η σύμβαση και είχε επικαλεστεί η αιτούσα, οι οποίοι κατά τον ισχυρισμό της δεν συνέτρεχαν ώστε να υποχρεούται στην απόδοση του ποσού του δανείου, αφού ναι μεν οι επιταγές εκδόσεως των συγγενών της δεν πληρώθηκαν από τους συγγενείς της, όμως δεν προέκυπτε ότι είχαν πληρωθεί από την καθ’ ης και οι επιταγές εκδόσεως αυτής και των εταίρων της που είχε ανταλλάξει με τους συγγενείς της, η αιτούσα επικαλέστηκε με τις από 3-11-2005 προτάσεις της κατά την συζήτηση της έφεσης και προσκόμισε, μεταξύ των άλλων και την .../2005 ένορκη βεβαίωση του κατά ανωτέρω αδελφού της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος βεβαίωνε τους ισχυρισμούς της αυτούς περί μη πληρωμής των επιταγών που ανταλλάχθηκαν εκατέρωθεν.

Προς ενίσχυση δε της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα αλλά και προς αντίκρουση των αρνητικών της καθ’ ης ισχυρισμών επικαλέστηκε με την προσθήκη των προτάσεών της και προσκόμισε τις από 19-3-2004 και 4-6-2004 βεβαιώσεις της εταιρείας ... ΑΕ τις οποίες της παρέδωσαν οι συγγενείς της, από τις οποίες αποδεικνύεται εγγράφως η έκδοση και η σφράγιση των επιταγών ..., ...-1, ...

και ... "(με όλα τα παραπάνω στοιχεία αριθμού, αξίας και ημερομηνίας εκδόσεως και σφραγίσεως)", όπως ακριβώς αναγράφεται στις πιο πάνω προτάσεις της. Ήδη ως νέο κρίσιμο έγγραφο η ύπαρξη του οποίου θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση σε διαφορετική κρίση αν είχε τεθεί υπόψη του, προσκομίζονται οι με αριθμούς .../3-11-2009 νεώτερες βεβαιώσεις της ...

ΑΕ που εκδόθηκαν με αιτήσεις του αδελφού και της μητέρας της. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει η σφράγιση των προαναφερομένων τεσσάρων επιταγών και ότι κομίστρια αυτών ήταν η καθ’ ης, ενώ το τελευταίο στοιχείο, του ποιος δηλαδή ήταν νόμιμος κομιστής δεν γνώριζε η αιτούσα και το πρώτον πληροφορήθηκε με τα συγκεκριμένα έγγραφα.

Πλην όμως τα έγγραφα αυτά που αποδεικνύουν την μη πληρωμή των επιταγών, γεγονός που μπορούσε να αποδειχθεί και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στην δίκη εκείνη, και αν ήθελε κριθεί ότι είναι κρίσιμα για την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την κατάρτιση ή μη του δανείου και την ύπαρξη ή μη όρων ως προς την καταβολή του ποσού που αυτό αφορά, δεν είναι νέο, κατά την έννοια που αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη.

Δεν είναι δηλαδή έγγραφο το οποίο υπήρχε μεν κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης από το οποίο αποδεικνύεται αμέσως ο ισχυρισμός της προς αντίκρουση της αγωγής ούτε υπήρχε ανώτερη βία μη προσκομίσεως αυτού επειδή, είτε ανυπαιτίως αγνοούσε την ύπαρξή του κατά την διάρκεια της δίκης και έλαβε γνώση αυτού το πρώτον με την παράδοση των ως άνω βεβαιώσεων , είτε δεν είχε δυνατότητα να το λάβει ενωρίτερα εφόσον η συντάξασα αυτό εταιρεία το χορηγεί βάσει νόμου μόνο στα πρόσωπα στα οποία αφορά και ειδικότερα στον αδελφό και τη μητέρα και όχι σε τρίτα πρόσωπα, όπως η ίδια .

Πλην όμως , ήδη κατά τη συζήτηση της έφεσης , στις 16-11-2006 , η αιτούσα γνώριζε από τους συγγενείς της τόσο την μη πληρωμή από αυτούς των επιταγών, γεγονός που βεβαιώνεται και στην προσκομισθείσα από αυτή ένορκη βεβαίωση, αλλά και το γεγονός ότι αυτές δεν είχαν πληρωθεί ούτε από την καθ’ ης σε οποιονδήποτε τυχόν άλλο κομιστή τους, εφόσον αυτές είχαν σφραγισθεί ως ακάλυπτες και είχαν καταχωρηθεί ως τέτοιες από την ...

ΑΕ, όπως προέκυπτε από τις προσκομισθείσες από την ίδια βεβαιώσεις της εταιρείας αυτής που είχαν συνταχθεί σχεδόν προ διετίας από την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της έφεσης, ήτοι στις 19-3-04 και 4-6-04. Το γεγονός ότι στις βεβαιώσεις αυτές δεν αναφέρεται και το όνομα του νόμιμου κομιστή, όπως αναφέρεται στις βεβαιώσεις που τώρα προσκομίζει, δεν μεταβάλλει τα πράγματα αφού σημασία μπορεί να έχει η μη πληρωμή και η σφράγιση των επιταγών ως ακάλυπτων και όχι αν υπήρξε η καθ’ ης (τελευταία) νόμιμη κομίστριά τους.

Σε κάθε δε περίπτωση, δεν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας για την μη προσκόμιση των βεβαιώσεων αυτών που να αναγράφουν και τα ονόματα των νόμιμων κομιστών, δηλαδή γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο που δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, εφόσον ναι μεν η ίδια δεν μπορούσε να λάβει τις βεβαιώσεις αυτές από την ...

ΑΕ, αυτές όμως λήφθηκαν από τους συγγενείς της στους οποίους αφορούσαν τα δεδομένα που αυτές πιστοποιούσαν, κατόπιν δικού της αιτήματος προς αυτούς, δύο μάλιστα φορές, ήτοι για να χρησιμοποιηθούν στην συζήτηση της έφεσης και για να ασκηθεί η κρινόμενη αίτηση και είχε δυνατότητα να καταστήσει σαφές το προς αυτούς αίτημα ώστε να περιλαμβάνονται στις βεβαιώσεις όλα τα στοιχεία που κατ’ αυτή είναι κρίσιμα για την υπόθεση..".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ήχθη στην απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβασίμου της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση αφ’ ενός μεν στο ότι τα επίμαχα έγγραφα (οι .../3-11-2009 βεβαιώσεις της ... ΑΕ) ,δεν ήταν νέα και κρίσιμα, κατά την έννοια του άρθρου 544 αριθμ.7 Κ.Πολ.Δ., έγγραφα, αφ’ ετέρου δε στο ότι δεν συνέτρεξε ανωτέρα βία για την μη επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων τούτων από την αιτούσα στην προηγηθείσα δίκη, δηλαδή γεγονός τυχηρό και απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως, καθόσον ναι μεν η ίδια δεν μπορούσε να λάβει απ’ ευθείας τις επίμαχες βεβαιώσεις από την εταιρεία "...

ΑΕ", αυτές όμως μπορούσαν ευχερώς να ληφθούν και ελήφθησαν άλλωστε από την μητέρα της και τον αδελφό της, τους οποίους αφορούσαν τα πιστοποιούμενα δι’ αυτών γεγονότα, μετά από δικό της αίτημα προς αυτούς, και μάλιστα δύο φορές, ήτοι για να χρησιμοποιηθούν κατά την συζήτηση της εφέσεως και για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναψηλαφήσεως, είχε δε την δυνατότητα να ζητήσει να περιληφθούν στις βεβαιώσεις αυτές όλα τα στοιχεία που ήταν κατ’ αυτήν , κρίσιμα για την διάγνωση της ενδίκου διαφοράς.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 544 αριθμ. 7 του Κ.Πολ.Δ. ως προς την εκ του ουσιαστικού δικαίου νομική έννοια της ανωτέρας βίας ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς δηλονότι ή αντιφατικές αιτιολογίες και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ως προς την, περί της ρηθείσης νομικής εννοίας, κρίση του Εφετείου τυγχάνει αβάσιμος.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή της μιας εξ αυτών δεν τελεσφορεί, οι αφορώντες τις λοιπές αιτιολογίες λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Α.Π. 721/201, 1774/2011, 406/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως προεξετέθη, απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση στις επάλληλες αιτιολογίες ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας για την μη έγκαιρη προσκομιδή των επίμαχων εγγράφων και ότι τα έγγραφα αυτά δεν ήταν κρίσιμα για τη διάγνωση της διαφοράς.

Επομένως, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη των αιτιάσεων του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που αφορούσαν την ανωτέρα βία, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το πρώτο μέρος του ιδίου αναιρετικού λόγου, υπό την επίκληση του αριθμού 14 και επικουρικώς του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , πράγματι όμως του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, και αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, τυγχάνουν αλυσιτελείς.

Επιπροσθέτως δε ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά τις αντίστοιχες αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου ότι τα περί ων ο λόγος έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα για την διάγνωση της διαφοράς, η οποία απορρέει από την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και είναι ως εκ τούτου αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος της ηττωμένης αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2015 αίτηση της Γ. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3574/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στη Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 31η Ιανουαρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στα ακροατήριο του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ