Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law and specify facts ignored by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding marital property participation. The appellant argued procedural errors and ignored facts but failed to cite specific substantive laws or identify the exact claims disregarded by the lower court. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the necessary legal foundation and factual specificity required for admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the substantive law provision allegedly violated and the exact factual claims ignored by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1169/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χλωρό.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζύγου Μ. Κ. το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Δενέζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2785/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 992/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 ν.1329/1983, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Στην αγωγή του δικαιούχου και στη σχετική απόφαση είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.
υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Εξάλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ.
τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π.156/2011, Α.Π.438/2007). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη (Α.Π.1729/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α, 19 και 14 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες και ειδικότερα ότι, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1400 Α.Κ., με ανεπαρκείς αιτιολογίες και παρά το νόμο μη κηρύσσοντας απαράδεκτο, απέρριψε τους πρωτοδίκως και κατ' έφεση προταθέντες για την αντίκρουση της ανταγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς του περί αοριστίας της ανταγωγής και περί μηδενικής συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αφού:
α) και η ίδια η μητέρα της αναιρεσίβλητης που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ότι αυτή αυτή ουδέποτε εργάσθηκε και ότι έκανε στην οικία τους "τις συνήθεις εργασίες που κάνει κάποια νοικοκυρά στο σπίτι της", β) το οικονομικό του όφελος από τη διαμονή του στην οικία της αναιρεσίβλητης δεν επιμερίσθηκε με βάση τον αριθμό των προσώπων που κατοικούσαν σ' αυτό και γ) η αναιρεσίβλητη δεν προσδιόρισε πότε και με ποιο τρόπο η προσφορά της με την παροχή οικιακών εργασιών υπερέβαινε το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση προς συνεισφορά μέτρο.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αναφερόμενες με το στοιχείο α αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του διότι αυτές αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αναφερόμενες με τα στοιχεία β και γ αιτιάσεις, είναι αλυσιτελής και συνεπώς απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ανταγωγή της αναιρεσίβλητης μόνο κατά το τεκμαρτό ποσοστό συμμετοχής της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος (1/3) και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατά το επικληθέν ποσοστό πέραν του τεκμαρτού, με αποτέλεσμα να μην έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή το αν περιέχονταν στην ανταγωγή τα φερόμενα με αυτές ως ελλείποντα στοιχεία και να μη συνιστά έλλειψη της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως το γεγονός ότι δεν περιέχονταν στις παραδοχές της τα στοιχεία αυτά.
Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος κατά το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. κατά την απόρριψη του ισχυρισμού του περί αοριστίας της ανταγωγής, και για τον επί πλέον λόγο ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή (και εν προκειμένω η ανταγωγή) κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη.
Τέλος, κατά την ανακεφαλαίωση των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, συμπληρώνοντας τον πιο πάνω (πρώτο) λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια ότι απέρριψε τους ισχυρισμούς του περί αοριστίας της ανταγωγής της αναιρεσίβλητης και περί μηδενικής συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό για τη θεμελίωσή του.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π.295/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι το διαμέρισμα που αγόρασε η αναιρεσίβλητη διαρκούντος του γάμου τους αποκτήθηκε με χρήματα από την εργασία του και ειδικότερα:
α) την από 10-2-2000 υπεύθυνη δήλωση της αναιρεσίβλητης και ιδιόχειρο σημείωμά της, β) την 155/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την από 22-10-2007 δήλωση κατασχέσεως, γ) τη 262/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δ) τον από 9-11-2010 πίνακα θαλάσσιας υπηρεσίας, ε) το από Οκτωβρίου 2009 σημείωμα συντάξεως ΝΑΤ του πατέρα της αναιρεσίβλητης, και στ) την από 16-12-2009 μήνυσή του κατά του Α.
Π. και της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ.) είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 Κ.Πολ.Δ.)" σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση (αν και έγινε ειδική μνεία και αξιολόγηση του εγγράφου που αναφέρεται πιο πάνω με το στοιχείο α).
Από την προναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π.1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π.861/1984).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π.41/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, για τη θεμελίωσή τους δε επικαλείται τα εξής: Ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδεται βαρύνουσα σημασία στις αποδοχές του πατέρα της αναιρεσίβλητης ως πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, αν και αυτός είχε συνταξιοδοτηθεί από το 1985, καθώς και στις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη αποδείξεις αναλήψεως από αυτόν διαφόρων χρηματικών ποσών (οι οποίες έγιναν για άλλη άγνωστη στον ίδιο [τον αναιρεσείοντα] αιτία και όχι προς εξόφληση του τιμήματος του διαμερίσματος), χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς η κρίση αυτή.
Ότι ειδικότερα το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του θεώρησε ως αληθή την ένορκη βεβαίωση του πατέρα της αναιρεσίβλητης και την κατάθεση της μητέρας της, χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς γιατί αυτές ελήφθησαν ιδιαιτέρως υπόψη, δεδομένου ότι ως γονείς της ήταν επόμενο να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της και αναλόγως έπρεπε να εκτιμηθούν οι καταθέσεις τους.
Ότι το εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό της μάρτυρος μητέρας της αναιρεσίβλητης πως το διαμέρισμα αγοράσθηκε με χρήματα του πατέρα της, παρά την υποβληθείσα μήνυση σε βάρος του πατέρα της αναιρεσίβλητης και παρά το ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με σωρεία τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του.
Ότι για τους εκτιθέμενους λόγους το εφετείο έπρεπε να πεισθεί ότι η κατάθεση της μητέρας της αναιρεσίβλητης ήταν μεροληπτική και ότι γι' αυτό όφειλε να μην την λάβει υπόψη, άλλως να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί προσέδωσε σ' αυτήν αυξημένη αποδεικτική ισχύ. Ότι το εφετείο αναιτιολογητα θεώρησε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί αγοράς του διαμερίσματος δια χρημάτων του πατέρα της ως αληθή, αν και δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε το ποσό των αποδοχών του τελευταίου ούτε ότι αυτός συνταξιοδοτήθηκε το έτος 1985 ούτε ότι ήταν υποχρεωμένος να συντηρεί και την άλλη θυγατέρα του που σπούδαζε ιατρική στο εξωτερικό.
Ότι η αοριστία και η αντιφατικότητα της κρίσεως του εφετείου προκύπτει και από το γεγονός ότι αφενός μεν έκρινε ότι ο πατέρας της αναιρεσίβλητης ως πλοίαρχος είχε υψηλές αποδοχές και για το λόγο αυτό δικαιολογείται η αγορά του διαμερίσματος με χρήματά του, αφετέρου δε ότι ο ίδιος (ο αναιρεσείων) ως μηχανικός, που κέρδιζε το ίδιο και υψηλότερο ποσό, δεν ήταν σε θέση να προβεί δια χρημάτων του στην αγορά του διαμερίσματος.
Ότι το εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και ορισμένως για ποιο λόγο, αν και αναγνώρισε τα υψηλά του εισοδήματα από τις αναφερόμενες πηγές και την αεργία της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του γάμου τους, εν τούτοις διέγνωσε ότι αυτός δεν είχε επαρκή εισοδήματα προκειμένου να προβεί στην αγορά του διαμερίσματος και είχε δήθεν ανάγκη από την προς τούτο υποστήριξη της αναιρεσίβλητης και του πατέρα της, που είχε χαμηλότερο μισθό.
Ότι το εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς και γιατί περιόρισε το ποσοστό του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης στο 1/3, αν και δέχθηκε ότι αυτός απασχολούνταν ως μηχανικός σε χημικά πλοία και εισέπραττε υψηλές μηνιαίες αποδοχές (δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του). Ότι το εφετείο εκτίμησε και ερμήνευσε εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη υπέγραψε την από 10-2-2000 υπεύθυνη δήλωσή της επειδή δήθεν ο ίδιος (ο αναιρεσείων) αντιμετώπιζε προβλήματα με τη Γ ΔΟΥ Πειραιώς.
Ότι το εφετείο χρησιμοποίησε το ανωτέρω επιχείρημα παρά το ότι δεν είχε διατυπωθεί από την ίδια την αναιρεσίβλητη, όλα αυτά δε χωρίς τούτο να αιτιολογείται επαρκώς και χωρίς να προκύπτει πώς η υπογραφή της υπεύθυνης δηλώσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με δήθεν οικονομικά του προβλήματα.
Ότι το εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αποφάσισε ότι η από 17-1-2000 δήλωση φόρου δωρεάς προς την αναιρεσίβλητη δεν δικαιολογείται αν το διαμέρισμα αγοράσθηκε εξ ολοκλήρου με χρήματά του. Ότι το εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο η ανωτέρω δήλωση δωρεάς ποσού προς την αναιρεσίβλητη αποδεικνύει ότι το διαμέρισμα δεν αγοράσθηκε με χρήματά του (τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του).
Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι διότι με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου, ενώ οι λοιπές προβαλλόμενες για τη θεμελίωση τους ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλομένης ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δηλαδή με αυτές δεν πλήττεται η κρίση του εφετείου ως προς το τι αποδείχθηκε αλλά ως προς το γιατί αυτό αποδείχθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π.20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει κατά λέξη ότι: "Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, παρά το Νόμο και τους κανόνες των δικαιοπραξιών, εκτίμησε και ερμήνευσε εσφαλμένα ότι η σύζυγός μου υπέγραψε την από 10/2/2000 υπεύθυνη δήλωσή της επειδή δήθεν αντιμετώπιζα προβλήματα με την Γ' ΔΟΥ Πειραιά".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που κατ' αυτόν παραβιάστηκαν από το δικαστήριο της ουσίας ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών αλλά, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π.25/2003).
Εν προκειμένω κατά την ανακεφαλαίωση των λόγων αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κατά λέξη και τα εξής: "Επειδή εσφαλμένως το Εφετείο Πειραιά δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν από μένα και επιβεβαιώθηκαν από μάρτυρες, έχουν δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο πιο πάνω ισχυρισμός, εκτιμώμενος ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή του δεν επικαλείται ποιοι είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του που προτάθηκαν και δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2014 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της 992/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 7 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ