Supreme Court dismisses appeal on property dispute where lower court accepted evidence without proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred by accepting the intervener's claim of ownership over part of the land without sufficient evidence, while the intervener contended the court properly evaluated witness testimonies and expert reports. The court rejected these claims, ruling that the lower court did rely on specific evidentiary materials and thus did not commit the procedural errors alleged in the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 K.P.D.; Art. 559 para. 10 K.P.D.; Art. 559 para. 17 K.P.D.: An appeal is admissible only if the court considered matters not proposed or failed to consider proposed matters with significant impact; it is inadmissible if the lower court based its decision on evidence presented and evaluated without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1169/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σχινά.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βενετία Παπαχρήστου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την από 31-8-1999 κύρια παρέμβαση και με την από 5-2-2005 παρεμπίπτουσα κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6280/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 24-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε, κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.AΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/199).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ή πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρο 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εδέχθη την ύπαρξη δύο τμημάτων της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως, ήτοι του δυτικού, επί του οποίου ανεγνώρισε ως κύριο τον ενάγοντα αναιρεσείοντα, και του ανατολικού, επί του οποίου ανεγνώρισε ως κύριο τον κυρίως παρεμβάντα αναιρεσίβλητο, ο οποίος δια της κυρίας παρεμβάσεως του εζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος και των δύο αυτών τμημάτων, ήτοι επί του όλου, ενιαίου, ακινήτου. Η παραδοχή, όμως, αυτή του Εφετείου, συναρτωμένη προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία συνήγαγε την κρίση, ότι ο αναιρεσείων είναι κύριος μόνο μέρους της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως, ήτοι του δυτικού τμήματος, δεν αναφέρεται σε "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά σε ισχυρισμό που εντάσσεται στην γενικότερα άρνηση της αγωγής του αναιρεσείοντος από τον κυρίως παρεμβάντα, ο οποίος αντιποιήθηκε το αντικείμενο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι αποκλειστικά κύριος του όλου επιδίκου ακινήτου. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
II. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, και ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει .όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αρ. .../22-1-1975 πωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Ύδρας Μαρίας Κοττομάτη-Καλογιάννη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας, στον τόμο 43 και με αρ. ..., στον ενάγοντα περιήλθε πωλήσεως ένεκα από την μητέρα του Κ.
συζ. Ε. Κ. η κυριότητα ενός ακινήτου, ειδικότερα δε ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην ενορία του Ιερού ναού Αγ. Ελευθερίου, στη θέση "Κιάφα" της νήσου Ύδρας, εκτάσεως (κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως) 165 τ.μ, που συνορεύει κατά τα αναφερόμενα σ' αυτόν "ανατολικώς με οικόπεδο αγνώστου, δυτικώς με περιβόλων αγνώστου, αρκτικώς με οικόπεδο Ξ.
και μεσημβρινώς με ερείπιο αγνώστου, χωριζόμενου του άνω οικοπέδου δια δρόμου". Ετέρωθεν, δυνάμει του με αρ. .../19-12-1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Ελένης Θεοδωρακοπούλου-Κωνσταντινίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ύδρας, στον τόμο 47 και με αρ. ..., η αρχικά εναγόμενη καθής η κυρία και η κυρία παρεμπίπτουσα παρέμβαση Π.
Χ., μεταβίβασε πωλήσεως ένεκα στον κυρίως παρεμβαίνοντα Δ. Ν. την κυριότητα, νομή και κατοχή ενός ακινήτου, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω τοποθεσία του Δήμου Ύδρας, βορείως του ακινήτου του ενάγοντος, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως του 886,20 τμ, το οποίο συνορεύει κατά τον τίτλο αυτό βόρεια με κοινοτικό δρόμο, νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ.
Κ. και με κοινοτικό δρόμο και δυτικά κατά ένα μέρος του με ιδιοκτησία Φ. και κατά ένα μέρος του με ιδιοκτησία αγνώστου. Τμήμα του ακινήτου αυτού αποτελεί το επίδικο. Συγκεκριμένα, έχει έκταση 93 τμ. Διαχωρίζεται σε δύο τμήματα, τα οποία βρίσκονται στο υψηλότερο σημείο της φερόμενης ιδιοκτησίας του κυρίως παρεμβαίνοντος, δηλαδή στο δυτικό τμήμα Β ως καθορίζεται και διαγράφεται στο από Μαρτίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη από τον διορισθέντα με την προλαβούσα προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τοπογράφο -μηχανικό Ν.
Γ., που περικλείεται από ερείπια μανδρότοιχου ΜΙ Μ2, Μ3 και ερείπιο μανδρότοιχου, νοτίως με δρόμο ανώνυμο (κοινοτικό) και το τμήμα Γ ανατολικό που διαχωρίζεται από το τμήμα Β με το ερείπιο του μανδρότοιχου ΜΙ, που είναι υψηλότερος και μεγαλυτέρου πλάτους και από την δυτική πλευρά του γειτνιάζει με ερείπιο τοίχου πεπαλαιωμένης οικίας που βρίσκεται στο ακίνητο του κυρίως παρεμβαίνοντος, βόρεια με το ερείπιο της οικίας αυτής και νότια εφάπτεται με τον ως άνω ανώνυμο δρόμο (κοινοτικό).
Το δυτικό τμήμα (Β) είναι επίπεδο και περιφραγμένο με μανδρότοιχο που γκρεμίστηκε, το δε ανατολικό (Γ) είναι ανώμαλο και χωρίζεται, ως αναφέρθηκε, από μανδρότοιχο, επίσης γκρεμισμένο, συνεχόμενο όμως με τον μανδρότοιχο της ερειπωμένης κατοικίας. Παράλληλα με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, το από 19-12-1991 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο συμφωνήθηκε να παρακρατήσει ο κυρίως παρεμβαίνων από το συνολικό τίμημα των 17.000.000 δραχμών του όλου ακινήτου, ποσό 2.000.000 δραχμών, λόγω της εκκρεμούς διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος κατά της δικαιοπαρόχου εκ πωλήσεως του κυρίως παρεμβαίνοντος, που αντιστοιχούσε στην αξία του επιδίκου εδαφικού τμήματος των 93 τμ, με την συμφωνία να το αποδώσει στην δικαιοπάροχο του αυτή υπό μορφή ομολόγου σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης της αγωγής και διαγραφής της από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.
Στην αντίθετη δε περίπτωση, δηλαδή της τελεσίδικης παραδοχής της αγωγής αυτής, δεν θα το απέδιδε εκτός εάν η πωλήτρια δικαιοπάροχος το ανακτούσε αυτό από τον κυρίως ενάγοντα, οπότε και πάλι θα της απέδιδε το ποσό αυτό υπό μορφή ομολόγου. Το πωληθέν ως άνω ακίνητο οικόπεδο μετά επαυτού ερείπια παλαιάς διωρόφου οικίας περιήλθε στην αρχικώς εναγομένη δικαιοπάροχο εκ πωλήσεως του κυρίως παρεμβαίνοντος, με το με αρ. .../6-4-1989 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Τριαντάφυλλης Α.
Μπολιώτη-Καπερώνη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας στον τόμο 47 με αρ. ..., από αγορά από την Α. συζ. Λ. Π., το γένος Ι. και Ε. Κ.. Στην τελευταία το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και κληρονομιάς της αποβιώσασας την 20-3-1984 μητέρας της Ε. Λ. Κ. δυνάμει της από 15-6-1979 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με τα με αρ. 304/1984 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του και την κληρονομιά της οποίας αποδέχτηκε με τη με αρ..../6-4-89 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας στον τόμο 47 με αρ. ..., κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επίσης εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος την 30-10-1985 πατρός της Ι.
Δ. Κ. δυνάμει της με αρ. .../1985 δημόσιας διαθήκης, που συντάχθηκε από τη συμ/φο Ύδρας Μαρία Κοττομάτη και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα με αρ. 17/1986 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και του οποίου την κληρονομιά αποδέχτηκε αυτή με τη με αρ .../6-4-89 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα επίσης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας στον τόμο 47 και με αριθμό ... .
Στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους της Ε. και Ι. Κ., το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, πωλήσεως ένεκα δυνάμει του με αρ, .../21-2-1942 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Ύδρας Γεωργίου Ζωγράφου από την Α. χα Δ. Κ., το γένος Ν. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Ύδρας στον τόμο 37 και με αρ ... .
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η άμεση εκ πωλήσεως δικαιοπάροχος του ενάγοντος μητέρα αυτού, Κ. συζ. Ε. Κ., από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ασκούσε πράξεις νομής διάνοια κυρίου στο ανωτέρω με στοιχ Β τμήμα του επιδίκου. Ειδικότερα, στο ακίνητο της στο νότιο τμήμα αυτού, υπήρχε παλιά, διώροφη οικία στην οποία διέμενε με την οικογένεια της.
Το προαναφερόμενο επίδικο τμήμα (Β) λόγω της ομαλότητας του, διότι είναι επίπεδο, ήταν περιμανδρωμένο με πετρόκτιστο τοιχείο καταστραμμένο πλέον και το χρησιμοποιούσε ως αυλή της οικίας της, στην οποία άπλωνε τα ρούχα που έπλενε για στέγνωμα, τοποθετούσε δε σ' αυτό μία πολυθρόνα όπου καθόταν επί καλοκαιρίας και "αγνάντευε".
Σ' αυτό υπήρχε μια υπόγεια στέρνα που την χρησιμοποιούσε, πλέον αυτής που είχε κατασκευάσει πλησίον της οικίας της για τις ανάγκες καθαριότητας του χώρου. Και είναι μεν αληθές ότι το τμήμα αυτό (Β) χωρίζεται από το υπόλοιπο ακίνητο της με τον ανώνυμο δρόμο. Τούτο όμως δεν την παρεμπόδιζε να ασκεί τις ως άνω πράξεις νομής, διότι ο δρόμος αυτός έχει πλάτος 1 έως 1,50 μέτρο περίπου και υπάρχουν στην νήσο Ύδρα και άλλες ιδιοκτησίες όπου οι αυλές των σπιτιών βρίσκονται κάτω από δρόμο που μεσολαβεί μεταξύ αυτών (αυλών) και των οικιών τους, όπως πχ της Μ.
Τ.. Κατά τα έτη της κατοχής η οικία της, που ήταν πεπαλαιωμένη, κατέστη ερείπιο και ακατάλληλη προς οίκηση, οπότε η ως άνω με την οικογένεια της μετώκησε σε άλλη κατοικία πλησίον του ακινήτου σε απόσταση περίπου 100 μέτρων. Μετά τη μετοίκηση της δεν έπαυσε να χρησιμοποιεί το ως άνω εδαφικό τμήμα (Β), το οποίο επισκεπτόταν είτε για να απλώσει ρούχα είτε για να χρησιμοποιήσει την στέρνα του, η οποία κατ' εντολή της μπαζώθηκε αργότερα μετά την κατοχή είτε για να καθήσει και να ξεκουραστεί.
Μάλιστα και κατά την περίοδο της κατοχής είχε εκμισθώσει το χώρο αυτόν σε τρίτον, στον πατέρα του "Μ. Π." που εκμεταλλευόταν πλησίον αυτού "μπακάλικο-ταβέρνα" για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισματων σ' αυτό. Το ότι νεμόταν αυτό με εμφανείς υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του, ως προαναφέρθηκαν, με διάνοια κυρίου, επιρρωνΰεται και από το γεγονός ότι κατά τη σύνταξη του ανωτέρω με αρ. .../22-1-1975 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, δυνάμει του οποίον μεταβίβασε πωλήσεως ένεκα το ακίνητο της στον ενάγοντα, αναγράφεται κατά την περιγραφή του ότι "χωρίζεται το άνω οικόπεδο δια δρόμους καθώς και ότι περιήλθε σ' αυτή εκ χρησικτησίας προ τεσσαράκοντα πενταετίας (45ετίας), νεμόμενη διάνοια κυρίου, διακατέχουσα τούτο ανελλιπώς και ενασκούσα συνεχώς πράξεις κυριότητας και διακατοχής".
Στην νομή της ως άνω δικαιοπαρόχου του υπεισήλθε και συνέχισε αυτή διάνοια κυρίου από το έτος 1975 ο ενάγων, δηλ. αμέσως μετά τη μεταβίβαση του σ' αυτόν, ο οποίος χρησιμοποιούσε επίσης αυτά ως κήπο του άνωθεν του δρόμου ακινήτου, με τη βούληση δε να το εξουσιάζει ως κύριος το επέβλεπε ανελλιπώς φύτεψε λίγα δενδρύλλια (λεμονιές) και από το έτος 1980 που εκδόθηκε επ' ονόματι του η με αρ .../1980 άδεια αναστηλώσεως παλαιάς οικίας της δ/νσης πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιώς όταν άρχισε τις εργασίες αναστήλωσης αυτής, κατά τα έτη 1984-1985, τοποθετούσε τα οικοδομικά υλικά και τα εργαλεία του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα.
Σημειώνεται ότι κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας του στις Η.Π.Α. κατά τα έτη 1974-1978, το επίδικο ως άνω εδαφικό τμήμα το επέβλεπαν, ως αντιπρόσωποι στη νομή του, η σύζυγος του και ο αδελφός του. Τουναντίον στο με στοιχ. Γ εδαφικό τμήμα του επίδικου (ανατολικό τοιούτο) λόγω της φύσεως του, που ήταν ανώμαλη (κρημνός), τόσο η άμεση εκ πωλήσεως δικαιοπάροχος του ενάγοντος όσο και ο ίδιος ήταν αδύνατο να ασκήσουν εμφανείς υλικές πράξεις νομής διάνοια κυρίου- τις οποίες και ποτέ δεν άσκησαν σ' αυτό- ως αβάσιμα ο ενάγων διατείνεται.
Ειδικότερα αυτό ήταν επικλινές και δεν επιδεχόταν ούτε εμφυτεύσεως δενδρυλλίων ούτε λειτουργίας υπόγειας στέρνας ούτε απλώματος ρούχων ούτε αναπτύξεως τραπεζοκαθισμάτων, ούτε τοποθετήσεως υλικών και εργαλείων. Αυτό χωριζόταν ως προαναφέρθηκε από το με στοιχ. Β τοιούτο [δυτικό]" με την μάνδρα, ως εμφανίζεται σε αεροφωτογραφία του 1972 που είναι υψηλότερη και μεγαλύτερου πλάτους απότι οι μάνδρες που περιτυλιγόταν βορείως (Μ2) και δυτικά (Μ3) το με στοιχ.
Β δυτικό τμήμα. Η μάνδρα αυτή αποτελούσε ερείπιον τοίχου περίφραξης της ερειπωμένης διώροφης οικίας με πρόσοψη στο νότιο δρόμο, ιδιοκτησίας της απώτατης δικαιοπαρόχου της αρχικώς εναγομένης, Α. χας Δ. Π.. Η οικία αυτή κατέπεσε, επίσης κατά τα έτη της κατοχής. Στο ακίνητο της τελευταίας υπήρχαν και μία ξύλινη παράγκα, που χρησιμοποιείτο με την άδεια της κατά παράκληση και μετέπειτα των ειδικών διαδόχων αυτής Ε.
και Ι. Κ. και της θυγατέρας τους Α. συζ. Ι. Π. (αμέσου εκ πωλήσεως δικαιοπαρόχου της αρχικώς εναγόμενης) ως στάβλος, ένα κυπαρίσι και μία αμυγδαλιά. Μετά την κατοχή οι ως άνω Ε., Ι. Κ. και Α. Π. μετώκησαν στον Πειραιά. Αντιπρόσωπος στην νομή τους στο ακίνητο αυτό, στο οποίο φυσικά ήταν ενσωματωμένο το με στοιχ.
Γ, ανατολικό τμήμα του επιδίκου ήταν ο αδελφός της Α. Π. Ε. Κ., ο οποίος διατηρούσε παντοπωλείο στην παραλία της νήσου Ύδρας. Ο τελευταίος με την ως άνω ιδιότητα επισκεπτόταν το ακίνητο αυτό, έδινε και αυτός την άδεια τους γείτονες να χρησιμοποιούν το παράπηγμα του ως στάβλο των ζώων τους συνέλλεγε υλικά κατεδάφισης της ερειπωμένης οικίας, και επειδή η κυρία αυτού αδελφή του ενδιαφερόταν να το πουλήσει, οσάκις εμφανιζόταν υποψήφιος αγοραστής το επεδείκνυε, επιδεικνύοντας και το αναπόσπαστο φυσικά εδαφικό τεμάχιο υπό στοιχείο Γ.
Επομένως επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος Γ (ανατολικού τοιούτου) εμφανείς πράξεις νομής διάνοια κυρίου ασκούσαν οι δικαιοπάροχοι της αρχικά εναγομένης, τόσο οι ίδιοι, όσο και μέσω αντιπροσώπου στην νομή τους, χωρίς ποτέ να διαταραχθούν στην άσκηση αυτής από κανέναν. Τα ως άνω όσο αφορά το επίδικο αποδεικνύονται με σαφήνεια πλέον των λοιπών αποδεικτικών μέσων και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος αλλά και του κυρίως παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα, ο μάρτυς του ενάγοντος, Ε. Τ., ηλικίας 60 ετών, που μεγάλωσε στην ίδια γειτονιά με την οικογένεια αυτού, και έμενε στην Ύδρα μέχρι το έτος 1970, έκτοτε δε επισκέπτεται αυτήν συχνά και σημειωτέον είναι ανηψιός του Ι. Κ. και πρώτος εξάδελφος της Α. ΜΠ., καταθέτει ότι: "η ιδιοκτησία του μπάρμπα μου Κ. περιελάμβανε ένα ερειπωμένο σπίτι το οποίο δεν είχε κατοικηθεί όσο το θυμάμαι εγώ και οικόπεδο.
Δεν περιελάμβανε όμως το επίδικο οικόπεδο γιατί αυτό το επίδικο είχε δικό του τοίχο ... . Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, η οικογένεια Κ. δεν έκανε ποτέ συντήρηση, επισκευή ή συγκέντρωση οικοδομικών υλικών στο παλαιό ερειπωμένο σπίτι ούτε καλλιέργεια ή εμφύτευση στο οικόπεδο του, ούτε έγινε περιμάνδρωση, περιτοίχιση ή απόπειρα αυτών των πράξεων μέχρι που πουλήθηκε στην κα Χ., εκτός βέβαια της παλαιάς μάνδρας όπως υπήρχε ... .
Στο επίδικο γνωρίζω ότι η κα Κ. Κ. έπλενε και άπλωνε τα ρούχα. Όπως έμαθα από τον μάστρο Μ.-Π. με τον οποίο δουλεύαμε στις οικοδομές, ο πατέρας του του είχε πει ότι είχε μισθώσει το επίδικο από την κα Κ. για να βάζει τα τραπέζια της ταβέρνας που είχε κοντά. Στο επίδικο υπήρχε στέρνα και ο μάστρο -Μ. μου είπε ότι την μπάζωσαν για να μην πέσουν τα παιδιά μέσα με εντολή της κας Κ. ...
Ο Κ. περιέφραξε το επίδικο με συρματόπλεγμα για να προστατέψει τα οικοδομικά υλικά, επειδή μερικοί έκλεβαν. Το επίδικο χωρίζεται με δρόμο από την υπόλοιπη ιδιοκτησία Κ. και αυτό συμβαίνει στην Ύδρα λόγω της ιδιορρυθμίας της κλήσεως του εδάφους". Η ως άνω κατάθεση συμπορεύεται και ενισχύεται σοβαρά από την κατάθεση της μάρτυρος Α.
Λ., για την αξιοπιστία της οποίας το δικαστήριο δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει. Ειδικότερα, αυτή ήταν διορισμένη από το έτος 1954 ως καθηγήτρια του Γυμνασίου Ύδρας, όπου υπηρέτησε 22 έτη και συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Λυκειάρχη. Η οικία της, στην οποία κατοικεί από το έτος 1975, βρίσκεται πίσω από την οικία του Α.
Κ. και σε απόσταση ολίγων μέτρων. Αλλά και πριν από το έτος 1975 κατοικούσε σε ακίνητο που της είχε παραχωρήσει ο δήμος Ύδρας και βρισκόταν σε απόσταση 70 μόλις μέτρα από την οικία του ενάγοντος-καθού η κυρία παρέμβαση. Χαρακτηριστικά, ως έχουσα άμεση γνώση των πραγμάτων καταθέτει: "Γνωρίζαμε ότι το επίδικο ανήκε στην κ, Κ..
Αυτό το γνώριζαν και οι άλλοι κάτοικοι της περιοχής και η κ. Σ. νεωκόρισα του Ναού Αγ. Κων/νου. Η κ. Κ. έκανε τη λάτρα της επάνω στο επίδικο, άπλωνε τα ρούχα της (μπουγάδα) και μάζευε το βρόχινο νερό, καθόμαστε και κάναμε παρέα ... . Από τότε που πήγα στην Ύδρα υπήρχε η μνήμη των γειτόνων ότι υπήρχε ταβέρνα στη θέση του επιδίκου και του πρώην ερειπωμένου σπιτιού Κ., όπου δίναμε και τα ραντεβού λέγοντας ότι θα συναντηθούμε στην ταβέρνα Κ., εννοώντας τη τοποθεσία και όχι την επιχείρηση.
Το επίδικο εμφανώς χωρίζεται από την υπόλοιπη ιδιοκτησία Κ. σαν "μπακλαβάς", επειδή βρίσκεται στην ίδια στάθμη με το δρόμο. Το επίδικο χωριζόταν από την υπόλοιπη ιδιοκτησία Κ.-Ν. με ένα τοίχο από πέτρες και λάσπη. Ο Κ. γύρω στο 1976 θυμάμαι ότι είχε περιφράξει το επίδικο με σύρματα και σίδερα που έβρισκε από τα οικοδομικά του υλικά".
Όμως και ο μάρτυς του κυρίως παρεμβαίνοντος με σαφήνεια κατέθεσε ότι "το ακίνητο του Ν. ήταν περιφραγμένο στο μεγαλύτερο τμήμα του από τοίχο που ήταν φτιαγμένος είτε από ξερολιθιά είτε από πέτρες με λάσπη, γιατί τον καιρό που το περιφράξανε δεν υπήρχε τσιμέντο. Έχει και ένα κομμάτι με συρματόπλεγμα προς βορρά όπου είναι το επίδικο κομμάτι.
Ο Ε. Κ., ο οποίος διατηρεί παντοπωλείο στην παραλία της Ύδρας και είναι αδελφός της άλλοτε ιδιοκτήτριας του ακινήτου, αυτός έδινε την άδεια να βάζουν οι γείτονες τα ζώα τους στην παράγκα και αυτός πήγαινε τους υποψήφιους αγοραστές και τους έδειχνε το ακίνητο, γιατί η αδελφή του που έμενε στον Πειραιά ήθελε να το πουλήσει".
Κατ' ακολουθίαν αυτών αποδεικνύεται ότι οι ως άνω μάρτυρες αναφερόμενοι στο επίδικο και ιδία στις πράξεις νομής επ' αυτού διάνοια κυρίου τόσο του ενάγοντος όσο και της δικαιοπαρόχου εκ πωλήσεως μητέρας του Κ. Κ. αναφέρονται στο δυτικό με στοιχ. Β εδαφικό περιμανδρωμένο τμήμα αυτού, ως εμφανίζεται στο από Μαρτίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος τοπογράφου μηχανικού Ν.
Γ., που περιγράφεται και στην με αρ. 37/2001 έγγραφη γνωμοδότηση του, επικαλούμενος και τις σ' αυτή ειδικά αναφερόμενες αεροφωτογραφίες κατά τις οποίες μόνο σ' αυτό κατά την ελεύθερη εκτίμηση της οποίας σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, τούτο (Β) περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα αυτού με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συνυπολογίζοντας τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου του, καθόσον με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1946 μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλ.
για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία από την εισαγωγή του ΑΚ, ασκούσαν τις προσιδιάζουσες σε πραγματικούς κυρίους και νομείς πράξεις νομής και κατοχής σύμφωνα με την φύση και τον προορισμό του ένα λόγω ακινήτου, όπως αυτές αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια. Τουναντίον, επί του υπό στοιχ. Γ ανατολικού ως άνω τμήματος του επιδίκου, διαχωρισμένου από το υπόλοιπο (Β) με την υψηλότερη και μεγαλύτερου πλάτους μάνδρα ΜΙ, μανδρότοιχο της οικίας Κ.-Π.
ανώμαλου τοιούτου, ουδεμία πράξη νομής με διάνοια κυρίου άσκησε τόσο αυτός όσο και η δικαιοπάροχος μητέρα του. Αυτό περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία της αμέσου εκ πωλήσεως δικαιοπαρόχου του κυρίως παρεμβαίνοντος και των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων αυτού, ως προαναφέρθηκαν, από την κυριότητα του οποίου δεν είχαν αποξενωθεί, αλλά επέβλεπαν και επεδείκνυαν αυτό προς πώληση, μέσω του αντιπροσώπου της νομής τους, σε τρίτους ανήκει δε κατά κυριότητα τόσο κατά πρωτότυπο τρόπο με χρησικτησία όσο και κατά παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησε την κυριότητα του από αληθή κυρία, ως προς τον παράγωγο τρόπο, στον κυρίως παρεμβαίνοντα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο ενάγων-καθού η κύρια παρέμβαση, στο με αρ. .../26-10-1984 συμβόλαιο ενυπόθηκου δανείου της συμ/φου Αθηνών Μαγδαληνής Βαϊοπούλου, δυνάμει του οποίου έλαβε ως δάνειο ποσό 1.300.000 δρχ. από την τότε "Κτηματική Τράπεζα Ελλάδος" και στο από Ιουνίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα των αρχιτεκτόνων μηχανικών Α.
και Β. Σ. που συνοδεύει την προαναφερθείσα οικοδομική άδεια που εκδόθηκε επ' ονόματί του για την αναστήλωση της ερειπωμένης οικίας του, δήλωσε ότι η έκταση του ακινήτου του είναι 145,33 τμ, ενώ στην αγωγή του ισχυρίζεται ότι είναι 238 τμ και δεν υπέδειξε κατά τη σύνταξη του σχεδιαγράμματος το επίδικο εδαφικό τμήμα.
Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την πραγματική κατάσταση σε σχέση με το ιδιοκτησιακό αυτό καθεστώς, διότι υπέδειξε μόνο το τμήμα του ακινήτου του στο οποίο επρόκειτο να οικοδομήσει και ήθελε να εγγραφεί, προσημείωση υποθήκης σε μικρότερης έκτασης τμήμα του όλου ακινήτου. Αλλά και στον τίτλο κτήσεως της απωτάτου δικαιοπαρόχου του κυρίως παρεμβαίνοντος δηλ.
το με αρ. .../21-2-1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Ύδρας Γεωργίου Κ. Ζωγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δεν αναγράφεται η έκταση του ακινήτου πλέον του γεγονότος ότι φέρεται να συνορεύει μόνο με ένα δρόμο. Η πρώτη ακριβής αναφορά της έκτασης του γίνεται στις με αρ. ..., .../6-4-1989 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Αθηνών Τριαντάφυλλης Μπολιώτη-Καπερώνη και στο από Απριλίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται σ' αυτές και συνέταξε λόγω της ιδιότητας της ως αρχιτέκτονας μηχανικού η μετέπειτα αγοράστρια του οικοπέδου εναγομένη Π.
Χ., ενώ τα όρια του καθορίζονται πλέον ως εξής: "βόρεια με κοινοτικό δρόμο, νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Φ." που έγιναν αμέσως πριν από τη σύνταξη του με αρ. .../1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμ/φου. Γι' αυτό δε επηρεάζει την κρίση του δικαστηρίου η αναφερόμενη έκταση κατά την οποία περιλαμβάνεται σ1 αυτή και το με στοιχ.
Β δυτικό τμήμα του επιδίκου. Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται ούτε από το συμπέρασμα του πραγματογνώμονας, ο οποίος σε σχέση μεν με το με στοιχ. Γ εδαφικό τμήμα του επιδίκου καταλήγει ανενδοίαστα ότι περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του κυρίως παρεμβαίνοντος ως κρίνει και το παρόν δικαστήριο σε σχέση όμως με το υπό στοιχ Β εδαφικό τμήμα διαλαμβάνει ότι "δέον να πιθανολογηθεί ότι επίσης περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του παρεμβαίνοντος", χωρίς να αιτιολογεί πειστικά την κρίση του αυτή, και ειδικότερα γιατί σε ανύποπτο χρόνο κατά τη σύνταξη του προαναφερθέντος με αρ .../22-1-1975 αγοραπωλητηρίου, συμβολαίου ανεγράφη επιλέξει σε σχέση με το μεταβιβαζόμενο στον ενάγοντα ακίνητο από τη μητέρα του το εξής : "χωριζόμενου του άνω οικοπέδου δια δρόμου".
Αλλά η ως άνω κρίση δεν αναιρείται ούτε από το κτηματολογικό διάγραμμα της περιοχής του επιδίκου που συντάχθηκε για ακίνητα του δήμου της Ύδρας τον Αύγουστο του έτους 1996 από το Τμήμα τοπογραφικών εφαρμογών της δ/νσης Πολεοδομίας Πειραιώς και τον συνοδεύοντα αυτό κτηματολογικό πίνακα, όπου φέρεται ότι ανήκει ολόκληρο στον ενάγοντα, καθόσον αυτό συντάσσεται χωρίς προσκομιδή και έρευνα τίτλων ιδιοκτησίας αλλά από πληροφορίες ιδιωτών, μεταξύ των οποίων είναι και οι διεκδικητές ακινήτων που επιθυμούν να εμφανίσουν ακίνητα ως ιδιοκτησίες τους.
Και ενώ η ιδιοκτησιακή κατάσταση στο επίδικο είχε ως κρίθηκε, η αρχικά εναγόμενη Π. Χ. χωρίς τη θέληση του ενάγοντα κατέστρεψε το συρματόπλεγμα που αυτός είχε θέσει στο επίδικο, έκοψε τα δενδρύλλια αυτού καταλαμβάνοντας την όλη επίδικη έκταση την 19-1-90 παράνομα και χωρίς τη θέληση του, στην προσπάθεια της να εφαρμόσει την με αρ. .../1990 άδεια περιτοίχισης οικοπέδου που είχε εκδοθεί επονόματι της από το τμήμα Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιώς, περιλαμβάνοντας και το επίδικο τμήμα, ώστε να ενσωματώσει στην ιδιοκτησία της.
Ο ενάγων άσκησε εναντίον της αμέσως την από 26-9-1991 και με αρ. εκθ. Καταθ. 144/91 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αίγινας, το οποίο με τη με αρ 104/91 απόφασή του, αναγνώρισε αυτόν προσωρινά νομέα του άνω εδαφικού τμήματος και απαγόρευσε στην καθής η αίτηση κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του" .
Ακολούθως, το Εφετείο, κατά μεταρρύθμιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκανε δεκτή εν μέρει την κύρια παρέμβαση και την παρεμπίπτουσα κύρια παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου ως και κατ'ουσίαν βάσιμες και ανεγνώρισε του κυρίως και παρεμπίπτοντος κυρίας παρέμβασης κύριο τμήματος του επιδίκου και ειδικότερα του με στοιχεία Γ' ανατολικού εδαφικού τμήματος της όλης επίδικης έκτασης, όσης έκτασης και αν είναι αυτό .
Με αυτά που εδέχθη και, έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα κτητικά της κυριότητος περιστατικά από τον αναιρεσίβλητο κυρίως παρεμβάντα επί του ανατολικού τμήματος του όλου επιδίκου ακινήτου, ώστε έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ αιτιάσεις που περιέχονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
IV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.,συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εδέχθη, χωρίς απόδειξη, ως βάσιμο τον ουσιώδη ισχυρισμό του κυρίως παρεμβάντος αναιρεσιβλήτου περί της υπ' αυτού και των δικαιοπαρόχων του ασκήσεως με διάνοια κυρίου σε μέρος της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως διακατοχικών πράξεων. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή για την ουσιαστική βασιμότητα του άνω ουσιώδους ισχυρισμού κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, άλλα έγγραφα που προσήγαγον μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, όπως συμβολαιογραφικά έγγραφα και φωτογραφίες). Έτσι, το Εφετείο στην εν λόγω παραδοχή δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο περί του αντιθέτου ως άνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 του αρ. 17 του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η αντίφαση περιέχεται στο διατακτικό της αποφάσεως μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δι' αυτής ο κυρίως παρεμβάς, αφ' ενός μεν αναγνωρίσθηκε κύριος του με στοιχ. Γ' ανατολικού εδαφικού τμήματος, όσης εκτάσεως είναι αυτό, και απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του διορισθέντος ως πραγματογνώμονος τοπογράφου μηχανικού Ν. Γ. με την υπ' αριθμ. 1021/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και αποτελεί εδαφικό τμήμα του επιδίκου, που βρίσκεται (το τμήμα αυτό) στην Ενορία του Ιερού Ναού Αγίου Ελευθερίου, στη θέση "Κιάφα" της νήσου Ύδρας και συνορεύει, κατά τις τρεις πλευρές, ανατολική, δυτική και βόρεια με ιδιοκτησία του ιδίου και νότια με ανώνυμη δημοτική οδό, αφ' ετέρου δε υπεχρέωσε τον αναιρεσείοντα ενάγοντα και καθού η κυρία παρέμβαση να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο κυρίως παρεμβάντα το εδαφικό αυτό τμήμα. Όπως έχει διατυπωθεί, κατά τα ανωτέρω, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτό είναι σαφώς διατυπωμένο, μη περιέχον αντιφατικές διατάξεις διακωλύουσες την παραγωγή δεδικασμένου και εκτελεστότητος και ο περί του αντιθέτου τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 50/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ