Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership via prescription and admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Agios Dimitrios's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The Municipality argued the lower court erred by not rejecting the plaintiffs' suit due to insufficient description of the land, citing specific articles of the Civil Procedure Code. The court held that the lower court correctly found the initial land description unnecessary as the specific disputed parcels were adequately defined, and the appeal's legal grounds regarding procedural errors were inapplicable to this case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 974, 976-979, 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 281 of the Civil Code; Articles 559, 561 of the Civil Procedure Code: Prescription requires continuous possession for twenty years with intent of ownership, while admissibility requires precise description of the subject matter; appeals based on procedural errors regarding the application of substantive law or admissibility rules are inadmissible if the lower court's reasoning is sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1169/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αγίου Δημητρίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο Ν. Λ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ισίδωρο Μποτωνάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. χας Δ. Γ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., 2. Γ. θυγ. Δ. Γ., συζ. Λ. Έ., κατοίκου ... και 3. Π. Δ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μιχαλάκαινα, η οποία ανακάλεσε την από 2-5-2011 δήλωσή της εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5464/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7218/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 27-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, και 974 ΑΚ συνάγεται ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό , που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1,1846,1193,1195,1198 και 1199 του ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από τον νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η επί των οποίων κυριότητα μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (ο κληρονόμος) αποδεχθεί, με δημόσιο έγγραφο, την κληρονομία και μεταγράψει την περί της αποδοχής δήλωσή του ή εκδοθεί κληρονομητήριο και αυτό μεταγραφεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο ελάσσονα του υπό του νόμου για την παραγραφή του δικαιώματος καθοριζομένου και επιπροσθέτως η συνδρομή περιστατικών αναγομένων στον ίδιο χρόνο και στην συμπεριφορά του δικαιούχου , από τα οποία να γεννάται ευλόγως η πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκηθεί κατ' αυτού το δικαίωμα, ώστε η διά της μεταγενεστέρας ασκήσεως αυτού επιδίωξη από τον δικαιούχο μεταβολής της από την αδράνειά του δημιουργηθείσης καταστάσεως, η οποία συνεπάγεται για τον υπόχρεο επαχθείς επιπτώσεις, ν' αντίκειται προφανώς στις στην ανωτέρω διάταξη αναφερόμενες αρχές.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του .../10-12-1938 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Γεωργ. Αναστασάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αριθμό 464, ο Π.
Δ. Γ., που ήταν πεθερός της πρώτης ενάγουσας- ήδη πρώτης εφεσίβλητης και παππούς των υπολοίπων δύο εναγόντων - ήδη δεύτερου και τρίτης των εφεσίβλητων, αγόρασε από τους αληθινούς κυρίους δηλαδή α) την Δ. χα Γ. Μ. Σ. ή Κ. β) την Ά. συζ. Β. Β. το γένος Γ. Σ. ή Κ. και γ) Μ. Γ. Σ. ή Κ. και κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από την πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από τους λοιπούς, ένα μείζον ακίνητο επιφάνειας 9783,65 τ.μ.
κείμενο στη θέση "..." της περιφέρειας της τότε κοινότητας Αγίου Δημητρίου (Μπραχαμίου) Αττικής και εντός του σχεδίου της κοινότητας, το οποίο απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο από μηνός Σεπτεμβρίου 1938 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Θ. Γ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ. Σημειωτέον ότι τμήμα του άνω μείζονος ακινήτου επιφάνειας 3095,72 τ.μ.
καταλαμβάνει ολόκληρο το 340 Ο.Τ. Από της κατά τ' ανωτέρω, κατά το έτος 1938 αγοράς του, ο προαναφερόμενος απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Γ. εγκαταστάθηκε σ' αυτό και άρχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα το περιέφραξε με συρμάτινη περίφραξη το καθάριζε, το επισκέπτονταν και το επόπτευε, ενώ στη συνέχει προέβη στην κατάτμηση του σε μικρότερα τεμάχια, τα περισσότερα των οποίων πώλησε σε τρίτους, στο διάστημα που επακολούθησε.
Μεταξύ των μικρότερων αυτών τεμαχίων είναι και τα επίδικα δύο ακίνητα, τα οποία βρίσκονται και τα δύο στο προαναφερόμενο 340 ΟΤ, δεν είναι εφαπτόμενα μεταξύ τους και έχουν επιφάνεια 442,62 και 572,17 τ.μ αντίστοιχα. Συγκεκριμένα το πρώτο επιφάνειας 442,62 τμ. απεικονίζεται στο από μηνός Αυγούστου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Γ. Μ. με τα στοιχεία ΑΔΟΣΑ και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΟΔ μήκους 12,70 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστων - πρώην Π. Γ., Δυτικά επί πλευράς ΣΑ μήκους 12,50 μέτρων με την οδό ..., βόρεια, επί πλευράς ΟΣ μήκους 34,40 μέτρων με την οδό ... πλάτους 6 μέτρων - πρώην ιδιοκτησία Π. Γ. και Νότια επί πλευράς ΑΔ μήκους 35,70 μέτρων με ιδιοκτησία Ε.
Κ. - πρώην Α. Κ.. Το δεύτερο από τα επίδικα επιφάνειας 572,17 τ.μ απεικονίζεται στο ίδιο, ως άνω, σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία ΕΙΚ ΞΕ και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΙΚ μήκους 13 μέτρων με την οδό ... πλάτους 10 μέτρων, δυτικά επί πλευράς ΞΕ μήκους 12,75 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστων - πρώην Π. Γ. Βόρεια επί πλευράς ΚΞ μήκους 44,40 μέτρων με την οδό ...
πλάτους 6 μέτρων πρώην ιδιοκτησία Π. Γ. και Νότια επί πλευράς ΕΙ μήκους 43,10 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Κ. - πρώην Α. Κ.. Και τα μικρότερα αυτά εδαφικά τμήματα του μείζονος ακινήτου τα νεμόταν με διάνοια κυρίου ο προαναφερόμενες απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων και ασκούσε σ' αυτά τις ίδιες, ως άνω, διακατοχικές πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 193 8, οπότε αγόρασε το μείζον αυτό ακίνητο μέχρι τον επελθόντα κατά τα κατωτέρω θάνατον του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα.
Στις 5-7-1960 ο εν λόγω Π. Δ. Γ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε ξ αδιαθέτου από : α) τη σύζυγο του Γ. χα Π. Γ. και β) από τα τρία τέκνα του δηλαδή 1) τον Δ. (που ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών δύο εναγόντων 2) τον Κ. και 3) την Α., και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά του δια της μεταγραφής του εκδοθέντος .../1960 κληρονομητηρίου, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιούπολης στον τόμο ...
με αριθμό 308. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9-6-1988 απεβίωσε και ο προαναφερόμενος γιος του άνω θανόντος Π. Δ. Γ., Δ. Π. Γ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες- σύζυγο και δύο τέκνα του αντίστοιχα και δη κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από την πρώτη εξ αυτών και κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από τους δύο τελευταίους.
Έτσι το παραπάνω 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί των δύο επίδικων ακινήτων που είχε κληρονομήσει ο εν λόγω άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων από τον πατέρα του Π. Δ. Γ., περιήλθε στους ενάγοντες και δη κατά ποσοστό 2/32 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εξ αυτών - σύζυγο του και κατά 3/32 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους υπόλοιπους δύο - τέκνα του, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα δια της μεταγραφής του 691/92 κληρονομητηρίου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ηλιούπολης στον τόμο … με αριθμό 402.
Τέλος στις 6-10-1992 απεβίωσε και η προαναφερόμενη σύζυγος του παραπάνω απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Γ. χήρα Π. Γ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο εν ζωή τέκνα της, δηλαδή από α) το γιό της Κ. και β) την κόρη της Α. και γ) τους δύο τελευταίους ενάγοντες (εγγόνια της) που είναι τέκνα του κατά τ' ανωτέρω προαποβιώσαντος γιου της Δ.
Π. Γ. και δη κατά ποσοστό από 2/6 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από τους πρώτο και δεύτερη και από 1/6 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από τους δύο τελευταίους ενάγοντες (εγγόνια της). Έτσι από το προαναφερόμενο 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί των επιδίκων δύο ακινήτων που είχε κληρονομήσει από τον παραπάνω σύζυγο της Π.
Γ., ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου περιήλθε σε καθένα από τους δύο τελευταίους ενάγοντες, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά της δια της μεταγραφής του 1394/1993 κληρονομητηρίου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ηλιούπολης στον τόμο … με αριθμό 318. Μετά τον επελθόντα κατά το έτος 1960 θάνατο του παραπάνω απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Π.
Δ. Γ., και εφεξής νομή στα επίδικα ακίνητα συνέχισαν αν ασκούν οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και α) ο γιος του Δ.ς Π. Γ., και γ) η σύζυγος του Γ. του Π. Γ., οι οποίοι επίσης συνέχισαν να τα νέμονται κατά τα περιελθόντα σ' αυτούς, ως άνω, εξ αδιαιρέτου ποσοστά και ν' ασκούν σ' αυτές τις ίδιες, όπως και ο εν λόγω δικαιοπάροχος τους, διακατοχικές πράξεις, τα οποία καθάριζαν, επέβλεπαν και επόπτευαν μέχρι τον επελθόντα θάνατο τους, κατά το έτος 1988 ο πρώτος και κατά το έτος 1992 η δεύτερη, ενώ μετά το θάνατο των τελευταίων συνέχισαν να τα νέμονται και οι ενάγοντες, κατά τα περιελθόντα σ' αυτούς, ως άνω, εξ αδιαιρέτου ποσοστά και ν' ασκούν σ' αυτά τις ίδιες, όπως και παραπάνω δικαιοπάροχοι τους διακατοχικές πράξεις (καθαρισμός, επίβλεψη) συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τουλάχιστον το έτος 1996, οπότε ο εναγόμενος Δήμος ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα κατέλαβε δια των οργάνων του το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, ενώ άρχισε να αμφισβητεί τη συγκυριότητα των εναγόντων στο δεύτερο.
Έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των εν λόγω ακινήτων και δη κατά ποσοστό 2/32 ή 6/96 εξ αδιαιρέτου η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 104/768 ή 13/96 (3/32+1/24) εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς δύο ενάγοντες αφενός με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) αφού οι ίδιοι και οι άνω δικαιοπάροχοι τους τα νεμήθηκαν, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνεχώς και αδιαλείπτως και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας πριν από το έτος 1996, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του.
Όπως, όμως, προεκτέθηκε το έτος 1996 ο εναγόμενος Δήμος, ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα κατέλαβε δια των οργάνων του το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα επιφάνειας 442,62 τμ, στο οποίο και τοποθέτησε κούνιες και παγκάκια, μετατρέποντάς το σε παιδική χαρά, προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επ' αυτού, ενώ άρχισε να αμφισβητεί την συγκυριότητα τους στο δεύτερο το οποίο έχει χαρακτηρίσει ως χώρο πρασίνου, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες για την προστασία του δικαιώματος συγκυριότητας τους ν' αναγκασθούν ν' ασκήσουν εναντίον του την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
Πρωτοδίκως ο εναγόμενος είχε προβάλει τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του, ότι από τη δεκαετία του 1960 τα επίδικα ακίνητα ήταν αδέσποτα κατά την έννοια του άρθρου 972 ΑΚ και κατά συνέπεια ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος όμως αυτός της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 369, 972, 1033 ΑΚ προκύπτει ότι τα ακίνητη καθίστανται αδέσποτα και ανήκουν κατ' αρθ. 972 ΑΚ στο Δημόσιο, είτε δια της εγκαταλείψεως τους από τους κυρίους τους με μονομερή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, υποβαλλόμενη, κατ' άρθ. 1192 ΑΚ, σε μεταγραφή, είτε κατόπιν εγκαταλείψεως της νομής τους με πρόθεση παραιτήσεως τους από την κυριότητα και στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος δεν ισχυρίσθηκε ότι συνέτρεχαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να καταστούν αδέσποτα τα επίδικα ακίνητα.
Με το δεύτερο λόγο της εφέσεως του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του ότι τα επίδικα ανήκουν στην κυριότητα του διότι τα απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος αυτά δια των οργάνο3ν του συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1974 και εφεξής χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα.
Και ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, νομή στα επίδικα ακίνητα ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως οι ενάγοντες και οι παραπάνω αναφερόμενοι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1938 μέχρι το έτος 1996. Με τον τρίτο λόγο της εφέσεως του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του περί απαραδέκτου της αγωγής για το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν επέδωσαν την αγωγή τους και στους λοιπούς φερόμενους ως συγκύριους των επιδίκων ακινήτων.
Και λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον επί διεκδικητικής ή απλώς αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου που ανήκει σε περισσότερους συγκυρίους, όπως η ένδικη, ενόψει του ότι η κυριότητα είναι διαιρετό δικαίωμα, δεν υφίσταται μεταξύ των συγκυρίων δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 76 Κ.Πολ.Δ.
Με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του ο εκκαλών παραπονείται επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του για τον λόγο ότι δεν αναφέρονταν σ' αυτήν η αρχική επιφάνεια του αγορασθέντος ακινήτου, αλλά ούτε και οι πωλήσεις των μερικότερων τμημάτων του για να διαπιστωθεί αν απομένει υπόλοιπο από το αρχικά αγορασθέν μείζον ακίνητο.
Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί γιατί τα επικαλούμενα στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της εφέσεως του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος των εναγόντων.
Και ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος καθ' όσον μόνη η επικαλούμενη μακρά αδράνεια των εναγόντων ν' ασκήσουν το δικαίωμα τους αυτό, στην οποία επιχειρεί να θεμελιώσει τον εν λόγω ισχυρισμό του, ακόμη και αν του δημιούργησε την εντύπωση ότι οι τελευταίοι δεν θ' ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα τους, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκηση του καταχρηστική.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, κρίνοντας ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος εναγομένου προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος και διά λόγου εφέσεως επαναφερθείσα ενώπιόν του, έκρινε ως κατ ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτά που εδέχθη και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα κατά νόμο παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος περιστατικά από τις ενάγουσες αναιρεσίβλητες, κτηθείσης, κατά τα στην απόφαση αναφερόμενα για την καθεμία ποσοστά εξ αδιαιρέτου, κατά τρόπο παράγωγο διά μεταβιβάσεως προς αυτές με κληρονομική διαδοχή της κυριότητος από πρόσωπο που έγινε κύριος των επιδίκων δι' εκτάκτου χρησικτησίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω ουσιαστικών διατάξεων περί εκτάκτου χρησικτησίας και της κτήσεως κυριότητος επί ακινήτων παραγώγως, ήτοι δια κληρονομικής διαδοχής, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου .
Ειδικότερα, ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί των επιδίκων ακινήτων από τους αμέσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων Δ. Γ., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών, που απεβίωσε στις 9/6/1988, και την μητέρα του Γ. σύζυγο Γ. Γ., αποβιώσασα την 6/10/1992, το Εφετείο με πληρότητα αιτιολογιών εδέχθη, ότι οι εν λόγω δικαιοπάροχοί των απέκτησαν την κυριότητα επί των επιδίκων δι' εκτάκτου χρησικτησίας, κατά τα στην απόφαση διαλαμβανόμενα ποσοστά εξ' αδιαιρέτου, νεμόμενοι αυτά συνεχώς κατά τα ιδανικά των μερίδια υπέρ την εικοσαετία , διά της ασκήσεως όλων των προσιδιαζουσών στην φύση των διακατοχικών πράξεων, όπως επίβλεψη, καταμέτρηση κ.λ.π, τα οποία, μετά τον θάνατο αυτών, περιήλθον διά κληρονομικής διαδοχής στις αναιρεσίβλητες, διά της αποδοχής της κληρονομίας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και της μεταγραφής της περί αποδοχής δηλώσεως στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Επίσης, ορθώς εφαρμόσθηκε και ερμηνεύθηκε, με βάση τις ίδιες παραδοχές, και η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού το Εφετείο εδέχθη, με σαφείς αιτιολογίες, ότι οι αναιρεσείουσες ούτε αδράνησαν να ασκήσουν το δικαίωμα συγκυριότητος επί των επιδίκων, ούτε με οποιοδήποτε τρόπο δια της συμπεριφοράς των ιδίων στο παρελθόν ή και των δικαιοπαρόχων τους, εδημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση στον αναιρεσείοντα εναγόμενο ότι δεν πρόκειται να το ασκήσουν, καθώς και ότι μέχρι το έτος 1998 ο αναιρεσείων δεν ευρίσκετο στην νομή ή κατοχή των επιδίκων, ώστε διά της ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος να επιδιώκεται από τις αναιρεσίβλητες η ανατροπή καταστάσεως με επαχθείς για τον αναιρεσείοντα επιπτώσεις.
Επομένως ,οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, που περιέχονται, α) στο δεύτερο μέρος του τετάρτου λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και β) στον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, για έλλειψη νομίμου βάσεως ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των περί χρησικτησίας και παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητος επί ακινήτων άνω διατάξεων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Η δε στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, διαλαμβανομένη αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν ευρίσκετο συνεχώς στην νομή των επιδίκων από τα έτη 1975/1976 , γενόμενος έτσι κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αλλά μόνο από του έτους 1998 που τα κατέλαβε αυθαιρέτως, ως πλήττουσα, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως την περί των πραγμάτων, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
ΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Εξ' άλλου, από την διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, προκύπτει, ότι απώλεια της κυριότητος επί ακινήτου επέρχεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και όταν αυτό καταστεί αδέσποτο, οπότε η κυριότητα περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Για να επέλθει όμως το νομικό αυτό αποτέλεσμα , απαιτείται εγκατάλειψη της νομής του ακινήτου από τον κύριο, συνιστώσα μονομερή δικαιοπραξία, επιπροσθέτως δε και σκοπός παραιτήσεως από της κυριότητος διά της εγκαταλείψεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 8β Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, α) όλα τα διά λόγου εφέσεως προταθέντα, όπως και πρωτοδίκως, πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της επί της διατάξεως του άρθρου 972 ΑΚ ερειδομένης ενστάσεως, ότι δηλαδή τα επίδικα από του έτους 1960 κατέστησαν αδέσποτα διά της εγκαταλείψεως, ήτοι της παραιτήσεως από της νομής των από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων με σκοπό την παραίτηση από της επ' αυτών κυριότητος, με αποτέλεσμα, εκ της μη λήψεως υπόψη των ισχυρισμών αυτών, το Εφετείο να απορρίψει, ως αόριστη, την ρηθείσα καταλυτική της αγωγής ένσταση, β) τον διά λόγου εφέσεως προταθέντα ισχυρισμό περί "αποδυναμώσεως" του επιδίκου δικαιώματος διά της επί μακρό χρονικό διάστημα αδρανείας των αναιρεσιβλήτων να το ασκήσουν.
Όπως, όμως, προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως λόγο εφέσεως επικαλέσθηκε ο τελευταίος μόνο ότι τα επίδικα "ήσαν αδέσποτα κατά την έννοια του άρθρου 972 του ΑΚ από την δεκαετία του έτους 1960 και κατά συνέπεια ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου", χωρίς να επικαλεσθεί τα περιστατικά διά των οποίων αυτά κατέστησαν αδέσποτα και ειδικότερα ότι οι ενάγοντες ή οι δικαιοπάροχοι αυτών εγκατέλειψαν τα επίδικα σε οποιοδήποτε χρόνο διά της παραιτήσεώς των από την νομή με τον σκοπό της παραιτήσεως από της επ'αυτών κυριότητος.
Επομένως , το Εφετείο με το να μην λάβει υπόψη του τα άνω περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο την ανωτέρω ένσταση, ως μη προταθέντα, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και η περί του αντιθέτου ως άνω υπό στοιχ. α' αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω , όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, το Εφετείο απήντησε στην ένσταση περί αποδυναμώσεως του επιδίκου δικαιώματος διά της επί μακρό χρόνο αδρανείας των αναιρεσιβλήτων να το ασκήσουν, αφού απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος για ουσιαστικούς λόγους, η δε "αποδυνάμωση" του δικαιώματος δεν συνιστά κάποια άλλη (γνήσια, μη αυτοτελή) ένσταση, πληρούσα το πραγματικό άλλης ουσιαστικής διατάξεως, διαφορετικής από εκείνης του άρθρου 281 του ΑΚ που εφήρμοσε το Εφετείο, επάγουσα διαφορετικές έννομες συνέπειες από τις υπό της τελευταίας προβλεπόμενες, ενώ, εξάλλου, τα περιστατικά που επροτάθησαν από τον αναιρεσείοντα, προς θεμελίωση της ενστάσεως "αποδυναμώσεως" του επιδίκου δικαιώματος, ταυτίζονται με εκείνα που θεμελιώνουν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που έλαβε υπόψη το Εφετείο.
Επομένως, η περί του αντιθέτου από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβαλλομένη άνω υπό στοιχ. β' αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
ΙΙΙ. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή του αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε και με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε επίσης, με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής, ούτε και με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία, ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο την διεξαγωγή των αποδείξεων και απαλλάσσει τον αντίδικο από το βάρος της αποδείξεως του ομολογουμένου ισχυρισμού.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί, το δε δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ,περιγράφονται σε αυτό με πληρότητα τα δύο επίδικα οικοπεδικά τμήματα, α) ως προς την ακριβή θέση τους στο οικοδομικό τετράγωνο εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του αναιρεσείοντος Δήμου, β) ως προ το εμβαδόν τους και γ) ως προς τα όρια αυτών, και τις πλευρικές για κάθε όριο διαστάσεις, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός της ταυτότητος του καθενός και η εκτέλεση της αποφάσεως.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής να διαλαμβάνεται σ' αυτή και περιγραφή της αρχικής μείζονος (και ήδη ρυμοτομηθείσης) εδαφικής ενιαίας εκτάσεως των αναιρεσιβλήτων ή των αμέσων ή απωτέρων αυτών δικαιοπαρόχων, μη αποτελούσης το υλικό αντικείμενο της δίκης, ανοιχθείσης διά της άνω αγωγής.
Επομένως, η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση διά του τρίτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, αιτίαση για αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε , παρά τον διά λόγου εφέσεως προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό, την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν περιγράφεται και η αρχική μείζων εδαφική έκταση των αναιρεσιβλήτων, υπόλοιπο της οποίας είναι τα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Περαιτέρω, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την μη απόρριψη της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω ποσοτικής αοριστίας. Η αιτίαση αυτή είναι, προεχόντως, απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον, όταν το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ήτοι σε ελλείψεις ή αντιφάσεις κατά την παράθεση των περιστατικών, πληρούντων το πραγματικό της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής διατάξεως, όχι όμως και όταν αυτές συνδέονται με την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και εκείνες του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' του ΚΠολΔ περί της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής . Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/7/2009 αίτηση του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής για αναίρεση της 7218/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ