Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for death caused by uninsured vehicle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance fund against 16 plaintiffs regarding a fatal traffic accident. The court found the vehicle was uninsured at the time of the crash because the temporary insurance coverage expired on November 15, 2003, while the accident occurred on November 20, 2003. Consequently, the lower court correctly rejected the insurance company's defense and held the fund liable for the victims' mental suffering.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6(1) and 576(2) of the Insurance Law; The temporary insurance coverage does not automatically renew upon expiration, meaning a vehicle is considered uninsured after the lapse date, establishing the insurer's liability for third-party damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1169/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη και κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 16 ΟΝΟΜΑΤΑ), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μιχαηλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/2/2004 αγωγές των υπό στοιχεία 1-8 και 13-14 αναιρεσιβλήτων και την από 30/5/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/3/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως, ως προς αμφότερα τα μέρη του.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Ρόδου, ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση προς συζήτηση κατ'αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, προς τους πρώτο έως και δέκατο τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφ'όσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από το πινάκιο, στη σειρά της, και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, συνδυαζομένη προς την διάταξη του άρθρου 68 του αυτού Κώδικος, συνάγεται, ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ'εκείνων των διαδίκων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή κατ'εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε.
Εάν δεν υφίσταται η προϋπόθεση αυτή, η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, και αυτεπαγγέλτως. Επί τη βάσει τούτων, η υπό κρίση αίτηση του κυρίως εναγομένου και παρεμπιπτόντως ενάγοντος "Επικουρικού Κεφαλαίου Ασφαλίσεως Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", περί αναιρέσεως της 130/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τέταρτης...., έκτου ..., εβδόμης ..., ογδόης ..., δεκάτης ...
και ενδεκάτου ...των αναιρεσιβλήτων, εφ'όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η υπ'αριθμ. κατ. 71/2004 κυρία αγωγή τούτων, που απευθύνετο και κατά του ιδίου, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμος, και επομένως έναντι τούτων δεν έχει έννομο συμφέρον το αναιρεσείον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Για τον αυτό λόγο, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεκάτου πέμπτου ... και δεκάτης έκτης ...των αναιρεσιβλήτων, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η υπ'αριθμ. 178/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατ'αυτών έγινε δεκτή και, επομένως, το τελευταίο δεν έχει έννομο συμφέρον, να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς αυτούς.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 2§1 και 2 της Κ4/585/1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6§5 του Ν. 489/1976 "Η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως. Δια να παρασχεθεί ασφαλιστική σύμβαση προς της εκδόσεως ασφαλιστηρίου, απαιτείται σύμβαση προσωρινής καλύψεως, αποδεικνυομένη δια του υπό του ασφαλιστού χορηγουμένου προσωρινού σημειώματος καλύψεως ή προκειμένης υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης και εγγράφου βεβαιώσεως, περί της οποίας το άρθρο 5§2 του Ν. 489/1976.
Το σημείωμα προσωρινής καλύψεως ισχύει μέχρι εκδόσεως του ασφαλιστηρίου, αλλά πάντως όχι πέραν της εις αυτό αναγραφομένης ημερομηνίας λήξεως". Στην προσωρινή κάλυψη, η οποία προβλέπεται από την διάταξη αυτή, δεν έχει τεθεί κάποια αίρεση και μάλιστα ότι θα ισχύει αν καταρτισθεί η οριστική σύμβαση και ότι θα ανατρέπεται αναδρομικώς αν δεν καταρτισθεί τέτοια σύμβαση.
Αλλιώς, στην περίπτωση που επέρχεται η ασφαλιζομένη ζημία προ της καταρτίσεως της οριστικής ασφαλιστικής συμβάσεως, η οποία δεν καταρτίζεται μετά την επέλευσης της ζημίας, θα ματαιούτο ο σκοπός της προσωρινής καλύψεως, η οποία επιδιώκεται με την ανωτέρω διάταξη ακριβώς γι' αυτήν την περίπτωση. Έτσι, η προσωρινή κάλυψη της αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο, που παρέχει με σύμβαση ο ασφαλιστής προ της εκδόσεως του ασφαλιστηρίου, ισχύει, για το χρονικό διάστημα, που συμφωνήθηκε, και στην περίπτωση που δεν ακολούθησε η σύναψη της οριστικής ασφαλιστικής συμβάσεως.
Όταν, δηλαδή, η προσωρινή κάλυψη παρασχέθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε λήγει με την πάροδο αυτού, ανεξαρτήτως του αν εκδόθηκε ή όχι ασφαλιστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 10§1 του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αστικής ευθύνης", το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστού.
Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 11§1 και 2 του αυτού νόμου, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10§1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού.
Η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνον αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δέκα έξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστού γνωστοποίηση της ακυρώσεως ή λήξεως ή αναστολής. Η ανωτέρω πρώτη παράγραφος του άρθρου 11 θέτει τον κανόνα του απροβλήτου των προαναφερομένων ενστάσεων από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου, με εξαίρεση την παράγραφο 2 αυτού, κατά την οποία ο ασφαλιστής δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου την ακύρωση, λήξη ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως μόνον αν την γνωστοποιήσει στον ασφαλισμένο και παρέλθουν δέκα έξι ημέρες από την γνωστοποίηση αυτών.
Τούτο, όμως, δεν ισχύει, προκειμένου περί προσωρινής ασφαλίσεως, με την οποία παρεσχέθη από τον ασφαλιστή προσωρινή κάλυψη για ορισμένο χρόνο, η οποία λήγει μόνον με την πάροδο του χρόνου αυτού. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 19§1 του αυτού Ν. 489/1976, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται να καταβάλει στα ζημιωθέντα πρόσωπα την κατά την παράγραφο 2 αυτού αποζημίωση, λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα όταν ...
β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση, δηλαδή η υποχρεωτική κάλυψη δι' ασφαλίσεως της εκ τούτου έναντι τρίτων αστικής ευθύνης. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο παθών τρίτος έχει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, για την καταβολή της αποζημιώσεως, μόνον όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο.
Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστού ή του ασφαλισμένου είτε με κοινή συμφωνία αυτών. Στην δευτέρα περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, πρέπει να έχει χωρήσει στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή γνωστοποίηση της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι ημερών από της γνωστοποιήσεως αυτής, συμφώνως προς όσα προεξετάστηκαν.
Τούτο, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη οριστικής συμβάσεως ασφαλίσεως. Προκειμένου περί προσωρινής συμβάσεως ασφαλίσεως, με την οποία παρεσχέθη από τον ασφαλιστή προσωρινή κάλυψη για ορισμένο χρονικό διάστημα, το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο, όταν το ατύχημα έλαβε χώρα μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, χωρίς εν τω μεταξύ να έχει καταρτισθεί η οριστική ασφαλιστική σύμβαση.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων , καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από τη διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος των, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος των εναγομένων, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στις 15-10-2003 ήρθε σε επαφή με τον Ε1, αντιπρόσωπο της τρίτης εναγομένης στην υπό στοιχείο β' αγωγή στην ..., προκειμένου να ασφαλίσει το όχημα για την αστική του ευθύνη έναντι τρίτων.
Κατά τη συνήθη πρακτική, ο εν λόγω αντιπρόσωπος χορήγησε στον πρώτο των εναγομένων προσωρινό σημείωμα καλύψεως και έγγραφη βεβαίωση ασφαλίσεως, με ισχύ από 15-10-2003 μέχρι και 15-11-2003, ήτοι για ένα μήνα. Όπως αποδεικνύεται και από την κατάθεση του Ε1 κατά την προκαταρκτική εξέταση αυτού, συμφωνήθηκε ότι εντός δέκα ημερών ο πρώτος των εναγομένων, αφενός θα του προσκόμιζε την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, για να αποσταλεί στην ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου η τελευταία να προβεί στη σύνταξη του συμβολαίου για την οριστική ασφάλιση του οχήματος, αφετέρου θα κατέβαλε το αντίτιμο της ασφάλισης.
Ωστόσο, ο πρώτος των εναγομένων δεν προσκόμισε την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, αλλά ούτε και κατέβαλε τα ασφάλιστρα. Κατόπιν τούτων, μετά το πέρας της ημερομηνίας της 15ης Νοεμβρίου του έτους 2003, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προσωρινή σύμβαση καλύψεως, το εν λόγω αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες στην τρίτη των εναγομένων στην υπό στοιχείο β' αγωγή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.", εφόσον στην περίπτωση της προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ίδιας AYE, περί αυτοδίκαιης ισόχρονης ανανέωσης της προσωρινής κάλυψης και συνεπώς η αγωγή με αρ.
κατ. 72/2004 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εν ταυτώ όμως ανακύπτει και η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, εναγομένου στην με αριθμ. κατ. 71/2004 αγωγή, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι ενάγοντες από τον θάνατο που προκάλεσε στο συγγενή τους το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο αποδεδειγμένα ήταν ανασφάλιστο ..".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την υπ' αριθμ. 72/2004 αγωγή, η οποία εστρέφετο και κατά της Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε", επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έκανε εν μέρει δεκτή την υπ' αριθμ. 71/2004 αγωγή η οποία εστρέφετο και κατά του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην μείζονα πρόταση διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφ' όσον δέχεται ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία, "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε", είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο με προσωρινή σύμβαση ασφαλίσεως, για το χρονικό διάστημα από 15-10-2003 έως 15-11-2003, ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα την 20-11-2003 και επομένως, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο.
Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, για την κρίση του, περί του ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις ήτοι η μη αναφορά περιστατικών, εν σχέσει προς την γνωστοποίηση της λήξεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, ανάγονται σε προϋπόθεση, η οποία δεν ήταν αναγκαία, στην παρούσα περίπτωση και επομένως σε ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο μόνος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της παραβιάσεως των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ευθέως και εκ πλαγίου, κατά την εφαρμογή των, πρέπει, ως προς αμφότερα τα μέρη του, να απορριφθεί, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2008 αίτηση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", περί αναιρέσεως της 130/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων,... και ... (14ου και 15ου), τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ