Legislator Case Law & Legislation
1169/2008 AI generated

Supreme Court remands case for retrial after finding lower court ignored valid counter-argument on contract validity.

Case Number 1169/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's claim for unpaid vacation pay and severance. The plaintiff argued that the employment contract containing a waiver of legal recourse and vacation benefits was void under the Constitution and specific labor laws, a point the lower court failed to consider. The Court ruled that the lower court erred by rejecting the counter-claim regarding the contract's validity without addressing its potential impact on the case outcome, thereby violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 361, 652 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: A lower court must examine all counter-claims raised by the opposing party that could substantially influence the judgment; failure to do so constitutes a ground for cassation and remand.

Keywords

AI generated
contract validity waiver of legal recourse vacation pay claim procedural error remand for retrial substantial influence labor law dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 5 of the Constitution
Article 361 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 33-35/2002
Supreme Court 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1169 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1169/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φλώρο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1265/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7016/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία, της οποίας ειδική πλευρά είναι η ελευθερία της εργασίας, ως ατομικό δικαίωμα, που περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων, όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ.

και συγκεκριμένα, την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί να μη αντιβαίνει αυτό στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως και να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (Ολ. ΑΠ 33-35/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 652 Α.Κ., η ρύθμιση κάθε θέματος, που αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών αυτής, ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, ο οποίος στα πλαίσια του δικαιώματός του αυτού έχει την ευχέρεια να προβαίνει σε αναδιοργάνωση της επιχειρήσεώς του και να συνάπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., ιδιαίτερη συμφωνία με καθένα από τους υπαλλήλους του για τη συμβατική λύση της συμβάσεώς του έναντι συμφωνημένου χρηματικού ποσού μεγαλύτερου εκείνου που θα δικαιούτο ο υπάλληλος, αν καταγγελλόταν η σύμβασή του από τον εργοδότη, χωρίς η ενέργεια αυτή να προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου.

Κατά δε τα άρθρα 1 στοιχ. ζ' και 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο εργοδότης στον υπάλληλό του, που συμπλήρωσε δεκαετή υπηρεσία, σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεώς του, είναι ίση με τις τακτικές αποδοχές του έξι μηνών, ενώ για κάθε έτος υπηρεσίας πέραν της δεκαετίας προστίθενται τριάντα ημέρες μέχρι το πολύ δύο έτη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, μισθωτοί γενικώς, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία τους, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες τις περιπτώσεις αυτές οι μεν ασφαλισμένοι επικουρικώς ποσοστό 40% της αποζημιώσεως, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς ποσοστό 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος από τον οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως και γ) οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του ή απομάκρυνση αυτού από τον εργοδότη του για τον προαναφερόμενο λόγο.

Ως πλήρης σύνταξη γήρατος νοείται εκείνη που χορηγείται από το ΙΚΑ ή οποιοδήποτε άλλο οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1β του Α.Ν. 1846/1951 και 5 παρ. 1β του Ν. 4104/1960, για τη χορήγηση από το ΙΚΑ πλήρους συντάξεως γήρατος, απαιτείται, προκειμένου περί γυναικών, η συμπλήρωση του 57ου έτους της ηλικίας τους και η πραγματοποίηση κατά την ημέρα υποβολής της αιτήσεως 10.000 ημερών εργασίας στην ασφάλιση.

Ακολούθως, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου και Νόμου, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955. Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, έχει ανάλογη εφαρμογή, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, και στην περίπτωση του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και των εκμεταλλεύσεων.

Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 Α.Κ., αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής συμβάσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε κατισχύουν αυτοί και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός στην εν λόγω περίπτωση δικαιούται να λάβει την αποζημίωση, που προβλέπει η συμβατική ρύθμιση, ενώ δεν δικαιούται, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να λάβει αθροιστικώς πέραν της συμφωνηθείσης και την αποζημίωση, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσείουσα στις 3-3-1971 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλός της και απασχολήθηκε σ' αυτή με την εν λόγω ιδιότητά της μέχρι τις 28-2-2001, οπότε λύθηκε συμβατικά η σύμβαση εργασίας της.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια ενός γενικοτέρου σχεδιασμού για την αναδιοργάνωσή της αποφάσισε να προβεί στην παροχή κινήτρων προς το προσωπικό της για την εθελουσία αποχώρησή του από την υπηρεσία. Το σχετικό πρόγραμμα γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό της, η δε υπό το στοιχείο 1β περίπτωση της αναφερόμενης εγκυκλίου της Διευθύνσεως Ανθρωπίνου Δυναμικού αυτής απευθυνόταν στις μητέρες υπαλλήλους, που είχαν γεννηθεί μέχρι τις 31-12-1951, είχαν ανήλικο τέκνο και τη δυνατότητα απολαβής μειωμένης συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα.

Ως κίνητρο για την εθελουσία αποχώρηση της κατηγορίας αυτής των υπαλλήλων παρεχόταν η δυνατότητα αποχωρήσεως από την υπηρεσία με προσαύξηση κατά 70% της προβλεπομένης από το Ν. 2112/1920 νόμιμης αποζημιώσεως. Επίσης, οι μετέχοντες στην εθελουσία αποχώρηση υπάλληλοι δεν θα μπορούσαν να ασκήσουν οποιαδήποτε αγωγή για απαιτήσεις τους, που προέρχονταν από την εργασιακή τους σχέση με την Τράπεζα, γιατί στην προσαυξημένη κατά 70% ως άνω προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβανόταν οποιαδήποτε απαίτησή του κατ' αυτής, που προερχόταν από οποιαδήποτε αιτία.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα με την αναφερόμενη αίτησή της δήλωσε προς την αντίδικό της ότι έλαβε γνώση των οικονομικών κινήτρων για την εθελουσία αποχώρηση απ' αυτή και επιθυμούσε να μετάσχει στο οικείο πρόγραμμα στην κατηγορία υπαλλήλων υπό το στοιχείο 1β του άρθρου 2 παρ. 2 της ως άνω εγκυκλίου, παραιτούμενη από κάθε τυχόν δικαίωμά της κατ' αυτής, αφού υπήρχε η βούλησή της προς αποχώρηση.

Επίσης, η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε το περιεχόμενο της εν λόγω εγκυκλίου, καθώς και τις προϋποθέσεις της εθελουσίας αποχωρήσεως, αφού η ίδια στις 28-2-2001 είχε συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας της, ήταν μητέρα ανηλίκου τέκνου, είχε συνολικά 8.714 ημέρες ασφάλισης στον κύριο ασφαλιστικό φορέα (ΙΚΑ) και ήταν δικαιούχος από 1-3-2001 πλήρους επικουρικής συντάξεως γήρατος από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Η τελευταία γνωστοποίησε εγγράφως στην αναιρεσείουσα ότι αποδέχθηκε το ανωτέρω αίτημά της για εθελουσία αποχώρηση από την υπηρεσία της σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους και προϋποθέσεις και ότι από 1-3-2001 λύεται η ως άνω σύμβαση εργασίας. Παράλληλα η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σ' αυτή τη 1-3-2001 το ποσό των 10.458.916 δρχ., το οποίο αποδέχθηκε η ίδια και αναλύεται ως εξής:

α) ποσό 6.152.304 δρχ., που αντιστοιχούσε στο 40% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το Ν. 3198/1955 και θα ελάμβανε αυτή ως αποζημίωση από την Τράπεζα, αν την ως άνω ημέρα της αποζημιώσεώς της λυόταν η σύμβαση εργασίας της λόγω γήρατος και όχι το 100% της αποζημιώσεως αυτής και β) ποσό 4.306.612 δρχ., που αντιστοιχούσε στην επιπλέον προσαύξηση 70% της ως άνω αποζημιώσεως.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 24-8-2001 αγωγή της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή παραβίασε τούτο ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955 δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται το 40% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, που θα έπαιρνε αν την ημέρα της εκουσίας αποχωρήσεώς της λυόταν η σύμβαση εργασίας της λόγω γήρατος, αφού στην παρούσα περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 και συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος από τον οργανισμό της κυρίας ασφαλίσεως (ΙΚΑ), ως μη έχουσα συμπληρώσει το 57ο έτος της ηλικίας της και μη έχουσα πραγματοποιήσει 10.000 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση και επιπλέον, η ίδια δεν αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της, ούτε απομακρύνθηκε απ' αυτή από την εργοδότριά της, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, αλλ' αντίθετα, όπως το Εφετείο δέχθηκε, η αναιρεσείουσα είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις, που έθετε η ανωτέρω εγκύκλιος της Τράπεζας, στις οποίες περιλαμβανόταν η δυνατότητα λήψεως μειωμένης συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα και επιπλέον, η σύμβαση εργασίας αυτής λύθηκε αφ' ενός μεν μετά από πρόταση της αναιρεσίβλητης, με την οποία παρεχόταν οικονομικά κίνητρα στους υπαλλήλους της για την εκουσία αποχώρηση από την υπηρεσία τους, αφ' ετέρου δε μετά τη συμπλήρωση από την ίδια των ορισθεισών από την Τράπεζα ως άνω προϋποθέσεων και την υποβολή της σχετικής αιτήσεώς της, την οποία αποδέχθηκε η αντίδικός της, με συνέπεια τη λύση της συμβάσεως εργασίας της με αντάλλαγμα τα συγκεκριμένα ως άνω οικονομικά κίνητρα, που αποτελούν ευνοϊκότερη ρύθμιση ως προς το ύψος της αποζημιώσεως και για το λόγο αυτό ο σχετικός όρος της μεταγενέστερης ως άνω συμβάσεως κατισχύει του αντιστοίχου όρου της διατάξεως του άρθρου 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

ΙΙ.- Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού της, κατά τον οποίο η συμφωνία περί αποκλεισμού του δικαιώματος προσφυγής της στη δικαιοσύνη και παραίτησή της από το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας του έτους 2001 είναι άκυρες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 3, 174, 180, 679 Α.Κ., 8 του Ν. 2117/1920 και 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 795.555 δρχ., το οποίο της οφείλει λόγω των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας του έτους 2001. Η αναιρεσίβλητη, απαντώντας στον αγωγικό αυτό ισχυρισμό, πρότεινε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση περί παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της ασκήσεως αγωγής για τις εν λόγω ένδικες αξιώσεις της και εκείνο λήψεως των παροχών αυτών.

Η τελευταία, απαντώντας στην ανωτέρω ένσταση, πρότεινε παραδεκτώς την αντένσταση της ακυρότητας της συμφωνίας περί αποκλεισμού του δικαιώματός της προσφυγής στη δικαιοσύνη και παραιτήσεώς της από το δικαίωμα λήψεως των ως άνω παροχών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή, κατά το εν λόγω αίτημά της, ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού προηγουμένως μετά παραδοχή της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας, απέρριψε την ένσταση της αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ακολούθως, η τελευταία με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς της κατά της αποφάσεως του εν λόγω Δικαστηρίου επανέφερε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου προς κρίση την ανωτέρω ένστασή της, ενώ η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που υπέβαλε παραδεκτώς ενώπιον αυτού, επανέφερε παραδεκτώς προς κρίση την προαναφερόμενη αντένστασή της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά το ως άνω κονδύλιό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προηγουμένως δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση της αναιρεσίβλητης, χωρίς να λάβει υπόψη την ασκούσα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθείσα ως άνω αντένσταση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρεσείουσας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.-

ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 7016/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ