Supreme Court allows appeal against airline's refusal of child allowance citing violation of substantive law Art. 281 A.C.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the airline's appeal against the First Instance Court's dismissal of its claim regarding child allowances. The airline argued that paying the allowance to all female staff would cause an unsustainable financial burden of over 1.1 billion drachmas annually, constituting an abuse of right. While the court accepted the first ground alleging a violation of substantive law Article 281 of the Civil Code, it rejected the second ground concerning the abuse of right due to the lack of specific factual evidence regarding the airline's financial state. Consequently, the appeal was granted only to the extent of the first ground, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 559 no. 1, 560 para. 1, 580 para. 3 K.Pol.D. The Supreme Court held that an appeal alleging a violation of substantive law is admissible if the lower court failed to provide sufficient reasoning, while a claim of abuse of right requires specific factual circumstances demonstrating the impossibility of performance or disproportionate burden.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1169 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1169/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου και Ανδρέα Πετρόπουλο.
Των καθών η κλήση αναιρεσίβλητων: ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 30 ΟΝΟΜΑΤΑ, απάντων κατοίκων..., εκ των οποίων οι 2η, 3η, 6η, 9η, 10η, 15η, 16η, 17η, 18η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσακίρη, οι 1η, 12η, 20η, 21η, 23η, 26η, 27η, 28η παραστάθηκαν με το δικηγόρο τους Δημήτριο Τσακίρη, ενώ οι 4η, 5η, 7η, 8η, 11η, 13η, 14η, 19η, 22η, 24η, 25η, 29η, 30η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 665/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26/9/2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1403/04 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 24/2/2005 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 27/10/2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., ... και ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ... του ίδιου δικαστικού επιμελητού, ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων ..., ... και ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών..., ...του ίδιου δικαστικού επιμελητή,... και ... του δικαστικού επιμελητή Σύρου ..., ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ...του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ...,... του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από ... αιτήσεως αναιρέσεως και της από ... κλήσεως της αναιρεσείουσας με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτή επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις τέταρτη, πέμπτη, έβδομη, όγδοη, ενδέκατη, δεκάτη τρίτη, δεκάτη τετάρτη, δεκάτη ενάτη, εικοστή δευτέρα, εικοστή τετάρτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή ενάτη και τριακοστή των αναιρεσιβλήτων. Αυτές όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών σαν να ήταν παρούσες και αυτές (άρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ. 8/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τ' ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι που εργάζονται στην αναιρεσείουσα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ζήτησαν να του καταβληθεί οικογενειακό επίδομα (τέκνων) του χρονικού διαστήματος από 1/1/1995 μέχρι 31/12/2000 το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, καθόσον εδίδετο στους συζύγους τους.
Η αναιρεσείουσα αποκρούοντας την αγωγή προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τους αναιρεσίβλητους, την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση με την οποία επανέφερε την ανωτέρω ένσταση και ισχυρίσθηκε ειδικότερα α) ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν σ' αυτή τ' απαραίτητα δικαιολογητικά (πιστοποιητικά) γέννησης των τέκνων τους για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος τέκνων, ούτε κάποιο άλλο έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει ότι έχουν την επιμέλειά τους β) ότι οι ενάγοντες επί σειρά ετών δεν διατύπωσαν διαφωνίες σχετικά με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών τους και έτσι της δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν διατηρούν αξιώσεις από την επίδικη αιτία και γ) ότι μέχρι 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο έλλειμμα (παθητικό) αυτής ύψους 65.154.675.048 δραχμών, η δε ετήσια επιβάρυνσή της από την τυχόν αμετάκλητη επιδίκαση του επιδόματος τέκνων για το προσωπικό της ανέρχεται σε 161.000.000 δραχμές και για τα επτά (7) συνολικά έτη που εκκρεμούν σχετικές αγωγές ανέρχεται σε 1.127.00.000 δραχμές, πλέον τόκων.
Ότι έτσι θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία, που θα οδηγήσει σε πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσής της ώστε να ανατραπεί το πρόγραμμα εξυγίανσής της με βέβαιη την χρεωκοπία της. Το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση αυτή, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διότι η μη καταβολή του επιδόματος οφείλεται στην πεποίθηση της εναγομένης, η οποία διαθέτει έμπειρη νομική υπηρεσία, ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος τέκνων ενώ στο παρελθόν είχαν εγερθεί κατ' αυτής αγωγές υπαλλήλων της για την επιδίκασή του, όπως και αγωγές 18 εκ των ήδη εναγόντων για προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Ακόμη γιατί το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη τελεί υπό καθεστώς εξυγίανσης δεν δικαιολογεί την αποστέρηση από τους ενάγοντες του ως άνω επιδόματος, η καταβολή του οποίου δεν είναι αυτό που θα προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της εναγομένης, έστω και ως κατά το παραπάνω τμήμα του παθητικού της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε επιδικάσει σ' αυτούς τ' αναφερόμενα ποσά για επίδομα τέκνων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ.
και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρ. 559 αριθ. 1 και αληθώς από το άρθρ. 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, συνεπώς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον άνω λόγο παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρ. Μπαλντάς έχει την εξής γνώμη : Κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ως προς τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την καταβολή σε αυτήν επιδόματος τέκνων, αυτή (αναιρεσείουσα) προέβαλε εκτός άλλων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και σε σχέση με την επιβληθείσα δυσβάστακτη οικονομική της επιβάρυνση και τον κλονισμό του προϋπολογισμού της από την ικανοποίηση της αξιώσεως της αντιδίκου της, ότι εκ της καταβολής του εν λόγω επιδόματος σε όλο το θήλυ προσωπικό της, που έχει ομοειδείς απαιτήσεις και που άσκησε ή μετά βεβαιότητος θα ασκήσει σχετικές αγωγές η επιβάρυνσή της θα ανέλθει στο ποσόν των 11.500.000 δραχμών μηνιαίως, των 161.000.000 δρχ.
ετησίως και του 1.127.000.000 για μία επταετία, ότι ο προϋπολογισμός της είναι ήδη ελλειμματικός και μάλιστα διανύει περιόδους εξυγίανσης μετά τους νόμους 2271/94 και 2608/1998. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος τούτο, όπως φέρεται με το αναιρετήριο ότι προβλήθηκε, είναι πράγματι αόριστος. Τούτο διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν (ισχυρισμό) συγκεκριμένα για δυσβάστακτες από την ικανοποίηση της αξιώσεως της αναιρεσιβλήτου, πραγματικά περιστατικά, όπως η λεπτομερής οικονομική της αναιρεσείουσας κατάσταση, δηλαδή το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, το σύνολο των ετησίων και της επταετίας εσόδων και εξόδων (εισπράξεων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων), το βαθμό μέχρι του οποίου επηρρεάζεται η κατάστασή της (περιουσιακή) αυτή από την ικανοποίηση των αξιώσεων της αντιδίκου της, όπως και τα αίτια της δυσμενούς πορείας των οικονομικών της, επιπλέον δε δεν προσδιορίζονται αναλυτικά οι τυχόν αξιώσεις των λοιπών εργαζομένων.
Τα λοιπά δε ως άνω φερόμενα ως προβληθέντα πραγματικά περιστατικά προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο που απέρριψε, με απλή αιτιολογία, τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, γι' αυτό και έπρεπε ν' απορριφθεί ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 21/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ