Supreme Court allows appeal against lower court's partial judgment on property ownership due to failure to adjudicate full claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the government's appeal against a partial judgment that only recognized ownership for 812 square meters of a 2,157 square meter property. The lower court erroneously assumed the government claimed only the smaller portion, leaving the remaining 1,345 square meters unadjudicated. Consequently, the Court reversed the decision and remanded the case for a full trial on the entire disputed area.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible and substantive when a final judgment fails to adjudicate a specific part of the plaintiff's claim due to a misunderstanding of the scope of the intervention.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1168/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Μάμαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Πρωτοδικείου Σύρου και συνεκδικάστηκε με την από 14-9-2009 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370ΕΜ/2009 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και 191/2011 μη οριστική και 150/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 20 Δεκεμβρίου 2017 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ../21-12-2017), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 150/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 4 Δεκεμβρίου 2007 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5/7-1-2008), αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ισχυρίσθηκε ότι κατέστη κύριος, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, δύο ακινήτων που βρίσκονται στην Σύρο και ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής δεν κατέθεσε εμπροθέσμως τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ακίνητα να καταχωρηθούν με ΚΑΕΚ "άγνωστου ιδιοκτήτη" και με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της πλήρους κυριότητάς του επί των ακινήτων αυτών, να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές, ώστε να εγγραφούν νομίμως και οριστικώς τα δικαιώματα της κυριότητάς του επί των ακινήτων και να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Ερμούπολης να προβεί στην εγγραφή - καταχώρηση των ανωτέρω διορθώσεων στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ερμούπολης.
Επίσης, το αναιρεσείον άσκησε στην διανοιγείσα δίκη κυρία παρέμβαση και ζήτησε να αναγνωριστεί αυτό κύριο του πρώτου ακινήτου: α) δικαιώματι πολέμου ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε, β) ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. της 21-6/10-7-1838 και γ) ως έχον τον χαρακτήρα βοσκότοπου και λιβαδιού κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 β.δ.
Η αίτηση και η κυρία παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και με την υπ' αριθμ. 370ΕΜ/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου έγινε δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε η κυρία παρέμβαση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ασκηθείσης εφέσεως από το αναιρεσείον, το Τριμελές Εφετείο Σύρου, αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 191/2011 απόφασή του, με την οποία διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και, στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια αυτής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 150/2015 απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως να αναγνωριστεί ο αιτών ή το κυρίως παρεμβαίνον, αντιστοίχως, κύριοι του πρώτου ακινήτου και να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Ερμούπολης να προβεί στην διόρθωση της πρώτης εγγραφής ως προς τα επίδικα ακίνητα, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς το μέρος αυτό και, εν συνεχεία, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - καθού η αίτηση - κυρίως παρεμβαίνοντος, δεχόμενο ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του πρώτου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριος τμήματος αυτού, εμβαδού 812 τ.μ., απορρίπτοντας ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του τελευταίου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2, εδάφ. α', παρ. 3, περ. α' του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο", όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 2 παρ. 2, 6 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 2 του Ν. 3481/2006, ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 5 του Ν. 3552/2007, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.
Έτσι, αντικείμενο της διανοιγείσας δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος, που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς, όμως, να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στην διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος, που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ, επίσης, στην τροποποιηθείσα αυτή διάταξη ορίζεται, ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (Α.Π. 647/2020, Α.Π. 1498/2014, Α.Π. 148/2014, Α.Π. 309/2012).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια, ήτοι οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ.), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός, που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους, με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), ήτοι τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ, ήτοι τους δημόσιους δρόμους, τις πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), ήτοι τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση, οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παραλλήλως να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του Νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά, με τη δήμευση που έγινε, διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα οποία ή κατέλαβε κατά την διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", όπου διαλαμβάνεται, ότι "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε, αφενός μεν, τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί στα, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τα εξουσίαζε και ο οποίος μπορούσε να τα διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβιβάσεως, αφετέρου δε, τα δικαιώματα εξουσιάσεως "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί στις δημόσιες, κατά το παραπάνω δίκαιο, γαίες (μιριγιέ), όπως καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και στα οποία οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο το παραπάνω δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και, μάλιστα, κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπειαν, τα ακίνητα των νήσων αυτών, αφού δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει μόνο εφόσον πρόκειται για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σύρος, σύμφωνα με τα παραπάνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου για δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις, που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κάποιον και, γενικά, ακίνητα, που δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκίων, μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους, ενώ ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα Πρωτόκολλα και τη Συνθήκη που προαναφέρθηκαν, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς αποζημίωση.
Τούτο επιβεβαιώνεται και από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται, ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ. Α.Π. 1/2013, Α.Π. 447/2021, Α.Π. 371/2020). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και εκείνα των Κυκλάδων, τα οποία, επειδή δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκίων, περιήλθαν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ' άρθρον 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., για τον προ της ισχύος του Α.Κ.
χρόνο, βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχετ.
διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο, από 21 Ιουνίου 1837, νόμο "Περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστεως, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και εκείνα των Κυκλάδων, τα οποία, επειδή δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκίων, είχαν περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σε αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.
παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις, αφενός μεν, του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926, αφετέρου δε, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων, ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Ολ.
Α.Π. 75/1987, Α.Π. 1296/2020, Α.Π. 647/2020, Α.Π. 371/2020, Α.Π. 10/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 12-12-1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα, που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους και β) το άρθρο 3 του ν.
ΨΗΖ71880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική - κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις: περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915 (Α.Π. 284/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 8/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την με αριθ. …/1997 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιά Π.
Ν.. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης (τόμ. .., αριθ…), ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας του Μ. Γ.. Π., πρώην χήρας Μ. Δ., συζ. Λ. Β., που απεβίωσε στις 13.4.1995 στην Αθήνα χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, στην οποία (κληρονομιά) περιλαμβάνεται και "ένα χωράφιον μετά σκληροχωράφου, κείμενον στη θέση ……της Κοινότητας ….τής νήσου Σύρου, εκτάσεως κατά τον τίτλον κτήσεως ημισείας ζευγαριάς, πλησίον Γ.
Α.. Ρ., Φ. Ν.. Π., κληρονόμων. Β. Ν.. Ρ. και με δρόμον και σήμερον συνορευόμενον με κτήματα Ν. Ρ., Κοινοτικής οδού και…., εκτάσεως κατά νεωτέρα καταμέτρηση ενός και ημίσεως (1 1/2) στρέμματος και κατά πρόσφατη καταμέτρηση εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών δύο χιλιάδων εννεακοσίων σαράντα τριών (2.943)". Αφού η περιοχή …της νήσου Σύρου κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε.
που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 286/4/17.3.2005) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 28.3.2005. Το όπως παραπάνω ακίνητο εμφαίνεται ως γεωτεμάχιο, με εμβαδόν 2.157 τ.μ.
και τον ΚΑΕΚ ... στα κτηματολογικά βιβλία του εν λόγω Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης και φέρεται στα βιβλία αυτά ως άγνωστου ιδιοκτήτη. Συνορεύει νότια και νοτιοανατολικά με δρόμο, δυτικά με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά και βόρεια με το ακίνητο με τον ΚΑΕΚ ... και βόρεια και βορειοανατολικά με το ακίνητο με τον ΚΑΕΚ ....
Το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) προβάλλει τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας για τις αναφερόμενες στην αίτησή του αιτίες (δικαιώματι πολέμου, ως αδέσποτο και ως χορτολιβαδική έκταση, για την επικαρπία επί της οποίας δεν εκδόθηκε έγγραφο "ταπί" επί Τουρκοκρατίας) ως προς το βορειότερο τμήμα του ακινήτου τούτου, εμβαδού 812 τ.μ., όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην κύρια παρέμβαση τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν άσκησε ποτέ πράξεις νομής ιδιώτης.
Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών του επικαλείται και προσκομίζει την με αριθ. πρωτ. οικ. ... έγγραφη έκθεση φωτοερμηνείας του Δ/ντή Δασών Νομού Κυκλάδων Κ. Κ., κατά την οποία ολόκληρο το αγροτεμάχιο κατά το 1945 δεν έφερε περιμετρική ξηρολιθιά και δεν είχε στοιχεία αγροτικής καλλιέργειας, ενώ κατά το 1960 είναι περιφραγμένο με περιμετρική ξηρολιθιά (χωρίς όμως να διακρίνεται στα νοτιοανατολικά αυτού περίφραξη), αλλά το επίδικο τμήμα εξακολουθεί να έχει υφή ακαλλιέργητου, όπως εξάλλου και τα επόμενα χρόνια (στον ορθοφωτοχάρτη της περιοχής το 1996 και στην δορυφορική εικόνα της περιοχής έτους 2009).
Όπως προκύπτει από τους τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, το ακίνητο που περιήλθε σ' αυτόν από κληρονομιά της μητέρας του, με την ίδια όπως παραπάνω περιγραφή και τα αυτά όρια (πλην της "κατά πρόσφατη καταμέτρηση εκτάσεως 2.943 τ.μ."), είχε περιέλθει στην κληρονομούμενη μητέρα του δυνάμει του με αριθ.
…/1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 545, αριθ. 55), από δωρεά στη ζωή του πατέρα της .... Στον Γ. Μ. Π. είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθ. …/1942 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε. Μ. Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύρου (τόμ. .., αριθ. ..), από την μητέρα του Ε.
σύζ. Μ. Π., το γένος Α. Β.. Στο συμβόλαιο αυτό το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως "εν χωράφιον μετά σκληροχωράφου, κείμενον στη θέση Π… ή ….της Κοινότητας Μ…της Σύρου, με πέντε συκόδενδρα, εκτάσεως ημισείας ημέρας ζευγαριάς, περιτοιχισμένον συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Γ. Α.. Ρ., Φ. Ν.. Π., κληρονόμων Β.
Ν.. Ρ. και με δρόμον". Στην Ε. σύζ. Μ. Π. είχε περιέλθει με το με αριθ. …/1914 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Α.. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 118, αριθ. 1546), από την Α. Ι.. Μ., η οποία, κατά την περιγραφή του εν λόγω συμβολαίου, ήταν κυρία "ενός χωραφιού περιφράκτου κειμένου εις θέσιν … της Σύρου της περιφέρειας της Κοινότητας Μ..
εκτάσεως ημισείας ζευγαριάς περιέχοντας τρεις συκάς και πλησιάζοντας με κτήματα Γ. Ρ., Ι. Ν.. Π. και δημοσίαν οδόν". Στην Α. Ι.. Μ. είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθ. …/1910 πωλητηρίου συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου Σ. Α.. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμ. 19, αριθ. 116), από τους συγκυρίους τούτου Λ.
Γ.. Ρ. και …σύζ. Λ. …, το γένος I…. Οι ως άνω πωλητές ήταν συγκύριοι, κατά την περιγραφή του τελευταίου συμβολαίου, "ετέρου χωραφιού περιφράκτου κειμένου εις θέσιν ..περιέχοντας τρεις συκάς και πλησιάζοντας με κτήματα Γ. Λ.. Ρ., Ι. Ν.. Π. και με δημοσίαν οδόν". Στους πωλητές Λ. Γ.. Ρ. καί Ε. σύζ. Α.. Ρ., το γένος I. Μ…, είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθ. 16019/1904 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Ε.
Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμ. …, αριθ. …), από τους γονείς της δεύτερης Γ. Λ. ..(.., όπως συνάγεται από το αμέσως παρακάτω συμβόλαιο) και Μ. σύζ. Γ.. Μ., το γένος Ρ., στο οποίο συμβόλαιο έχει την αυτή όπως αμέσως παραπάνω περιγραφή. Στους προικοδότες Γ. Λ.. Μ. και Μ. σύζ. Γ.. Μ., το γένος Ρ., είχε περιέλθει δυνάμει του (συνταγέντος αυθημερόν με το αμέσως παραπάνω) με αριθ. 16018/1904 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου Ε.
Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμ. …, αριθ….), από τον Α. Φ. Ρ.. Στον πωλητή Α. Φ. Ρ. είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθ. 19323/1888 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Α. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμ. 66, αριθ. 1813), από την Ά. σύζ. Γ. Σ., το γένος Γαδ, στο οποίο περιγράφεται ως "έτερον περίφρακτον χωράφιον κείμενον κατά την αυτήν θέσιν Πη…, με τρεις συκάς, πλησιάζον με κτήματα Γ.
Π., Γ. Σ. Γ. ιερέως καί δρόμον". Στον καθένα από τους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας μνημονεύεται ο προηγούμενος, δηλαδή ο τίτλος ιδιοκτησίας του μεταβιβάζοντος, ενώ στον τελευταίο έχει καταχωριστεί δήλωση του αγοραστή Α. Φ. Ρ. περί του ότι, αν και δεν παρουσιάζονται τίτλοι ιδιοκτησίας, γνωρίζει ότι τα πωλούμενα ακίνητα ανήκουν στην πωλήτρια και αποδέχεται την αγορά τους.
Η αλληλουχία των τίτλων ιδιοκτησίας χωρίς την ύπαρξη κενών ή ασαφειών, σε συνδυασμό με την αναφορά σε όλους τους τίτλους από εκείνον του 1888 έως και τον τίτλο ιδιοκτησίας του 1942 ότι το ακίνητο είναι περιφραγμένο ("περίφρακτο"), καθώς και με την αναφορά σε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας ότι αυτό έχει ως όριο και δρόμο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο που περιήλθε στον αιτούντα από κληρονομιά της μητέρας του είχε ανέκαθεν σταθερά όρια και ταυτίζεται με το ακίνητο για το οποίο υφίσταται ο απώτερος τίτλος ιδιοκτησίας, ήτοι το με αριθ.
…/1888 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Α. Β., ανεξαρτήτως του ότι στους μεταγενέστερους τίτλους εμφανίζεται μεγαλύτερη η έκτασή του. Ειδικότερα η απόκλιση ως προς το εμβαδόν του μεταξύ των τίτλων ιδιοκτησίας (σε όλους τους τίτλους από το 1914 και εφεξής φέρεται με εμβαδόν ημίσειας ημέρας ζευγαριά ή 1,5 στρέμμα στο συμβόλαιο του 1979 και 2.943 τ.μ.
στην αποδοχή κληρονομιάς του 1997) και του κτηματολογίου (2.157 τ.μ.) δικαιολογείται από τα μέσα και τους τρόπους εμβαδομέτρησης κατά τις παλαιότερες εποχές, οπότε λαμβανόταν υπόψη ο χρόνος καλλιέργειας με ζώα μιας έκτασης και, συνακόλουθα, ο προσδιορισμός του εμβαδού επηρεαζόταν από το περισσότερο ή λιγότερο καλλιεργήσιμο αυτής.
Ας σημειωθεί δε ότι κατά την ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Δ. Δ., το ακριβές εμβαδόν του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε 2.230,86 τ.μ. Εξάλλου, από την λεπτομερή αντιπαραβολή των συμβολαιογραφικών εγγράφων που αφορούν στο ένδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
και εκείνων που αφορούν στα όμορα ακίνητα με τους ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0 (για το επίσης όμορο ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 δεν ανευρέθηκαν συμβολαιογραφικά έγγραφα) σε διάφορες χρονικές περιόδους, η οποία περιέχεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι ιδιοκτήτες που αναφέρονται στα συμβόλαια του ενδίκου ακινήτου ως όμοροι είναι οι πράγματι αναφερόμενοι και στα οικεία συμβολαιογραφικά έγγραφα των ομόρων ακινήτων και, αντίστροφα, τα τελευταία εμφανίζουν ως έναν από τους όμορους ιδιοκτήτες τον ιδιοκτήτη του ενδίκου ακινήτου κατά την χρονική περίοδο σύνταξης τους.
Όσον αφορά στη μορφολογία του εδάφους του όλου ακινήτου, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η επιφάνειά του διαχωρίζεται σε τρεις κύριους αναβαθμούς παράλληλους με τον άξονα ανατολής - δύσης, οι δύο νοτιότεροι από τους οποίους είναι ομαλοί και επίπεδοι με ελαφριά κλίση από δύση προς ανατολή, ενώ ο βορειότερος είναι λιγότερο ομαλός και έχει εντονότερη κλίση προς την ίδια κατεύθυνση.
Το ακίνητο έχει περίφραξη από ξηρολιθιά (ξηρολιθοδομή) σε όλο το μήκος της περιμέτρου του, εκτός από 28 μ. περίπου στην νοτιοανατολική γωνία του, κατά μήκος της οδού και στο βορειότερο σημείο του, όπου ο υφιστάμενος βραχώδης σχηματισμός δημιουργεί φυσικό εμπόδιο και όριο. Ειδικότερα, αυτός (βραχώδης σχηματισμός) καταλήγει στο βορειότερο όριο του ακινήτου, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται η πλέον αποδιοργανωμένη ξηρολιθιά, περιλαμβάνοντάς τον όμως σαφώς εντός του ακινήτου.
Τα αμέσως παραπάνω συνάδουν και με τα αναφερόμενα στο με αριθ. πρωτ. ../10.92014 έγγραφο της δασολόγου της Δ/νσης Δασών Νομού Κυκλάδων Ε. Γ., που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν Δημόσιο, στο οποίο υπό τον τίτλο "διατύπωση γνώμης επί πραγματογνωμοσύνης" αναφέρεται ότι έγινε αυτοψία στο επίδικο στις 5.92014, ότι υφίσταται ξηρολιθιά σχεδόν σε όλη την περίμετρο του ακινήτου με ΚΑΕΚ….., όπως περιγράφεται και στην πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη, ότι το επίδικο τμήμα, εμβαδού 812 τ.μ., που έχει χορτολιβαδική μορφή, περιλαμβάνει βραχώδες ή πετρώδες έδαφος και μικρό πλάτωμα [οριζόμενο στην πραγματογνωμοσύνη ως "βορειότερος αναβαθμός") και ότι, λαμβάνοντας υπόψη και την ξηρολιθιά που είναι εμφανής στις αεροφωτογραφίες του 1960 και μετέπειτα, το τμήμα αυτό εντάσσεται στην ενιαία έκταση του γεωτεμαχίου.
Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και, ιδίως, την συνδυαζόμενη με τους τίτλους ιδιοκτησίας ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος - καθ' ου η κύρια παρέμβαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι πράξεις νομής ασκούνταν διαχρονικά στο όλο ακίνητο, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου τμήματος των 812 τ.μ., το οποίο εντάσσεται κατά τα ανωτέρω στην ενιαία έκτασή του.
Ειδικότερα ο αιτών και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοι του, άμεσοι και απώτεροι, καθ' όλο το διάστημα που αφορούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας τους (1888 - 1997), αλλά και επί πολλά χρόνια πρωτύτερα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ως αγροτικού ακινήτου.
Μεριμνούσαν για τη συντήρηση και διατήρηση της περίφραξης από ξηρολιθιά, καλλιεργούσαν το εύφορο προς νότο κυρίως τμήμα με κριθάρι και έβοσκαν τα ζώα τους στο βορειότερο, μη δεκτικό καλλιέργειας, επίδικο τμήμα του, χωρίς να ενοχλούνται στην άσκηση των πράξεων νομής από κανένα. Έτσι ο αιτών έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου τμήματος των 812 τ.μ.
τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Τούτο διότι έχει μεν τη μορφή χορτολιβαδικής έκτασης και ισχύει ως προς αυτό το τεκμήριο (μαχητό) κυριότητας του κυρίως παρεμβαίνοντος, ..... πλην όμως η κυριότητά του είχε αποκτηθεί από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του αιτούντος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.
δικαίου (ήτοι με την άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία), καθώς ο σχετικός χρόνος χρησικτησίας αυτών είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915, όπως προέβαλε αυτός με τις πρωτόδικες προτάσεις του, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους από το Δικαστήριο.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε επομένως, που έκρινε κατά βάση τα ίδια, απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και δέχθηκε την αίτηση ως προς το επίδικο, κατά το οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως βάσιμη κατ' ουσίαν". Με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του καθού η αίτηση - αναιρεσείοντος, δεχθέν τον περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμό του αιτούντος - αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, από το 1888, οι φερόμενοι ως απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του αιτούντος κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, τόσον με παράγωγο, όσον και με πρωτότυπο τρόπο και δη, με τα προσόντα της χρησικτησίας του βυζαντιρωμαϊκού δικαίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις αναφερόμενες στην νομική σκέψη διατάξεις, καθόσον το επίδικο, το οποίο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν χορτολιβαδική έκταση, υπέκειτο σε χρησικτησία μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση και ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου νεμήθηκαν αυτό, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαταράκτως από το 1888 μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915, δηλαδή, για χρονικό διάστημα μικρότερο της 30ετίας, με διάνοια κυρίων, με βάση τους μνημονευόμενους τίτλους τους και με καλή πίστη, χωρίς πριν το έτος 1988 να μνημονεύει άλλον τίτλο επί του επιδίκου.
Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερθέντα, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το επίδικο ακίνητο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, ήτοι δημόσιο κτήμα, έπρεπε για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού με χρησικτησία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η τριακονταετής χρησικτησία επ' αυτού να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915, ήτοι να έχει αρχίσει τουλάχιστον από την 11η Σεπτεμβρίου 1885, ημερομηνία στην οποία έπρεπε να αναχθεί η προσβαλλόμενη, προκειμένου να απορρίψει την έφεση.
Εν τούτοις, δέχθηκε ότι από το έτος 1888, με βάση το υπ' αριθμ. ../1888 συμβόλαιο, "αλλά και επί πολλά χρόνια πρωτύτερα", οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου νέμονταν το επίδικο με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου. Δέχθηκε, δηλαδή, ως χρόνο χρησικτησίας των απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου, πριν την 11η Σεπτεμβρίου 1915, μικρότερο της τριαντακονταετίας.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και δη, δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ακόλουθα:
α) σε ποιόν ανήκε η κυριότητα του επιδίκου πριν την κατάρτιση των προαναφερθέντων συμβολαίων, ο χρόνος των οποίων εξικνείται μέχρι το έτος 1888, β) ποια ήταν η μορφολογική κατάσταση αυτού, δηλαδή αν επρόκειτο περί δημόσιας γαίας ή γαίας καθαρής ιδιοκτησίας κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας και, ακολούθως, κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθηκών και του β.δ.
της 3/15.12.1833, γ) ποιο ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ), το οποίο είχε παραχωρηθεί επί Τουρκοκρατίας στους απώτατους δικαιοπαρόχους του αιτούντος και με ποιόν τρόπο αυτό, στη συνέχεια, μετεξελίχθηκε σε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου και δ) εάν οι δικαιοπάροχοι του τελευταίου νεμήθηκαν το επίδικο επί τριάντα (30) χρόνια μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και με βάση τον πρωτότυπο αυτόν τρόπο κατέστησαν κύριοι αυτού.
Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στον προηγούμενο και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο εκτιθεμένων, αλλά και επικαλουμένων από το αναιρεσείον διατάξεων και γι' αυτό ο, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων, που έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο καλύπτει και τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρετικούς λόγους, από το άρθρο 559 αριθμ. 13 και 11γ του Κ.Πολ.Δ., η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9, περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, όχι, όμως και εκείνη της ενστάσεως, της αντενστάσεως και, εν γένει, της αποφάσεως πάνω σε κάθε είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1284/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο, από το άρθρο 559 αριθμ. 9, περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστο αγωγικό του αίτημα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, αν και με την κυρία παρέμβασή του ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της κυριότητάς του επί ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 2.157 τετραγωνικών μέτρων, εν τούτοις, το Τριμελές Εφετείο Σύρου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσο στην ελάσσονα πρότασή του, όσο και στο διατακτικό του, έκρινε για το δικαίωμά του κυριότητας μόνο επί τμήματος αυτού και, συγκεκριμένα, επί εκτάσεως 812 τετραγωνικών μέτρων αυτού και, εν τέλει, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του, απέρριψε την κυρία παρέμβασή του ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αυτό (περιεχόμενο) προπαρατέθηκε, εκτίθεται σ' αυτήν κρίση μόνο για έκταση 812 τετραγωνικών μέτρων του όλου επιδίκου ακινήτου. Επίσης, στο διατακτικό της περιέχεται η ακόλουθη διάταξη: "Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στα σωρευόμενα αιτήματα:
α) της αίτησης και β) της κύριας παρέμβασης περί του να αναγνωριστεί ότι ο αιτών και αντίστοιχα το κυρίως παρεμβαίνον είναι κύριος του επιδίκου τμήματος, εμβαδού 812 τ.μ., του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ ......". Έτσι το αίτημα της κυρίας παρεμβάσεως δεν εκδικάστηκε πλήρως, αλλά έμεινε αδίκαστο κατά την υπόλοιπη έκταση των 1.345 τετραγωνικών μέτρων, διότι, εκ παραδρομής, το Εφετείο θεώρησε ότι με την κυρία παρέμβαση ζητείτο να αναγνωριστεί το Ελληνικό Δημόσιο κύριο εκτάσεως μόνο 812 τετραγωνικών μέτρων και όχι επί του συνόλου του επιδίκου ακινήτου, ήτοι επί εκτάσεως 2.157 τετραγωνικών μέτρων.
Τούτων δοθέντων, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχήν ως βασίμων, του πρώτου, τετάρτου και πέμπτου των λόγων της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την καταβολή του δεν διαλαμβάνεται διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την καταβολή του (άρθρο 28 παρ.4 εδ.β'του Ν.2579/1998).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 150/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ