Supreme Court allows appeal against expropriation compensation order due to failure to request higher valuation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a regional court's expropriation compensation order. The appellant argued the lower court set final compensation rates higher than the provisional rates without the appellants' request, violating procedural rules. The court found that since the appellants did not file a timely counter-request for a higher valuation or appear in court, the lower court erred by adjudicating on an unrequested issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte whether absent parties expedited the hearing, and if so, the case proceeds as if they were present, or if the opposing party expedited it, whether they were lawfully summoned.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1168/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ….., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ……, που κατοικοεδρεύει στην ….. και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …….. και 19) …….., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 114/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 3227/11-9-2007 αίτηση και την διά των προτάσεων ανταίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 724/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βάρκα διάβασε την από 4-2-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 23-7-2009 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-7-2009 (αρ. κατ. 260/27-8-2009) αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμό 724/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του ΚΑΑΑ (Ν.2882/2001), επί αιτήσεων των διαδίκων περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Κατά την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (β' εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013) (ΑΠ 8/2018). Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που ορίζει ότι επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν εφαρμόζεται η παρ 3 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί.
Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω διάταξη αφορούσε την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, μετά όμως την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ και άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001 έχουν τις ίδιες συνέπειες). Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ'αριθμους 10712Β', 10713 Β', 10714Β', 10715Β, 10716 Β, 10717Β'και 10718 Β'/31-12-2021 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ.
Γ., τις οποίες προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι με έγγραφη παραγγελία της δικαστικής πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευτυχίας Σιούλη, ως πληρεξουσίας του ανωτέρω αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, το οποίο (αναιρεσείον) παραστάθηκε νόμιμα κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους 3ο, 4η, 6ο, 7ο, 8η, 11η και 12ο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, για να παρασταθούν στη σημερινή δικάσιμο, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 ΚπολΔ και 573 παρ.1 ΚπολΔ.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 31-1-2021 εκθέσεις "ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΜΑΤΑΙΩΘΕΙΣΑΣ ΕΠΙΔΟΣΕΩΣ", της ίδιας ως άνω αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσαλονίκης Μ. Γ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, η εν λόγω επιμελήτρια μετέβη στην οικία των 1ου, 2ης, 5ης, 9ου, 10ης, 13ου, 14ου, 15ου, 16ης, 17ης, 18ης και 19ης των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να επιδώσει αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και κλήση προς συζήτηση αυτής, πλην όμως διαπίστωσε ότι οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν αποβιώσει και γι' αυτό ματαιώθηκε η επίδοση, πλην όμως πέραν των προαναφερομένων εκθέσεων, δεν προσκομίσθηκε από το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποια άλλη απόδειξη περί του θανάτου των ανωτέρω, προκειμένου να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και επομένως, αυτοί δεν κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν κατά τη σημερινή δικάσιμο.
Επομένως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους 3ο, 4η, 6ο, 7ο, 8η, 11η και 12ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παρέστησαν, πλην όμως κλητεύθηκαν κατά τα προαναφερθέντα νομίμως και εμπροθέσμως για την ίδια δικάσιμο και πρέπει να θεωρηθούν σαν να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς, παρά την απουσία τους, εφόσον πρόκειται για υπόθεση στην οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, ενώ πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (1ο, 2η, 5η, 9ο, 10η, 13ο, 14ο, 15ο, 16η, 17η, 18η και 19η), οι οποίοι δεν έχουν κλητευθεί κατά τα προαναφερθέντα και δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013).
Από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην των καθ' ων και ήδη αναιρεσιβλήτων (καθώς και ερήμην άλλων διαδίκων, που δεν αφορούν την παρούσα δίκη), ότι οι ανωτέρω διάδικοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Εφετείου και ότι για το λόγο αυτό δικάστηκαν σαν να ήταν παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.7 εδ.δ' και 20 παρ.6 ΚΑΑΑ (βλ.
σελ. 7η της προσβαλλόμενης απόφασης), πλην όμως στην ένδικη υπόθεση δεν τίθεται θέμα έρευνας της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης και συνακόλουθα έρευνας του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου, κατ' απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, εφόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ.α ΚΑΑΑ ,που ορίζει ότι "[...] κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ [...]", η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και είναι από τη δημοσίευσή της ανέκκλητη.
Από την προσκομιζόμενη 1460/2009 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999, προκύπτει ότι το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποφάνθηκε αιτιολογημένα, μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης (27-8-2009 κατάθεση αναίρεσης, 26-10-2009 γνωμοδότηση), για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αναίρεσης.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά ως δικόγραφο, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του κατ' ιδίαν λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚπολΔ).
Περαιτέρω από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων, την από 6-9-2007 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, μεταξύ άλλων και των υπ' αριθμούς ΚΠ 1ε, 8α, 13α, 13γ, 14α, 17, 18, 20 και 21 ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν δυνάμει της 1008176/672/0010/11-2-2004 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 46/20-2-2004 τ. Δ'), με φερόμενους ιδιοκτήτες τους αναιρεσίβλητους, στο ποσό των 0,83 ευρώ για τα ΚΠ 1ε, 8α, 13α, 13γ, 14α, και στο ποσό των 3,36 ευρώ για τα ΚΠ 17,18,20 και 21 ακίνητα, δηλαδή σε ποσά μικρότερα αυτών (4,50 ευρώ και 5,50 ευρώ, αντίστοιχα), που είχαν καθοριστεί προσωρινά με την υπ' αριθμ. 114/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε επί της από 21-6-2004 σχετικής αιτήσεως του Δημοσίου. Επ' αυτής, μετά από συζήτηση εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του Δημοσίου και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, για τα ΚΠ 1ε, 8α, 13α, 13γ, 14α ακίνητα στο ποσό των 5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και για τα ΚΠ 17,18,20 και 21 ακίνητα στο ποσό των 6 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Οι διατάξεις των παρ.1,2,4 και 5 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ορίζουν ότι: (1). Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής. (2). Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9. (4).
Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά. (5).
Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι εκείνοι από τους ενδιαφερόμενους που έχουν κληθεί να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή έχουν παρέμβει στη δίκη αυτή και έτσι έχουν γίνει διάδικοι, δεσμεύονται από την εξάμηνη προθεσμία για υποβολή αιτήσεως προς οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως.
Επομένως: α) αν ο διάδικος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση ζήτησε εμπρόθεσμα να καθοριστεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη εκείνης που ορίσθηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση, που ασκείται νομότυπα με τις προτάσεις δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για το ακίνητο στο οποίο αναφέρεται η αίτηση του ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση καθώς και για εκείνα που δεν περιλαμβάνει η αίτηση αυτή σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά και β) αν παρόλα αυτά το Εφετείο καθορίσει στις περιπτώσεις αυτές οριστική αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο της προσωρινής αποζημίωσης επιδικάζεται κάτι που δεν ζητήθηκε και θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 9 ΚπολΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 724/2009 απόφασή του, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, συνεκδικάζοντας την από 6-9-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου-αναιρεσείοντος αφενός και την αίτηση τινών εκ των υπέρ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτητών ακινήτων (μη διαδίκων στην προκείμενη αναιρετική δίκη), περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος:
α) για τα Κ.Π. 1ε, 8α,13α, 13γ και 14α ακίνητα, με φερόμενους ως ιδιοκτήτες τους με αριθμό 1 έως 10 των αναιρεσιβλήτων, στο ποσό των πέντε (5) ευρώ ανά τ.μ. και β) για τα Κ.Π.17, 18,20 και 21 ακίνητα, με φερόμενους ως ιδιοκτήτες τους λοιπούς (με αριθμό 10 έως 19) αναιρεσίβλητους, στο ποσό των έξι (6) ευρώ ανά τ.μ.. Ωστόσο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν εμπρόθεσμα αντίθετη αίτηση για καθορισμό μεγαλύτερης τιμής μονάδος αποζημίωσης από την προσωρινώς καθορισθείσα, ούτε παρέστησαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οπότε εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (βλ.
σελ. 4 και 7 αυτής), ούτε βεβαίως άσκησαν ανταίτηση. Επίσης, δεν είχαν παραστεί ούτε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό 114/2007 απόφαση προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, αν και είχαν κλητευθεί νομίμως να παραστούν. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης με την 114/2007 απόφασή του, καθόρισε προσωρινές τιμές για τα ακίνητα, που ενδιαφέρουν την παρούσα αναίρεση σε 4,5 ευρώ για τα προαναφερθέντα (Κ.Π. 1ε, 8α,13α, 13γ και 14α) και σε 5,5 ευρώ για τα λοιπά (Κ.Π.17, 18,20 και 21 ακίνητα).
Επομένως, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να καθορίσει οριστικές τιμές μονάδος αποζημίωσης μεγαλύτερες από τις προσωρινές, όπως προαναφέρθηκε, για τα ως άνω ακίνητα, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τους αναιρεσίβλητους, επιδικάζοντας έτσι κάτι που δεν ζητήθηκε, υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα παραπονείται το αναιρεσείον στο μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βασίμου του προαναφερόμενου μοναδικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚπολΔ και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους 3ο, 4η, 6ο, 7ο, 8η, 11η και 12ο των αναιρεσιβλήτων και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους για τους οποίους πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της, κατά τα προαναφερθέντα. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και τέλος, να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που χάνουν τη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο της διάταξης του άρθρου 22 § 1 του Ν. 3693/1957, η οποία (διάταξη) έχει αμφιμερή ισχύ, δηλαδή ισχύει και για τον αντίδικο του Δημοσίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους 1ο, 2η, 5η, 9ο, 10η, 13ο, 14ο, 15ο, 16η, 17η, 18η και 19η των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αμέσως παραπάνω διαδίκους.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 724/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους μόνον ερευνάται.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ….. τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 11 της 1168/2022 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Α.Π.