1168/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1168/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ . κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας ''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.'' και (ii).- από 16.1.2017 (Γ.Α.Κ. 501795 / Ε.Α.Κ. 77 /18.1.2017) της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης Ε. Μ . κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας ''VESTAS MED (CYPRUS) LIMTED'', οι οποίες συνεκδικάσθηκαν. Αφορούν δε οι αγωγές απαιτήσεις της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης έναντι των εναγομένων - αναιρεσειουσών από παροχή εργασίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1168/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VESTAS MED (CYPRUS) LIMITED", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λευκωσία της Κύπρου και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Μ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπαμπάτσικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπαμπάτσικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-1-2017 δύο αγωγές, της ήδη Α+Β αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 716/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4004/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι Α+Β αναιρεσείουσες με τις από 5-11-2019 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος των Α+Β αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος της Α+Β αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι αιτήσεις αναιρέσεως (α).- από 5.11.2019 (Γ.Α.Κ. 10428 / Ε.Α.Κ. 1007 / 5.11.2019) της αναιρεσείουσας εταιρίας υπό την επωνυμία ''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.'', που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και νομίμως εκπροσωπείται και (β).- από 5.11.2019 (Γ.Α.Κ. 10443 / Ε.Α.Κ. 1009 / 5.11.2019) της αναιρεσείουσας εταιρίας ''VESTAS MED (CYPRUS) LIMITED'', που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και νομίμως εκπροσωπείται, κατά της αναιρεσίβλητης Ε.
Μ.. Με αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η 4004/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 12.7.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 8.5.2018 εφέσεως της εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης κατά των εφεσιβλήτων - αναιρεσειουσών. Εκκαλούμενη ήταν η 716/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, την 16.4.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αγωγών (i).- από 16.1.2017 (Γ.Α.Κ. 501789 / Ε.Α.Κ. 76 / 18.1.2017) της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης Ε.
Μ . κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας ''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.'' και (ii).- από 16.1.2017 (Γ.Α.Κ. 501795 / Ε.Α.Κ. 77 /18.1.2017) της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης Ε. Μ . κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας ''VESTAS MED (CYPRUS) LIMTED'', οι οποίες συνεκδικάσθηκαν. Αφορούν δε οι αγωγές απαιτήσεις της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης έναντι των εναγομένων - αναιρεσειουσών από παροχή εργασίας.
Με την 716/2018 πρωτόδικη απόφαση, αμφότερες οι αγωγές, κατά την κύρια βάση, από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απορρίφθηκαν στην ουσία [κατά τις επικουρικές βάσεις, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την αδικοπραξία, απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες]. Με την 4004/2019 απόφαση του εφετείου, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε, στο σύνολο, η 716/2018 πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και αμφότερες οι αγωγές, κατά την ως άνω κυρία βάση, έγιναν μερικώς δεκτές στην ουσία [κατά την επικουρική βάση από την αδικοπραξία, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες για αοριστία του δικογράφου τους και κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες].
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε με την ειδική διαδικασία του (ισχύοντος) άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ [σε συνδυασμό προς τα ισχύοντα άρθρα 621, 591, 422, 421 ΚΠολΔ]. Οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν [άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Ασκήθηκαν δε, αμφότερες, κατά τα παραπάνω, την 5.11.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, από τη νόμιμη επίδοση στις αναιρεσείουσες, την 8.10.2019 (για την ''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.'') και την 10.10.2019 (για την ''VESTAS MED (CYPRUS) IMITED''), της 4004/2019 αποφάσεως [άρθρα 122, 123, 134, 136 παρ.1, 139 παράγραφοι 1 και 2, 126 παρ.1 εδ. (δ), 495 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 564 παρ. 1, 144, 145 παρ. 2 ΚΠολΔ), με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης Ε.
Μ. (βλ. 9883 Β' / 8.10.2019 και 9914 Β' / 10.10.2019 εκθέσεις επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ. Ψ.). Μετά ταύτα, οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚΠολΔ].
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλαδή στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020).
(ΙΙ).- Από τα άρθρα 648, 649, 652, 653 ΑΚ, 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341), που κυρώθηκε με την 324 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του εργαζομένου καθ' εαυτή και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού της πληρωμής του, μηνιαίως ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή ή σε ποσοστό από τα κέρδη [άρθρα 648 παρ.2, 654, 655 ΑΚ], επιπλέον ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία του εργαζομένου, δίνοντάς του δεσμευτικές οδηγίες, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νομίμους όρους, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας. Αν ο εργοδότης ασκεί, εμπράκτως, αυτό το δικαίωμά του ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, εξ αιτίας των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, δεν ενδιαφέρει, εφ' όσον η άφεση του περιθωρίου πρωτοβουλιών δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας, αντιστοίχως, δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου (εργοδότη) υπηρεσιακής δράσεως.
Ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει, με επιμέλεια, την εργασία που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται στον εργοδότη, από δόλο ή από αμέλειά του. Ο βαθμός της επιμέλειας, για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται με βάση τη σύμβαση, εν όψει του είδους της ανατεθείσας εργασίας, της μορφώσεως ή των ειδικών γνώσεων, που απαιτούνται για την εργασία καθώς και των ικανοτήτων και των ιδιοτήτων του εργαζομένου, που ο εργοδότης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει [άρθρα 652, 330 ΑΚ].
Το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση προς αυτές του εργαζομένου καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του εργαζομένου αποτελούν ενδείξεις της υπάρξεως εξαρτήσεως. Αποφασιστικό στοιχείο προσωπικής εξαρτήσεως, αποτελεί και η ένταξη του εργαζομένου στο οργανωτικό πλαίσιο των δραστηριοτήτων του εργοδότη και η ασφάλιση του εργαζομένου από τον εργοδότη σε νομικό πρόσωπο.
Πλην όμως, τέτοιο στοιχείο δεν είναι, κατ' ανάγκη, απροσμάχητο και δεν συνιστά αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο της υπάρξεως προσωπικής εξαρτήσεως του εργαζομένου από τον εργοδότη ενώ και ως απλή ένδειξη προσωπικής εξαρτήσεως αποδυναμώνεται στις περιπτώσεις, που προβλέπεται από την ίδια την οργάνωση της εκμεταλλεύσεως, η ένταξη ή η ασφάλιση και του προσωπικού, που δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία.
Το γεγονός μόνο ότι συντρέχουν όλες ή περισσότερες από τις προηγούμενες ενδείξεις δεν ενδιαφέρει. Εκείνο, που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, ήτοι η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό στοιχείο, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον εργαζόμενο, που υποβάλλεται σε τέτοια εξάρτηση, συνέπειες ώστε να καθίσταται απαραίτητη η ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και να δικαιολογείται η ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, ενώ συνδυαζόμενο με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 997/2016, ΑΠ 171/2016).
Εξ ετέρου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών [άρθρο 361 ΑΚ], στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει, αντί μισθού, τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και τις οδηγίες του εργοδότη, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Πάντως και στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, τρόπον τινά, δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις, με ενοχική σύμβαση, χωρίς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της συμβάσεώς του, οι οποίοι μπορεί να έχουν σχέση και με τον τόπο και τα χρονικά πλαίσια παροχής των υπηρεσιών, να υποδηλώνει εξάρτηση, υπό την εκτεθείσα έννοια, του εργαζομένου από τον εργοδότη.
Τούτο διότι σημαντικό, κατά τα παραπάνω, είναι το ποιοτικό στοιχείο. Έτσι, διαφέρει η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως προς το στοιχείο της ελλείψεως νομικής και προσωπικής εξαρτήσεως δηλαδή στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο εργοδότης δεν ασκεί τις εξουσίες του από το διευθυντικό δικαίωμα και ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και τις εντολές του για τον τρόπο, χρόνο και τόπο εκτελέσεως της εργασίας ούτε υπόκειται στον έλεγχό του.
Το πότε συντρέχει ή όχι το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός, που κρίνεται, τόσο από τους όρους της συμβάσεως όσο και από τις συνθήκες παροχής της εργασίας. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης έννομης σχέσεως, ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που αποφαίνεται με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, κάτω από τα οποία λειτούργησε η έννομη σχέση.
Προς τούτο, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, που (τυχόν) έδωσαν στη σύμβαση οι διάδικοι συμβαλλόμενοι (ΑΠ ολ. 7 και 8/2011, ΑΠ ολ. 28/2005, ΑΠ 229/2011, ΑΠ 1686/2007, ΑΠ 459/2004).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α. 205 / 2.9.1998), η συμφωνία εργοδότη και απασχολουμένου / εργαζομένου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας ("φασόν"), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχολήσεως, "τεκμαίρεται" ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.
Το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν ο απασχολούμενος προσφέρει την εργασία του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στον ίδιο εργοδότη [άρθρο 1 παρ.1]. Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την 2.9.1998 (δημοσίευση του ν. 2639/1998 στην ΕφτΚ, ως άνω), κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες αυτού (εργοδότη) μετά των απασχολουμένων / εργαζομένων του για την παροχή υπηρεσιών ή έργου, θα αναγράφονται δε, στη συγκεντρωτική κατάσταση, η χρονολογία καταρτίσεως των συμφωνιών και το ονοματεπώνυμο κάθε απασχολούμενου.
Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της καταστάσεως, "θεωρείται" ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας [άρθρο 1 παρ.2]. Επίσης, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2639/1998, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α. 66 / 11.5.2010) και ισχύει από 11.5.2010 [άρθρο 35 ν. 3846/2010], ορίζει ότι: "1.- Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες".
Από τη διατύπωση και το περιεχόμενο των προηγουμένων διατάξεων του ν. 2639/1998 -και όπως το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2639/1998 ίσχυσε και, από 11.5.2010, ισχύει, μετά το άρθρο 1 ν. 3846/2010- προκύπτει σαφώς ότι δι' αυτών δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των παραπάνω συμβάσεων, έτσι ώστε να ερμηνεύονται αυθεντικώς, ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οι συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 (ν. 2639/1998) ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι συμβάσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 (ν. 2639/1998).
Αντιθέτως, καθιερώνονται, με τους ταυτόσημους όρους "τεκμαίρεται" (στην παράγραφο 1 του άρθρου 1) και "θεωρείται" (στην παράγραφο 2 του άρθρου 1), μαχητά τεκμήρια υπέρ του ότι στην πρώτη περίπτωση, δεν υποκρύπτεται στις συμφωνίες εργοδότη και απασχολούμενου, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και, στη δεύτερη περίπτωση, υποκρύπτεται στις συμφωνίες εργοδότη απασχολουμένου, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχεται, συνεπώς, από τα μαχητά αυτά τεκμήρια [άρθρο 338 παρ. 2 ΚΠολΔ], δυνατότητα ανταποδείξεως (ΑΠ 1432/2018, ΑΠ 2325/2009, ΑΠ 33/2007).
Στηρίζουν δε, οι διατάξεις αυτές του ν. 2639/1998 -και μετά το ν. 3846/2010- βάση της αγωγής (ΑΠ 1079/2003).
Τέλος, η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου - υπαλλήλου, είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, συνεπώς, δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο υπάλληλο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου), λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας [άρθρα 361, 648, 649, 669, 671 ΑΚ].
Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της [άρθρα 180, 174 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ]. Την ακυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου του συνεπάγεται (και) η μη καταβολή της αποζημιώσεως στον υπάλληλο [άρθρα 1, 3 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 2, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98)].
Συγκεκριμένα, το άρθρο 5 παρ.3 εδ.(α) ν. 3198/1955 ορίζει ότι: "Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος". Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του (εργοδότη) καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του υπαλλήλου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του υπαλλήλου [άρθρα 349, 350 ΑΚ].
Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον υπάλληλο τις αποδοχές του - μισθούς υπερημερίας, δηλαδή το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο υπάλληλος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του υπαλλήλου μέχρι την άρση της υπερημερίας, ενώ ο υπάλληλος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του ή να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.
Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον υπάλληλο, όπως πριν από την άκυρη καταγγελία [άρθρα 69 ΚΠολΔ, 648, 649, 654, 655, 653, 656 ΑΚ -και όπως το άρθρο 656 ΑΚ ισχύει από 20.3.2013, μετά τα άρθρα 61, 98 παρ.1 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α. 74 / 20.3.2013)].
Το δικαστήριο δε, εφ' όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον υπάλληλο, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του υπαλλήλου και δεν έχει την ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα αυτό ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 1323/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, σε αμφότερες τις υπό κρίση αιτήσεις, περιέχει, κατ' εκτίμηση, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 4004/2019 απόφαση του εφετείου εκ πλαγίου παραβίασε τα άρθρα 648, 652 ΑΚ, 6 ν. 765/1943, 1 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 ν. 3846/2010, 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, εφ' όσον κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται και στα δύο δικόγραφα, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως.
Κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) μείζονα σκέψη, ο λόγος είναι παραδεκτός (ορισμένος). Περαιτέρω, το εφετείο στην 4004/2019 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, ανελέγκτως, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 17 - 23, 25 - 26): "Η ενάγουσα (Ε.
Μ.), η οποία είναι απόφοιτος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών και Διερμηνείας και του Πανεπιστημίου Paul Valery / Montpelier III της Γαλλίας, προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη (''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.''), με σύμβαση, που είχε τον τίτλο 'ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ', την 20.10.2008 και με λήξη, την 19.10.2009, ως μεταφράστρια αγγλικής γλώσσας, προκειμένου να παρέχει η ενάγουσα στην τελευταία τις υπηρεσίες της, σχετικά με τη μετάφραση κειμένων, τεχνικών εγχειριδίων, διαδικασιών και εντύπων σχετικά με την ποιότητα, ασφάλεια και το περιβάλλον, από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα και αντίστροφα.
Μετά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, η πρώτη εναγομένη και η ενάγουσα προέβησαν σε αλληλοδιάδοχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δη ενός έτους η καθεμία με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, ενώ στην τελευταία από 17.10.2014 προβλέφθηκε η παράτασή της μέχρι την 19.10.2016 και ως αμοιβή της για την ανωτέρω απασχόλησή της ορίστηκε, την 17.10.2014, το ποσό των 1600 ευρώ κάθε μήνα.
Ακόμη, την 17.10.2014, η ενάγουσα προσελήφθη από τη δεύτερη εναγομένη (''VESTAS MED (CYPRUS) LIMITED''), με σύμβαση, που είχε τον τίτλο 'ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ' και με λήξη, την 19.10.2015 -η οποία παρατάθηκε μέχρι την 19.10.2016- ως μεταφράστρια αγγλικής γλώσσας, προκειμένου να παρέχει η ενάγουσα στην τελευταία τις υπηρεσίες της, σχετικά με τη μετάφραση κειμένων, τεχνικών εγχειριδίων, διαδικασιών και εντύπων σχετικά με την ποιότητα, ασφάλεια και το περιβάλλον, από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα και αντίστροφα.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι η ενάγουσα παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της από την 20.10.2008 έως και την 19.10.2016, στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, που ήταν μέχρι το έτος 2010, στη Γλυφάδα Αττικής και σε γραφείο, που η πρώτη εναγομένη της διέθετε, εργαζόμενη με το ωράριο και των υπολοίπων εργαζομένων της πρώτης εναγομένης, ενώ μετά τη μεταφορά της έδρας της πρώτης εναγομένης στο Μαρούσι Αττικής, δόθηκε η δυνατότητα στην ενάγουσα και από τις δύο (2) εναγόμενες, πλέον, να παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες της από την οικία της και να μεταβαίνει στα κοινά γραφεία των εναγομένων στην Ελλάδα, στην αρχή, τέσσερις (4) και, στη συνέχεια, δύο (2) φορές, το μήνα, πλην όμως, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η πρώτη εναγομένη και για λογαριασμό, μετά την 17.10.2014 και της δεύτερης εναγομένης, είχε διαθέσει στην ενάγουσα εταιρικό (της πρώτης εναγομένης) φορητό υπολογιστή (λάπτοπ), εταιρικό (της πρώτης εναγομένης) κινητό τηλέφωνο, κλειδιά εισόδου στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και εξόδου από αυτά, εταιρικό (της πρώτης εναγομένης) ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) και εταιρικά (της πρώτης εναγομένης) αρχικά εσωτερικής αναγνώρισης υπαλλήλου.
Επίσης, η ενάγουσα μετείχε στο ομαδικό πρόγραμμα ασφάλισης του προσωπικού της πρώτης εναγομένης στην Εθνική Ασφαλιστική και καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η ενάγουσα παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της υπό τις οδηγίες και τις εντολές των προϊσταμένων της στις εναγόμενες και δη του διευθυντή συντήρησης (σέρβις), ενώ από τον διευθυντή προσωπικού των εναγομένων, η ενάγουσα ζητούσε την άδεια να απουσιάσει κάποια διαστήματα από την εργασία της ή να της χορηγηθεί άδεια διακοπών.
Εξ άλλου, η ενάγουσα παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της, αποκλειστικά στις δύο εναγόμενες, έχοντας παραδώσει σε αυτές συνολικά (4.500.000) μεταφρασμένες λέξεις και δη (4.000) μεταφρασμένες λέξεις την κάθε εργάσιμη ημέρα, ενώ εκτός του ωραρίου απασχόλησής της παρείχε σποραδικά υπηρεσίες μετάφρασης και σε άλλους φορείς και δη, στην εταιρία ''PAK ΑΕΚΤΕ'' τον Οκτώβριο του 2008, στον ''Ειδικό Λογαριασμό ΤΕΙ Κρήτης'' τον Δεκέμβριο 2009, στο ''Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος ...'' το Νοέμβριο του 2010, στον ''Σύνδεσμο Ελλήνων Κατ/των'' τον Απρίλιο του 2011, στην ''BIOSAFETY Α.Ε.'' τον Οκτώβριο του 2011, στο ''ΑΤΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ'' τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2012, στην ''TEVA ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.'' και στην ''PRESTIGE ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΠΕ'' τον Ιούλιο του 2012 και στην ''ΑΤΤΙΚΟ ΑΙΜΟΔΙΑΛΥΣΙΣ ΕΠΕ'' τον Οκτώβριο του 2012, πλην όμως, αυτές αφορούσαν παροχή υπηρεσιών της ενάγουσας μία (1) φορά, κάθε έτος.
Εξ άλλου, οι εναγόμενες, ενώ είχαν υποχρέωση να υποβάλλουν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας όλες τις πιο πάνω συμβάσεις, που κατάρτισαν με την ενάγουσα, δεν προέβησαν σε αυτή την ενέργεια. Με βάση τα παραπάνω, εφ' όσον διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα τελούσε υπό τη νομική και προσωπική εξάρτηση των εναγομένων, ...
το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η σύμβαση, που συνέδεε, από την αρχική πρόσληψη της ενάγουσας (την 20.10.2008), την τελευταία με την πρώτη εναγομένη, είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και ότι η σύμβαση, που συνέδεε, από την αρχική πρόσληψη της ενάγουσας (την 17.10.2014), την τελευταία με τη δεύτερη εναγομένη, είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως και εφ' όσον οι δύο εναγόμενες, την 19.10.2016, έπαυσαν να αποδέχονται τις ανωτέρω υπηρεσίες της ενάγουσας, καταγγέλλοντας, με αυτόν τον τρόπο, τις δύο ως άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, χωρίς την καταβολή στην ενάγουσα αποζημίωσης απόλυσης και χωρίς να έχουν προβεί στην ασφάλιση της ενάγουσας, οι καταγγελίες των ανωτέρω συμβάσεων είναι άκυρες.
Δικαιούται, επομένως, η ενάγουσα ... : (1).- Από την πρώτη εναγομένη (α).- για αποδοχές υπερημερίας από 20.10.2016 έως 4.4.2017 (ημερομηνία συζήτησης των αγωγών) το ποσό των 8.800 ευρώ και (β).- για οφειλόμενα δώρα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και για οφειλόμενα επιδόματα αδείας, των ετών 2012 έως και 2016, το ποσό των 16.000 ευρώ. (2).- Από τη δεύτερη εναγομένη: (α).- Για αποδοχές υπερημερίας από 20.10.2016 έως 4.4.2017 (ημερομηνία συζήτησης των αγωγών) το ποσό των ... 8.800 ευρώ και (β).- για οφειλόμενα δώρα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και για οφειλόμενα επιδόματα αδείας, των ετών 2015 και 2016, το ποσό των 6.400 ευρώ.
Κατ' ακολουθία... οι υπό κρίση αγωγές... πρέπει... να γίνουν δεκτές εν μέρει, ως βάσιμες και κατ' ουσία και: (α).- να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 19.10.2016 καταγγελιών των ως άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, (β).- να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, λόγω της υπερημερίας τους... να αποδέχονται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και να της καταβάλουν τις συμφωνημένες αποδοχές αυτής... (γ).- να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το (συνολικό) ποσό των ...24.800 ευρώ...
και (δ).- να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το (συνολικό) ποσό των 15.200 ευρώ...".
Με την κρίση αυτή και εν όψει των εκτεθέντων στις νομικές σκέψεις, το εφετείο διέλαβε στην 4004/2019 απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της συνδέουσας τις διαδίκους σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συγκεκριμένα: (Α).- Ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών, το εφετείο ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της, από 20.10.2008 μέχρι 19.10.2016, στην αναιρεσείουσα ''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.'', "εργαζόμενη με το ωράριο και των υπολοίπων εργαζομένων της" εν τούτοις δεν προσδιορίζει ειδικότερα το ωράριο αυτό και δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για το ωράριο παροχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, από 17.10.2014 μέχρι 19.10.2016, στην αναιρεσείουσα ''VESTAS MED (CYPRUS) LIMITED''.
Δηλαδή παραλείπει η προσβαλλόμενη να κάνει κατανομή του ωραρίου μεταξύ των δύο ως άνω εταιριών από την 17-10-2014 και εντεύθεν (Β).- Το εφετείο δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη "μετείχε στο ομαδικό πρόγραμμα ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσείουσας ''VESTAS HELLAS ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.'' στην Εθνική Ασφαλιστική".
Πλην όμως, εκτός του ότι τέτοια συμμετοχή της αναιρεσίβλητης δεν είναι, κατ' ανάγκη, απροσμάχητο στοιχείο ούτε συνιστά αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο της υπάρξεως προσωπικής εξαρτήσεώς της (αναιρεσίβλητης) από την αναιρεσείουσα, δεν υπάρχουν παραδοχές εάν ως "προσωπικό" νοείται αυτό που παρέχει εξαρτημένη εργασία ή και εκείνο που δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία. (Γ).- Το εφετείο δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, "παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της υπό τις οδηγίες και τις εντολές των προϊσταμένων της" στις αναιρεσείουσες "και δη του διευθυντή συντήρησης (σέρβις)".
Το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός, που κρίνεται, τόσο από τους όρους των επίμαχων "ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", όσο και από τις συνθήκες παροχής της εργασίας της αναιρεσίβλητης. Δεν υπάρχουν, όμως, παραδοχές (πέραν των παραδοχών για τη "μετάφραση", ως αντικείμενο των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης) για το περιεχόμενο και τους όρους παροχής των υπηρεσιών, όπως αυτοί (όροι) περιέχονται στις επίμαχες συμβάσεις. (Δ).
Δεν αιτιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση πως συγκεκριμένα γινόταν ο έλεγχος και η εποπτεία ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και πως δινόταν σε αυτή δεσμευτικές εντολές, δεδομένου ότι η μετάφραση δεν επιδέχεται παρέμβαση και έλεγχο κατά το χρόνο που εκτελείται ούτε επίσης αναφέρεται στην απόφαση αν ήλεγχε κάποιος από τις αναιρεσείουσες την πιστότητα της μετάφρασης μετά την παράδοσή των μεταφρασμένων εγγράφων από την αναιρεσίβλητη.
Τούτο είναι αναγκαίο, καθόσον η υποχρέωση του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί βασικό γνώρισμα της εξάρτησης του εργαζόμενου. Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως σε αμφότερες τις υπό κρίση αιτήσεις, κατά το δεύτερο σκέλος ενώ, συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας αυτού του λόγου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και στις δύο αιτήσεις.
Στη συνέχεια, πρέπει να αναιρεθεί η 4004//2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 106, 179, 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις αιτήσεις αναιρέσεως (α).- από 5.11.2019 (Γ.Α.Κ. 10428 / Ε.Α.Κ. 1007 / 5.11.2019) και (β).- από 5.11.2019 (Γ.Α.Κ. 10443 / Ε.Α.Κ. 1009 / 5.11.2019).
ΑΝΑΙΡΕΙ την 4004/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ