Supreme Court dismisses appeal due to failure to raise procedural defects in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the first-instance judgment was void due to missing tax stamps and the second-instance brief lacked the defendant's tax ID number. The court rejected these claims because the appellant failed to formally raise these procedural defects before the lower courts, violating the principle of preclusion under Article 562 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds for cassation were not raised before the lower courts, as procedural defects must be contested at the earliest opportunity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1168/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Οικονομίδη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τον πρώτο λόγο αναίρεσης των πρόσθετων λόγων αυτής και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2009/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3690/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2018 αίτησή του και τους από 24-9-2018 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 5848Α/24-9-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Π. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3690/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής ης στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου … την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ.
α, 128 παρ. 1-4, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ). Κατά την δικάσιμο όμως αυτή ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, για τον λόγο δε αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 17-3-2014 και με αριθ. καταθ. 41795/2014 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσελήφθη την 16-9-2005 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα για να εργασθεί ως αρχισυντάκης αρχικά και εν συνεχεία ως διευθυντής σύνταξης στην ατομική επιχείρηση έκδοσης της εφημερίδας "ΑΜΑΡΥΣΙΑ" που διατηρούσε αυτός, ισχυρίζεται ακολούθως ότι προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες του μέχρι την 7-1-2014, οπότε ο εναγόμενος-αναιρεσείων προέβη σε καταγγελία της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή, όπως το αίτημά της περιορίσθηκε παραδεκτά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Φεβρουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2013, για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, για αποδοχές και επίδομα αδείας 2014 και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2013 το συνολικό ποσό των 20.662,95 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 2009/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος - αναιρεσείων να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 18.486,71 ευρώ. Ακολούθως, επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκ μέρους του εναγομένου-αναιρεσείοντος εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 3690/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, Χ. Ζ. του Α., διατηρεί ατομική επιχείρηση έκδοσης της καθημερινής και της εβδομαδιαίας εφημερίδας Αμαρουσίου και Β.
Προαστίων "ΑΜΑΡΥΣΙΑ", καθώς και λειτουργίας της διαδικτυακής πύλης www.Amarysia.gr. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, Α. Σ. του Π., δημοσιογράφος, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 16 Ιουνίου 2006, αναλαμβάνοντας την αρχισυνταξία των δύο φύλλων και εργάσθηκε αρχικά ως αρχισυντάκτης και στη συνέχεια, από το 2007, ως Διευθυντής Σύνταξης της εφημερίδας ...Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος από την πρόσληψή του στις 16-6-2006 μέχρι τον Αύγουστο του 2012 ανέρχονταν στα 2.380 € μικτά και από τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους μειώθηκαν στα 1.865,35 € μικτά. Τα καθήκοντά του, ως διευθυντή Σύνταξης, ήταν ο συντονισμός των εσωτερικών συνεργατών - δημοσιογράφων της εφημερίδας, η ανάθεση των θεμάτων, η επιμέλεια των κειμένων, η πραγματοποίηση πολιτικών και επιχειρηματικών συνεντεύξεων, η συγγραφή του κυρίως άρθρου της εφημερίδας, η πραγματοποίηση μεγάλων διαδημοτικών ρεπορτάζ, η συγγραφή μίας επιχειρηματικής σελίδας την εβδομάδα, η ενημέρωση της ως άνω διαδικτυακής πύλης, η κάλυψη πολιτικών και άλλων εκδηλώσεων και γενικότερα ό,τι αφορούσε την έγκαιρη και έγκυρη έκδοση των δύο εφημερίδων και την ενημέρωση της διαδικτυακής πύλης και διατηρούσε τη στήλη "Ενυπόγραφα" στην εφημερίδα "ΑΜΑΡΥΣΙΑ".
Και ενώ ο ενάγων παρείχε την εργασία του σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, από το Φεβρουάριο του 2013 η μισθοδοσία του διακόπηκε και ειδικότερα ο μισθός Ιανουάριου 2013, του καταβλήθηκε στις 3.10.2013 ενώ του καταβλήθηκαν το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας του 2013 στις 4.11.2013 και το δώρο Χριστουγέννων του 2013 στις 20.12.2013.
Παρά τη μη καταβολή των αποδοχών του ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του κανονικά, ήδη δε από το καλοκαίρι του 2013 υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, έντονη αντιπαράθεση και δυσκολία συνεργασίας, με αποτέλεσμα στις 30.12.2013, όταν ο ενάγων επέστρεψε στο γραφείο του, από την κανονική άδεια που του είχε χορηγηθεί, να διαπιστώσει ότι το email του ήταν εκτός λειτουργίας και τα ηλεκτρονικά μηνύματα που του είχαν σταλεί είχαν εκτραπεί στο email του εναγόμενου.
Δεδομένου ότι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ήταν απολύτως απαραίτητο για την εκτέλεση της εργασίας του ενάγοντος, η διακοπή της λειτουργίας του κατέστησε απολύτως αδύνατη την παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, στον οποίο ο εναγόμενος, μόλις ο ενάγων ζήτησε εξηγήσεις, ανακοίνωσε την απόφαση του να πάψει να τον απασχολεί και μάλιστα ζήτησε την παραίτηση του.
Ο ενάγων αρνήθηκε και του ζήτησε να αποκαταστήσει τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και να συνεχίσει να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, πλην όμως ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Ενόψει αυτών ο ενάγων προσέφυγε στις 7.1.2014 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Ιωνίας και ζήτησε τη διενέργεια εργατικής διαφοράς και το απόγευμα της ίδιας ημέρας (7-1-2014) του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή η απόλυσή του, (βλ.
τη με αριθμ. 8559Β/7-1-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας cnro Πρωτοδικείο Αθηνών Λ. Τ.-Ο.), με πρόσκληση να προσέλθει στο ταμείο της επιχείρησης για να εισπράξει την 1η δόση της αποζημίωσης του, συνολικού ποσού 8.704,97 ευρώ, την οποία και εισέπραξε τμηματικά, λαμβάνοντας την πρώτη δόση ποσού 4.352,49 ευρώ στις 8-1-2014 και τη δεύτερη δόση ποσού 4.352,49 ευρώ στις 5-3-2014 ...
Όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων, προσέφυγε με την από 7-1-2014 προσφυγή του κατά του εναγόμενου στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Ιωνίας [βλ. το υπ' αριθμ. …/…-1-2014 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας Ν. Ιωνίας), διαμαρτυρόμενος έναντι του εργοδότη του "ότι τον απέκλεισαν από το αντικείμενο εργασίας του, κλείνοντας το επαγγελματικό email του και ουσιαστικά στερώντας του τη δυνατότητα παροχής έργου, σημειώνοντας ότι η απόλυσή του κοινοποιήθηκε ενώ ήταν σε κανονική άδεια", καθώς και για μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, των δεδουλευμένων νόμιμων αποδοχών του χρονικού διαστήματος Φεβρουαρίου- Δεκεμβρίου 2013 και της αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας.
Στη συζήτηση της προσφυγής την 12-2-2014 ενώπιον του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας, ο εναγόμενος υπέβαλε το από 12-2-2014 υπόμνημά του με το οποίο ως προς τους οφειλόμενους μισθούς για το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου-Δεκεμβρίου 2013 δήλωσε ότι οφείλονται και ότι επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα, λόγω προσωρινής ταμειακής δυσχέρειας της επιχείρησης, να καταβληθούν εφάπαξ, δεσμεύθηκε να τους καταβάλει σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, έκαστη ποσού 1.809,10 ευρώ, αρχής γενομένης από το μήνα Απρίλιο του 2014.
Οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Φεβρουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2013 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 20.518,85 (1.865,35 ευρώ μικτά Χ 11 μήνες). Έναντι του ποσού αυτού, ο εναγόμενος εν τέλει κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής του, συνολικά 5.427,06 ευρώ και συγκεκριμένα κατέβαλε ποσό 1.307,98 ευρώ στις 30-4-2014, 1.307,98 ευρώ στις 28-5-2014, 1.002 ευρώ στις 30-5-2014 και 1.809,10 ευρώ στις 30-6-2014 και επομένως ο ενάγων δικαιούται τη σχετική διαφορά (20.518,85-5.427,06) ποσού 15.091,79 ευρώ, όπως και ο ίδιος συνομολογεί και περιόρισε στο ποσό αυτό το σχετικό αγωγικό του αίτημα.
Πέραν των ανωτέρω καταβολών για την ανωτέρω αιτία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε άλλη καταβολή εκ μέρους του εναγόμενου. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να σχηματίσει το δικαστήριο από την ένορκη βεβαίωση του Χ. Φ. που προσκομίζει το πρώτον στο παρόν εφετείο ο εναγόμενος, ο οποίος αναφέρεται σε καταβολή ποσού 5.000 ευρώ τη Μεγάλη Εβδομάδα του έτους 2013 (και όχι του 2014) και ως τούτου, πέραν της αοριστίας της καταθέσεώς του, αναφέρεται σε καταβολή που ενδεχομένως έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο του επίμαχου και για προγενέστερη οφειλή, αφού ο ίδιος ο εναγόμενος στο από 12-2-2014 υπόμνημα του αποδέχτηκε την οφειλή των μισθών για το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου-Δεκεμβρίου 2013 και δεσμεύθηκε να τους καταβάλει σε μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από το μήνα Απρίλιο του 2014.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένσταση περί μερικής αποσβέσεως της οφειλής (άρθρ. 416 ΑΚ), η οποία επαναφέρεται με την έφεση και αφορά τα κονδύλια των δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου-Δεκεμβρίου 2013, κατά το μέρος που υπερβαίνει τα ως άνω ποσά, που αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν στον ενάγοντα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι για την ως άνω αιτία, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 15.091,79 ευρώ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός (1ος ) λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ενόψει δε του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει σε ποιο τμήμα των αξιώσεών του πρέπει να καταλογισθεί η άνω καταβολή, αυτή πρέπει να γίνει στο αρχαιότερο χρέος (αρ 422 ΑΚ) [όπως δέχτηκε και η εκκαλουμένη και δεν εκκαλείται ως προς αυτό] και επομένως οι 5.427,06 ευρώ αντιστοιχούν σε μισθούς Φεβρουάριου και Μαρτίου 2013 (1.865,35 Χ 2 =3.730,70) και τμήμα μισθού Απριλίου 2013, ίσο με 1.696,36 ευρώ (5.427,06-3.730,70) και συνεπώς από το μισθό Απριλίου 2013 του οφείλεται ακόμη 168,99 ευρώ (1.865,35-1.696,36) καθώς και οι αποδοχές των υπολοίπων μηνών μέχρι και το Δεκέμβριο 2013.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος καταγγέλθηκε στις 7.1.2014, όταν του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή η καταγγελία της σύμβασής του και κατά το χρόνο αυτό δεν είχε λάβει την κανονική άδεια του έτους 2014. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η καταγγελία έγινε προφορικά στις 31-12-2013, εκτός του ότι είναι απόλυτα αντιφατικός σχετικά με το ζήτημα αυτό αφού ο ίδιος προχώρησε σε κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης στις 7-1-2014, δεν έχει έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση και είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι για την καταγγελία απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου και η καταβολή αποζημίωσης για να είναι έγκυρη και να επιφέρει τη λύση της σύμβασης.
Ούτε έχει έννομη επιρροή ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής εκ μέρους του ενάγοντος και αληθούς υποτιθέμενου, αφού και τότε ο εργοδότης οφείλει να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Επίσης εντελώς αντιφατικός είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί παραιτήσεως του ενάγοντος ήδη από τον Οκτώβριο του 2013 αφού ο ίδιος προχώρησε σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης στις 7-1-2014, ενώ ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας αναγνώρισε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι οφείλονται οι δεδουλευμένοι μισθοί χρονικού διαστήματος Φεβρουαρίου-Δεκεμβρίου 2013.
Δικαιούται επομένως ο ενάγων λόγω της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης στις 7.1.2014, ( οπότε έληξε η σύμβασή του πριν λάβει την άδειά του για το έτος 2014), τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας 2014 ύψους 2.798,02 € (1.865,35 για τις αποδοχές αδείας + 932,67 για το επίδομα αδείας δηλ 1.865,35 : 2). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν χορήγησε στον ενάγοντα ολόκληρη την κανονική άδεια του έτους 2013, παρόλο που επανειλημμένα του το ζητούσε, επικαλούμενος φόρτο εργασίας, παρά μόνο 21 ημέρες και συγκεκριμένα στις 29 και 30 Απριλίου, 2 Μαΐου, 29,30 και 31 Ιουλίου, 1 και 2 Αυγούστου, 5,6,7,8 και 9 Αυγούστου, 2,3,4,5 και 6 Σεπτεμβρίου και 23,24 και 27 Δεκεμβρίου, επομένως του οφείλονται ακόμη 4 ημέρες άδειας.
Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο ενάγων έλαβε άδεια και από τις 7 έως τις 10 Μαΐου 2013 και συνεπώς συμπλήρωσε τις 25 ημέρες αδείας που δικαιούται, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και είναι απορριπτέος ως ουσιαστικό αβάσιμος. Για τις 4 ημέρες μη ληφθείσας κανονικής άδειας του οφείλει ο εναγόμενος αποζημίωση και δικαιούται για την αιτία αυτή 596,90 € (1.865,35 Χ 4/25 = 298,45 Χ 100%).
Εξάλλου και ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος που επαναφέρει με την έφεση, επικαλούμενος ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος βασίζονται σε έωλα κονδύλια, όπως είναι διατυπωμένος και με το περιεχόμενο που έχει, δεν συνιστά ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης άρνησης της αγωγής εκ μέρους του.
Ορθά λοιπόν η εκκαλούμενη απόφαση έστω και σιωπηρά απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος-εκκαλών με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν αυτών πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 18.486,71 ευρώ (15.091,79 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Απριλίου έως και Δεκεμβρίου 2013+2.798,02 ευρώ για άδεια και επίδομα αδείας 2014 + 596,90 ευρώ για μη ληφθείσα άδεια 2013), με το νόμιμο τόκο ως εξής :
όσον αφορά α) τις δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, β) αποδοχές αδείας 2013 από την 1-1-2014 και γ) τις αποδοχές και την αποζημίωση αδείας 2014 από την ημερομηνία απόλυσης, (όπως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται ως προς το κεφάλαιο των τόκων).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε ...".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά τα ουσιώδη ζητήματα της υπάρξεως της αναφερομένης πρωτοδίκως απαίτησης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, τον χρόνο και τον τρόπο καταγγελίας της ένδικης εργασιακής σύμβασης και την ύπαρξη απαίτησης αυτού (αναιρεσιβλήτου) για τη ληφθείσα άδεια του έτους 2013, με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008 ΑΠ 1424/2015) (ΑΠ 1001/2008).
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).
Στην κρινομένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12-2-2014 υπομνήματός του ενώπιον της Επιθεωρήσεως Εργασίας σχετικά με την ένδικη υπόθεση, το οποίο νομίμως μετ' επικλήσεως προσεκόμισε τόσον πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο διότι ουδόλως ο αναιρεσείων προσδιορίζει στο αναιρετήριο (και) το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στο συγκεκριμένο έγγραφο το Εφετείο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τον αναιρεσείοντα και εκείνου που προσέδωσε σ'αυτό το Εφετείο συγκρινομένων μεταξύ τους να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο, δεν προκύπτει ότι αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στην κρίση περί του ύψους του οφειλομένου στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο χρηματικού ποσού λόγω μη καταβληθέντων δεδουλευμένων μισθών των μηνών Φεβρουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2013.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις όπως "απεδείχθη και δια της σαφέστατης καταθέσεως του μάρτυρος Χ. Φ. του Α....", "κατά την εξέταση του ως άνω Χ. Φ. κατεγράφησαν τα εξής ..." και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρυόμενος "Αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης της αληθινά χωρίς απόδειξη", απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ'αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1424/2015 ΑΠ 1295/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ'αυτήν αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α. Α. και Χ. Φ. που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις υπ'αριθ.
…/…-1-2018 και …/…-1-2018 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμ/φου Αμαρουσίου Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη που λήφθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την από 14-2-2014 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κρίση για το ύψος του οφειλόμενου στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο εκ μέρους του αναιρεσείοντος χρηματικού ποσού για μη καταβληθείσες αποδοχές των μηνών Φεβρουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2013 καθώς και η κρίση για τον τρόπο και τον χρόνο λύσεως της ένδικης εργασιακής σύμβασης.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προταθείσα ένσταση ολοσχερούς εξοφλήσεως της απαιτήσεως του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου για μη καταβληθείσες αποδοχές των μηνών Απριλίου έως και Δεκεμβρίου 2013 και συγκεκριμένα ότι κατέβαλε σ' αυτόν για την ανωτέρω αιτία αρχικά μεν το ποσό των 16.473,85 ευρώ, ακολούθως δε αυτό των 4.045 ευρώ. 'Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Συγκεκριμένα το Εφετείο επί του ζητήματος αυτού δέχθηκε " ... Οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Φεβρουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2013 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 20.518,85 ευρώ έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος (αναιρεσείων) εν τέλει κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής του, συνολικά 5.427,06 ευρώ και συγκεκριμένα κατέβαλε ποσό ...
και επομένως ο ενάγων δικαιούται την σχετική διαφορά ... ποσού 15.091,79 ευρώ ... Πέραν των ανωτέρω καταβολών για την ανωτέρω αιτία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε άλλη καταβολή εκ μέρους του εναγομένου".
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθ. 1 (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 1 και 5 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) προκύπτει ότι η μη προκαταβολή από τον παριστάμενο δικηγόρο στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο των αναφερομένων στην παραγ. 1 εισφορών υπέρ τρίτων (Ταμείων κλπ) ως μόνη συνέπεια έχει την υποχρέωση αυτή να καταβάλει στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και την πειθαρχική του τιμωρία με πρόστιμο ύψους χιλίων (1000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δέκα πέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, περίπτ. 3 , (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015), τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, μεταξύ άλλων και τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ ) του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο. Η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο, του ως άνω στοιχείου δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, καθόσον τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, κατά τη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και μετά την τροποποίησή της με το Ν 4335/2015, δεν αποτελούν, με εξαίρεση την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του ή του δικηγόρου (όπου είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο), προϋποθέσεις για το κύρος της διαδικαστικής πράξης που περιέχεται στο δικόγραφο και έτσι δεν υφίσταται ακυρότητα αυτής, όταν παρά την έλλειψη ή την εσφαλμένη αναγραφή επιτυγχάνεται με άλλο τρόπο ο σκοπός για τον οποίο τέθηκε η συγκεκριμένη διατύπωση, όπως με την επαρκή ταυτοποίηση των διαδίκων από τα λοιπά στοιχεία ή τη μεταγενέστερη συμπλήρωσή τους (1991/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγους των πρόσθετων λόγων αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι 1) στο κατατεθέν στην γραμματεία του άνω Πρωτοδικείου πρωτότυπο δικογράφου της ένδικης αγωγής δεν προκύπτει "εάν επικολλήθηκαν ως άϋλα τα προβλεπόμενα ένσημα εισφορών υπέρ ΕΤΤΑ-ΤΑΝ και ΕΤΑΑ-ΤΥΔΑ και ΤΑΧΔΙΚ ... " ΚΑΙ 2) ότι στο δικόγραφο των προτάσεων του εφεσιβλήτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου δεν αναγράφεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου αυτού, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, μόνον δε κατόπιν επικοινωνίας του υπογράφοντος το δικόγραφο πρόσθετων λόγων πληρεξουσίου δικηγόρου του (αναιρεσείοντος) με την υπογράφουσα το δικόγραφο της ένδικης αγωγής δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, πληροφορήθηκε ότι η τελευταία εξέδωσε γραμμάτιο Δ.Σ.
Αθηνών 10.4.2014 (ήτοι, εννέα μέρες μετά την κατάθεση της ένδ αγωγής), στο οποίο και εμφανίζονται ως καταβληθείσες εισφορές ένσημα υπέρ ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και ΕΤΑΑ- ΤΥΔΑ και ΤΑΧΔΙΚ (κατάθεσης) υπόθεση του εντολέα της Α. Σ., πλην όμως για αναφερόμενο δικαστήριο και διαδικαστική πράξη και για ποσό αναφορ 134,00 ευρώ, δηλαδή ούτε για 139,00 ευρώ που προέβλεπε σχετικώς Παράρτημα I του ως άνω Κώδικα Δικηγόρων, ώστε ούτε εξ αυτού του γραμματίου ΔΣΑ να πληρούνται τα προβλεπόμενα εκ της ως άνω νομοθεσίας, προκειμένου να μην επέλθει η κατά τα ως άνω κύρωση του απαραδέκτου του δικογράφου και της διαδικαστικής πράξεως τη καταθέσεως και εν τέλει αυτής ταύτης της ένδικης αγωγής.
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο και στους πρόσθετους λόγους της αναίρεσης ότι οι ακυρότητες τις οποίες επικαλείται τώρα ο αναιρεσείων προτάθηκαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και επαναφέρθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 562 ΚΠολΔ), ούτε άλλωστε από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει αυτό. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η μη προκαταβολή των ανωτέρω ενσήμων καθόσον αφορά στον πρώτο πρόσθετο λόγο και η μη αναγραφή του ΑΦΜ του αναιρεσιβλήτου στο δικόγραφο των προτάσεών του, ως εφεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, καθόσον αφορά στο δεύτερο πρόσθετο λόγο, δεν συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2018 αίτηση για αναίρεση καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής της υπ'αριθ. 3690/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ