1168/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 53/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1168/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1168/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 53/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.2296/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ.4764/29-6-2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη από 29-6-2015 (αρ. πρωτ. 4764/1185/29-6-2015) αίτηση του Φ. Μ. του Ι. και Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2296/2015 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος, κατ’ έφεση, Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των αναφερόμενων σ’ αυτήν λόγων.
ΙΙ] Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται, ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2296/2015 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, όντας διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ... εις βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ.
ΦΑΕΕ Αθηνών, εκ προθέσεως δεν κατέβαλε το ποσό των 9.603.972,81 Ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, τα οποία αναφέρονται στον πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ., όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται...". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφέρεται για αυτόν, ότι "Στην Αθήνα, στις 30-6-2008, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί εις βάρος της εταιρείας με την επωνυμία ... ..., της οποίας τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου 53/2010) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 17-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 9.603.972,81 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο, όπως αυτά αναφέρονται παρακάτω και δη ..." (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας χρεών, όπου σημειώνονται το ΑΦΜ του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος συμβούλου της πιο πάνω εταιρείας, τα στοιχεία των μερικοτέρων βεβαιώσεων, ληξιπροθέσμων κεφαλαίων, απαιτητών κεφαλαίων, του τρόπου πληρωμής, των ληξιπροθέσμων δόσεων και των λήξεων).
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην τελευταία την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 ΠΚ, 25 παρ. 1γ’ , 2, 3, 6 Ν. 1882/1990, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001, 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, που εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ] Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ 2β’ ΠΚ, θεωρείται το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια. Εξάλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 β’ ΠΚ, που προτείνεται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.
Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης (σελ. 6) "ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου, άλλως επικουρικά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ 2β’ ΠΚ".
Το δικαστήριο, απέρριψε το ως άνω αιτηθέν ελαφρυντικό του 84 παρ. 2β’ με την ακόλουθη αιτιολογία: "...απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2β’ ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια". Εφόσον, όμως, για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης, των μη ταπεινών αιτίων, ο συνήγορος επικαλέσθηκε μόνο τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2β’ ΠΚ, από την οποία προβλέπεται, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (βλ.
σελ. 6 των πρακτικών), ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, αόριστος και το Δικαστήριο παρά το ότι, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, ως εκ περισσού, και ορθώς τον απέρριψε. Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV] Mε τον ίδιο ως άνω λόγο και κατά το τρίτο σκέλος αυτού παραπονείται ο αναιρεσείων, ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρα Μ. Τ., η οποία καταχωρήθηκε στη δεύτερη σελίδα του πρώτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης. Από τα πρακτικά της τελευταίας προκύπτει, ότι η προαναφερθείσα μάρτυρας προτάθηκε από τον εκπροσωπήσαντα τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα συνήγορό του μόνο προς απόδειξη του προβαλλόμενου από αυτόν ισχυρισμού, ότι η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε εμπρόθεσμα και ειδικότερα, όπως εκεί αναφέρεται, "εφόσον ο πελάτης του δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης.".
Μετά την εξέταση της παραπάνω μάρτυρα και την υποβολή και ανάπτυξη της πρότασης της Εισαγγελέα της έδρας, κατά την οποία η έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, ο συνήγορος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο, συντάχθηκε με την εισαγγελική πρόταση, ακολούθως δε το δικαστήριο εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία δέχθηκε, ότι η έφεση είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα.
Μετά από αυτά προκύπτει με σαφήνεια, ότι η παραπάνω μάρτυρας δεν εξετάσθηκε επί της ουσίας της κατηγορίας, αλλά μόνον προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί της εμπρόθεσμης άσκησης της έφεσης και για το λόγο αυτόν στο προοίμιο του σκεπτικού δεν διαλαμβάνεται η κατάθεση της εν λόγω μάρτυρα μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι επίσης αβάσιμος και γι’ αυτό απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 29-6-2015 και υπ’ αριθμό πρωτ. 4764/1185/29-6-2015 αίτηση του Φ. Μ. του Ι. και Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2296/2015 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος, κατ’ έφεση, Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ